Την αγωνία της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας για «ορθή» εκμετάλλευση των σιδηροδρομικών υποδομών, ώστε να τρέξουν γρηγορότερα τα πολεμικά σχέδια των ιμπεριαλιστών, φανερώνουν όσα είπε ο Γάλλος ευρωβουλευτής Καλφόν. Μιλώντας για τη «στρατιωτική κινητικότητα», στο φόντο των ανταγωνισμών με Κίνα και Ρωσία, προειδοποίησε ότι τα ψηφιοποιημένα (σιδηροδρομικά) σημεία σηματοδότησης κινδυνεύουν να σταματήσουν εξ αποστάσεως, επειδή υπάρχουν τσιπ της «Huawei» μέσα σε αυτά. Γι' αυτό κάλεσε το Ευρωκοινοβούλιο να συνεχίσει τη «δουλειά» για να εξαλειφθεί ο κίνδυνος επιβράδυνσης της κίνησης στρατευμάτων και όπλων με τη χρήση «διακοπτών εξουδετέρωσης» από ξένα κέντρα. Κατά τ' άλλα, μίλησε εγκάρδια για το πακέτο της ΕΕ που αναβαθμίζει τη χρήση του σιδηροδρομικού δικτύου για στρατιωτικούς σκοπούς, ενώ πήγε ένα βήμα πιο πέρα, προτείνοντας τη δημιουργία «στρατηγικού αποθέματος ευρωπαϊκού τροχαίου υλικού» στα πρότυπα του «RescEU», με κοινό ευρωπαϊκό στοκ σε βαγόνια και ατμομηχανές που θα ενεργοποιείται για τη μεταφορά εξοπλισμού σε περίπτωση «πολέμου υψηλής έντασης». Τέτοιες τοποθετήσεις είναι ξεκάθαρο σινιάλο στο κεφάλαιο ότι μπορεί να εμπιστεύεται τη σοσιαλδημοκρατία στα δύσκολα. Οχι όμως και οι λαοί, που η γούνα τους έχει καεί από τον βρώμικο ρόλο της. Στην προσπάθεια του συστήματος για στράτευση κάτω από τη σημαία της αστικής τάξης και των ιμπεριαλιστικών συμμαχιών της, η απάντηση είναι μία: Καμία συναίνεση, σύγκρουση με την αστική πολιτική σε όλες τις εκδοχές της.
Η δικαστική απόφαση για απαλλαγή των «Σπαρτιατών» και του ναζί εγκληματία Κασιδιάρη από την κατηγορία της εξαπάτησης των ψηφοφόρων, με το πρόσχημα πως «δεν φαίνεται να υπάρχει κάποιο κίνητρο πίσω από την παρουσιαζόμενη σκευωρία», αποτελεί το πιο σύντομο ανέκδοτο, μετά από όσα έχουν δει το φως για τις στενές σχέσεις του φυλακισμένου πρώην στελέχους της ναζιστικής Χρυσής Αυγής και των μπροστινών του, που εκλέχτηκαν ως υποψήφιοι των «Σπαρτιατών». Μετά τα κυβερνητικά ταρατατζούμ για «θωράκιση της δημοκρατίας» και τις τροπολογίες που θα έβαζαν τάχα φρένο στους φασίστες εγκληματίες, περάσαμε στην επόμενη «πίστα» ...αυτή του απροκάλυπτου ξεπλύματος και του φρεσκαρίσματος από τους μηχανισμούς του κράτους και της δικαιοσύνης. Θυμίζουμε ότι πολλά από τα στελέχη της εγκληματικής ναζιστικής οργάνωσης είναι ήδη εκτός φυλακής, περιμένοντας την απόφαση του Εφετείου. Οι φασιστικές εφεδρείες γίνονται όλο και πιο απαραίτητες για το «ρετουσάρισμα» του πολιτικού σκηνικού, ειδικά σε συνθήκες πολεμικής προετοιμασίας, την ώρα που η λαϊκή οργή μεγαλώνει και το σύστημα αναζητάει αναχώματα. Η αστική δικαιοσύνη, που είναι περισσότερο κι από τυφλή όταν πρόκειται για τα εγκλήματα των καπιταλιστών, μια χαρά βρίσκει το «φως» της όταν πρόκειται να βγάλει παράνομη κάποια εργατική απεργία. Ο λαός είναι ο μόνος που μπορεί με την πάλη του να στείλει πίσω στις τρύπες τους τα ναζιστικά τρωκτικά, παλεύοντας για την ανατροπή του σάπιου καπιταλισμού, που γεννά και τρέφει τα φασιστικά παράσιτα.
Κάτω από τα ραντάρ των αστικών ΜΜΕ πέρασε η αποκάλυψη του Τσούνη, πρώην πρέσβη των ΗΠΑ στην Αθήνα, ότι το 47% του στρατιωτικού και άλλου υλικού που προώθησε το ΝΑΤΟ στην Ουκρανία ξεφορτώθηκε στο λιμάνι της Αλεξανδρούπολης. Η Σούδα του Βορρά επιβεβαιώνει τον κομβικό ρόλο της στα ευρωατλαντικά σχέδια, που έχουν μεγαλύτερο βάθος από τη «βοήθεια» στην Ουκρανία, αν σκεφτεί κανείς τις δεκάδες πρόβες πολέμου στην Ανατ. Ευρώπη που έχει υποστηρίξει το λιμάνι της Αλεξανδρούπολης ως πύλη για τα ΝΑΤΟικά στρατεύματα. Ο,τι ...λάμπει όμως για την αστική τάξη και τους ιμπεριαλιστές συμμάχους της, εκπέμπει τεράστιους κινδύνους για τον λαό, που βρίσκεται στη δίνη των ανταγωνισμών και των πολέμων του ΝΑΤΟ. Οι πρόσφατες δηλώσεις Λαβρόφ δείχνουν ότι δεν περνάει απαρατήρητος ο αναβαθμισμένος ρόλος της Ελλάδας ως ορμητηρίου της ευρωατλαντικής συμμαχίας, κάνοντας ακόμα πιο ισχυρό το ενδεχόμενο των αντιποίνων σε περίπτωση που κλιμακωθεί η ιμπεριαλιστική σύγκρουση. Το λαϊκό αίτημα να κλείσουν όλες οι ξένες βάσεις και να ξεκουμπιστούν οι ΝΑΤΟικοί από τη χώρα μας είναι πιο επίκαιρο από ποτέ. Και είναι άρρηκτα δεμένο με τον αγώνα που πρέπει να βλέπει έως το τέλος, στην ανατροπή δηλαδή του συστήματος που γεννάει την εκμετάλλευση, τους ανταγωνισμούς και τον πόλεμο.