Στον αντίποδα αυτής της πολιτικής που κοστολογεί τις ανάγκες των μικρών παιδιών σε πρώιμη διάγνωση και παρέμβαση, παρέχοντας την όποια στήριξη με υποβαθμισμένους όρους, το ΚΚΕ παλεύει για διευρυμένο, αναβαθμισμένο, δημόσιο και δωρεάν σύστημα Υγείας, με αναπτυγμένο, διευρυμένο πρωτοβάθμιο σύστημα Υγείας, από όπου, μέσα από το Ενιαίο Κέντρο Υγείας, καθολικά θα παρακολουθείται όλος ο πληθυσμός και όπου κρίνεται αναγκαίο θα διενεργούνται επιπλέον εξετάσεις ώστε έγκαιρα να εντοπίζονται δυσκολίες, αναπτυξιακές διαταραχές, παντός είδους αναπηρίες, καταλήγοντας σε διεπιστημονική παρέμβαση με επίκεντρο το παιδί και την οικογένειά του. Προφανώς, τα Κέντρα αυτά θα συνδέονται με τα σχολεία, γενικής και ειδικής εκπαίδευσης, ώστε το πρόγραμμα να έχει συνέχεια, να είναι αρμονικά δεμένο, να υπηρετεί το παιδαγωγικό πλαίσιο, τους γενικούς σκοπούς όπως τίθενται από το σχολείο.
Ολα αυτά είναι μία αντικειμενική, υλική δυνατότητα που ως τέτοια έχει παραχθεί από την ανθρώπινη εργασία και τον μόχθο, μόνο που δεν γίνεται κτήμα όλων όσοι τα έχουν ανάγκη. Η απάντηση για το υπαρκτό χάσμα μεταξύ των δυνατοτήτων και της ικανοποίησής τους είναι η ίδια η καπιταλιστική κοινωνία, που με βαρίδι της το αχαλίνωτο κυνήγι του κέρδους απορρίπτει κάθε κοινωνική ανάγκη ως κόστος.
Σε αυτό το πλαίσιο των βεβαιωμένων ανεκπλήρωτων αναγκών και των βεβαιωμένων δυνατοτήτων αξίζει να παλέψουμε για την κοινωνία που αυτά τα δύο θα αντιστοιχηθούν, για τη σοσιαλιστική κοινωνία. Εκεί όπου το παιδί και πολύ περισσότερο το παιδί με αναπηρία θα αποκτήσει τη θέση που του ανήκει.
Σύμφωνα με σχετικά επίσημα έγγραφα, δημοσιοποιημένα στην επίσημη ιστοσελίδα της Ελληνικής Εταιρείας Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης (ΕΕΤΑΑ), που έχουν αναρτηθεί στη «Διαύγεια», το πρόγραμμα έχει συγκεκριμένο χρονικό ορίζοντα. Η έναρξή του πραγματοποιήθηκε στις 12/1/2026, βάσει της σχετικής ΚΥΑ, ενώ η τυπική λήξη του έχει οριστεί στο τέλος Ιουνίου 2026, ενώ οι υλοποιούμενες παρεμβάσεις θα καλύπτονται από vouchers εντός του προκαθορισμένου αυτού πλαισίου. Η ηλεκτρονική υποβολή αιτήσεων από τις οικογένειες προβλεπόταν να γίνει από 14/11/2025 έως 5/12/2025 μέσω της πλατφόρμας της ΕΕΤΑΑ.
Ως προς τους ωφελούμενους, στόχος του προγράμματος είχε τεθεί η κάλυψη περίπου 2.500 παιδιών και των οικογενειών τους σε πανελλαδικό επίπεδο. Τα τελικά θετικά αποτελέσματα δείχνουν ότι 2.487 αιτήσεις κρίθηκαν πλήρεις και δικαιούνται voucher μετά την αξιολόγηση που έγινε στο τέλος του 2025. Αυτό σημαίνει ότι το αρχικό εκτιμώμενο νούμερο επιβεβαιώθηκε, γεγονός που καταδεικνύει και τις διευρυμένες, μη ικανοποιημένες ανάγκες των οικογενειών. Κατόπιν της ολοκλήρωσης της αξιολόγησης, οι δικαιούχοι ενημερώθηκαν και τα vouchers άρχισαν να ενεργοποιούνται μετά τις 12/1/2026.
Η χρηματοδότηση του προγράμματος ανέρχεται συνολικά έως τα 12 εκατομμύρια ευρώ και προέρχεται από πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (Next Generation EU). Η ενίσχυση παρέχεται μέσω μηνιαίων vouchers, τα οποία διαφοροποιούνται ανάλογα με τον αριθμό των συνεδριών που προβλέπονται στο εξατομικευμένο σχέδιο παρέμβασης κάθε παιδιού. Συγκεκριμένα, το voucher ανέρχεται σε 800 ευρώ τον μήνα για τουλάχιστον 20 συνεδρίες, σε 600 ευρώ για τουλάχιστον 15 συνεδρίες και σε 400 ευρώ για τουλάχιστον 10 συνεδρίες. Τα ποσά αυτά υποστηρίζεται πως θα καλύπτουν υπηρεσίες πρώιμης παρέμβασης, όπως θεραπευτικές παρεμβάσεις, οικογενειακή υποστήριξη, συμβουλευτική και άλλες εξειδικευμένες υπηρεσίες, ανάλογα με τις ανάγκες του παιδιού.
