Πέμπτη 21 Μάη 2020
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Παραδοχές...

Στην τριμηνιαία έκθεση την οποία έδωσε στη δημοσιότητα το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή κάνει μια πρώτη «ανασκόπηση» των μέτρων στήριξης του κεφαλαίου που πάρθηκαν με αφορμή τον κορονοϊό και τη νέα οικονομική κρίση, στην οποία η πανδημία επέδρασε σαν καταλύτης. Μεταξύ άλλων, η έκθεση αναφέρει ότι το αυξημένο χρέος που θα προκύψει από τα διάφορα χρηματοδοτικά πακέτα και τις διευκολύνσεις στους επιχειρηματικούς ομίλους, «θα πρέπει να πληρωθεί από δημόσιους πόρους επιβαρύνοντας, σε τελική ανάλυση, τους πολίτες της χώρας. Η κατανομή αυτού του βάρους, είτε μεταξύ κοινωνικών ομάδων είτε μεταξύ γενεών, θα πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο ανοιχτού και ειλικρινούς δημόσιου διαλόγου ώστε να χαραχθεί μια κοινώς αποδεκτή δημοσιονομική στρατηγική για τα επόμενα χρόνια».

... και αγωνίες

Πέρα από κυνική ομολογία για το ποιος θα πληρώσει το λογαριασμό της κρίσης, αν δεν υπάρξει μαζική και οργανωμένη αντίδραση, η έκθεση αυτή προδίδει και την αγωνία συνολικά του πολιτικού συστήματος να διασφαλιστούν όροι συναίνεσης στη διαχείριση της κρίσης, κυρίως στο σκέλος της δημοσιονομικής πολιτικής, που θα σκληρύνει κι άλλο το επόμενο διάστημα σε βάρος των λαϊκών στρωμάτων. Για λογαριασμό του κεφαλαίου υποθηκεύουν για μια ακόμη φορά το μέλλον ολόκληρων γενεών, χύνοντας κροκοδείλια δάκρυα για το λαϊκό εισόδημα, τις χαμένες θέσεις εργασίας, τα «στενά δημοσιονομικά περιθώρια» για την Υγεία, την Πρόνοια, την Παιδεία, που οδηγούν σε πλήρη αδιέξοδο το λαό, όπως απέδειξε και η περίοδος της πανδημίας. Γι' αυτό το «ως εδώ και μη παρέκει» πρέπει τώρα να ακουστεί δυνατά από ακόμα περισσότερους, να διαμορφωθούν όροι αντεπίθεσης και ανατροπής του σχεδίου επιβολής νέων θυσιών στο λαό.

Βαθύτεροι λόγοι

Σχολιάζοντας τη συμφωνία Μέρκελ - Μακρόν, ο βουλευτής της ΝΔ Μπ. Παπαδημητρίου έριξε «φως» στους - κατά τον ίδιο - βαθύτερους λόγους που οι δύο ηγέτες κατέληξαν στο συμβιβασμό: «Υπάρχει μία αρχή που έχει να κάνει με το κράτος και το χρήμα. Και τα δύο αν είναι ευέλικτα και δεν έχουν ιδεολογικές αγκυλώσεις, άντε ο ένας να είναι φιλελεύθερος ενός τύπου, άντε ο άλλος σοσιαλδημοκράτης άλλου τύπου, και καθίσουν και συζητήσουν πρακτικά ποιες είναι οι λύσεις, εκεί κερδίζει ο καλύτερος, και με συγχωρείτε, εκεί κερδίζει ο καπιταλισμός, με την έννοια ότι και αυτός πρέπει να αμυνθεί, διότι τέτοιου είδους κρίσεις αμφισβητούν στα μάτια του κόσμου - και με το δίκιο του κόσμου - το σύστημα», είπε και συμπλήρωσε πως όταν το σύστημα αφήνει τον «κόσμο» έκπτωτο σε τέτοιες δοκιμασίες, αυτός το αμφισβητεί, και επομένως αυτός είναι ο λόγος που οδήγησε στη συμφωνία. Τι είναι όλα αυτά αν όχι μια κυνική ομολογία ότι ο σάπιος καπιταλισμός που υπερασπίζονται και υπηρετούν δεν είναι απρόσβλητος και ανίκητος; Τι άλλο δείχνουν διαπιστώσεις όπως αυτές; Την ανησυχία τους για τη λαϊκή δυσαρέσκεια και διαμαρτυρία, που σε συνθήκες κρίσης μπορεί να δημιουργήσει ακόμα και προϋποθέσεις αμφισβήτησης ή και κλονισμού του συστήματος. Γι' αυτό επομένως οι συμβιβασμοί, οι οποίοι σε κάθε περίπτωση είναι πρόσκαιροι και έχουν για κοινό παρονομαστή ότι το λογαριασμό τον πληρώνουν πάντα οι λαοί, όπως θα γίνει άλλωστε και με τη συμφωνία Μέρκελ - Μακρόν, αν και όπως εφαρμοστεί.

Λυπητερή

Οσο περνάνε οι μέρες, όλο και περισσότερο αποδεικνύεται ότι το «θα λογαριαστούμε μετά» του ΣΥΡΙΖΑ είναι στάχτη στα μάτια και πουκάμισο αδειανό για τα δικαιώματα και τις ανάγκες του λαού. Διαμαρτύρεται, για παράδειγμα, ο ΣΥΡΙΖΑ για τις συντάξεις. Ομως, τον δικό του νόμο εφαρμόζει η ΝΔ, τον νόμο Κατρούγκαλου, που έγινε νόμος Βρούτση - Κατρούγκαλου. Καταγγέλλει τις περικοπές στις επικουρικές άνω των 1.300 ευρώ και τα ψίχουλα που επιστρέφει η ΝΔ. Ομως, τις περικοπές αυτές, το καλοκαίρι του 2016, τις αποφάσισε και τις επέβαλε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, προς δόξαν του 3ου μνημονίου, για να μπορεί σήμερα η κυβέρνηση να κοροϊδεύει ασύστολα τους συνταξιούχους ότι αποκαθιστά τάχα τις συντάξεις. Διαρρηγνύει τα ιμάτιά του ο ΣΥΡΙΖΑ για τις αντεργατικές Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου της πανδημίας και χύνει κροκοδείλια δάκρυα για το τσουνάμι της μερικής απασχόλησης και την εκ περιτροπής εργασία. Ηταν όμως ο ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση όταν η μερική απασχόληση έσπαγε κόκαλα, καταδικάζοντας πάνω από 600.000 μισθωτούς να υποαπασχολούνται με μισθούς που δεν ξεπερνούσαν τα 300 και 400 ευρώ μεικτά. Αλλά και στο «διά ταύτα» της νέας οικονομικής κρίσης, ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ διαγκωνίζονται για τα παχυλά πακέτα προς τους επιχειρηματικούς ομίλους, με τον πρώτο να ζητάει «εδώ και τώρα όλα τα λεφτά» και τη ΝΔ να επιλέγει την κατανομή τους σε μεγαλύτερο βάθος, ανάλογα με την πορεία της οικονομίας. Σε καμιά περίπτωση πάντως δεν διαφωνούν για το ποιος θα πληρώσει την κρίση, έχοντας από τώρα έτοιμη τη λυπητερή για το λαό για τα δάνεια και τις επιδοτήσεις προς το κεφάλαιο.



Ευρωεκλογές Ιούνη 2024
Μνημεία & Μουσεία Αγώνων του Λαού
Ο καθημερινός ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ 1 ευρώ