Στο πρόγραμμα συμμετέχουν φορείς που έχουν τη δυνατότητα εγγραφής στο Μητρώο Παρόχων Υπηρεσιών Πρώιμης Παιδικής Παρέμβασης. Σε αυτούς περιλαμβάνονται Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου που παρέχουν υπηρεσίες κοινωνικής φροντίδας, νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα με σχετική πιστοποίηση, οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου βαθμού και τα νομικά τους πρόσωπα, φορείς που υπάγονται στο υπουργείο Υγείας, μονάδες Ψυχικής Υγείας για παιδιά και άτομα με αναπηρία, αλλά και αμιγώς κερδοσκοπικοί φορείς, σύμφωνα με όσα προβλέπονται στην ισχύουσα ΚΥΑ.
Οι φορείς, κάνοντας αίτηση, δήλωσαν τη διεπιστημονική τους ομάδα που απαρτίζεται από επαγγελματίες διαφόρων ειδικοτήτων, όπως ψυχολόγους, λογοθεραπευτές, εργοθεραπευτές, φυσικοθεραπευτές, ειδικούς παιδαγωγούς και σύμβουλους οικογένειας, ενώ η σύνθεση του προσωπικού που θα πλαισιώνει την οικογένεια υποστηρίζεται, στις διακηρύξεις πάντα, πως θα διαφοροποιείται ανάλογα με τις ανάγκες του κάθε παιδιού. Σύμφωνα με τον δημοσιευμένο κατάλογο επιλεγμένων παρόχων στην ιστοσελίδα της ΕΕΤΑΑ, ενημερωμένο έως 26/1/2026, 87 φορείς και δομές έχουν ενταχθεί ή αξιολογηθεί για συμμετοχή στο πρόγραμμα. Η εκπαίδευσή τους ανατέθηκε σε ιδιωτικούς ή/και μη κερδοσκοπικούς φορείς του εσωτερικού και του εξωτερικού, ασύνδετους μεταξύ τους κι όχι στο πλαίσιο της ενιαίας διεπιστημονικότητας, και όχι από δημόσιο επιστημονικό προσωπικό υπό την εποπτεία του κράτους.
Την υλοποίηση και την παρακολούθηση του προγράμματος έχει αναλάβει η ΕΕΤΑΑ, η οποία διαχειρίζεται το ηλεκτρονικό «Μητρώο Παρόχων», καθώς και τις αιτήσεις των οικογενειών. Βασικό χαρακτηριστικό του προγράμματος είναι η «οικογενειοκεντρική προσέγγιση», καθώς τα σχέδια παρέμβασης καταρτίζονται σε συνεργασία με την οικογένεια και, όπου είναι εφικτό, υλοποιούνται στο «φυσικό περιβάλλον» του παιδιού, όπως το σπίτι, το σχολείο, η κοινότητα.
Από τα παραπάνω, φαίνεται για ακόμα μία φορά η πρόθεση του κράτους να επιχειρεί να καλύψει τις ανάγκες των αναπήρων και των οικογενειών τους με πολιτικές «κουπουνιών», οι οποίες γίνονται κατά τρόπο πρόσκαιρο κι επιδερμικό. Και αυτό, καθώς το πρόγραμμα είναι εξαιρετικά βραχύβιο, ενώ η υποστήριξη της οικογένειας (η οποία έμεινε χαρακτηριστικά ανενημέρωτη για το τι ακριβώς επρόκειτο) γίνεται με κριτήρια πακέτων στον άξονα αντιστοίχισης ωρών - κόστους και όχι εκτίμησης των πραγματικών της αναγκών. Παρ' όλες τις εκκρεμότητες και αβεβαιότητες, ωστόσο, το μόνο που από την αρχή είχε καθοριστεί με ακρίβεια ήταν ο ορίζοντας ολοκλήρωσής του - που κι αυτός αναθεωρήθηκε στην πορεία - και το ύψος του κονδυλίου, το οποίο θα μοιραζόταν στους παρόχους που θα το υλοποιήσουν, οι οποίοι και θα έκριναν, δήθεν αξιολογώντας τις ανάγκες της οικογένειας, τον αριθμό ωρών των συνεδριών και, επομένως, το ύψος του καταβληθέντος voucher που θα εισπράξουν.
Ωστόσο, η προβληματική δεν εξαντλείται εκεί. Το πρόγραμμα αυτό, εστιάζοντας σε αφηγήματα περί «συνεργασίας» γονέων - επαγγελματιών, «ενδυνάμωσης» της οικογένειας που παραπέμπουν στην ατομική ευθύνη και όχι στην ολόπλευρη στήριξη της οικογένειας, έρχεται να δώσει νέα ώθηση περικοπών στις κρατικές δαπάνες, που ούτως ή άλλως ήταν ελάχιστες για την Ειδική Αγωγή και Εκπαίδευση, καθώς αυτή θεωρείται κόστος, ώστε να εξοικονομηθούν πόροι που θα επενδυθούν σε τομείς περισσότερο κερδοφόρους για το κεφάλαιο, όπως η πολεμική βιομηχανία. Παράλληλα, μέσω της προπαγάνδας σχετικά με «ενδυνάμωση» στο «φυσικό περιβάλλον» του παιδιού, παραβλέπεται η ανάγκη ενίσχυσης των ελάχιστων κρατικών δομών Ειδικής Αγωγής ή/και δημιουργίας νέων (βλ. σχολεία, δομές ημερήσιες) με τρόπο σταθερό, εφόσον αυτές ως «φυσικό περιβάλλον» του παιδιού θα υποστηρίζονται ευκαιριακά, σύμφωνα με το πρωτόκολλο του προγράμματος και τις δυνατότητες των παρόχων.
Ακόμη, η φερόμενη ως «ενδυνάμωση» στο «φυσικό περιβάλλον» γίνεται «λάστιχο» ανάλογα με το τι βολεύει τον κάθε πάροχο. Και αυτό, καθώς αυτή μπορεί, από τη μία, να υλοποιείται πράγματι στο «φυσικό περιβάλλον» του παιδιού, εξυπηρετώντας στην περίπτωση αυτή και τις ανάγκες του παρόχου για μείωση των λειτουργικών του εξόδων και κάλυψης πολλαπλάσιου αριθμού ωφελουμένων διασφαλίζοντας την κερδοφορία του. Μπορεί, από την άλλη, και ο ίδιος ο πάροχος να δηλώνεται ως «φυσικό περιβάλλον» και, τελικά, οι συνεδρίες να υλοποιούνται στον χώρο του, όπως έχει πέσει στην αντίληψή μας σε κάποιες περιπτώσεις.
Παράλληλα, το «φυσικό περιβάλλον», με την προϋπόθεση των σωστών υποδομών και του κατάλληλου υλικοτεχνικού εξοπλισμού - που, έτσι κι αλλιώς, έχει καταστεί πολυτέλεια στον βωμό του κέρδους και από την ιδιωτική πρωτοβουλία - αποτελεί βασική προϋπόθεση για τις ανεπανάληπτες συνθήκες εξασφάλισης σωστής, επιστημονικής και δεοντολογικής παρέμβασης που θα ανταποκρίνονται στις εξειδικευμένες ανάγκες του παιδιού. Ανάγκες που υποτίθεται μπαίνουν στο προσκήνιο. Ειρωνεία αποτελεί, επίσης, πως την «ενδυνάμωση» σε άλλα φυσικά περιβάλλοντα, όπως το σχολείο, το κράτος έχει φροντίσει ήδη να την υποβαθμίσει, μέσω των περικοπών (βλ. περικοπές σε Παράλληλη Στήριξη και Τμήματα Ενταξης, ακατάλληλες κτιριακές υποδομές, σοβαρές ελλείψεις υλικοτεχνικής υποδομής, μέσων και προσωπικού), ενώ μέσω voucher έχει όλη την καλή πρόθεση να το κάνει και το σχολείο ξανα-«φυσικοποιείται», αλλά με όρους της ιδιωτικής επιχειρηματικότητας αυτήν τη φορά. Και όλα αυτά ως απότοκος των προτεραιοτήτων που η ίδια η αστική τάξη έχει θέσει ως προς την κατανομή των πόρων και η οποία τώρα εγκαλεί σε κατάστρωση στρατηγικών και σε λήψη μέτρων, ως πρόσχημα για το μοίρασμα «της πίτας».
Συνεχίζοντας, αποτελεί σοβαρό περιορισμό το ότι δεν έχουν όλες οι οικογένειες τα ίδια ταξικά χαρακτηριστικά και, ως εκ τούτου, η δυνατότητα «ενδυνάμωσής» τους βάσει του προφίλ τους δεν τίθεται με άξονα τις πραγματικές ανάγκες του παιδιού, αλλά με άξονα τον βαθμό ανταπόκρισης των γονέων, των δεξιοτήτων που μπορούν να αναπαράγουν από την πλαισίωση και καθοδήγηση του ειδικού επαγγελματία, αλλά και των μέσων που μπορούν να διαθέσουν. Στην εξίσωση αυτή, σαφώς, απεμπολείται ο βιοποριστικός στίβος των γονέων και η ταξική ανισότητα/αδικία. Αντιθέτως, ενδυναμώνεται το αφήγημα του καπιταλισμού περί ατομικής ευθύνης, αφού οι ίδιοι οι γονείς θεωρείται ότι μπορεί να «συναποφασίσουν» - όπως είναι η φρασεολογία που χρησιμοποιείται στην «οικογενειοκεντρική» προσέγγιση - ακόμα και για τον αριθμό των συνεδριών και άρα για το ύψος του voucher, παραβλέποντας πως η διαθεσιμότητά τους, οι ρυθμοί και η οικονομία της εργάσιμης μέρας δεν καθορίζονται από τους ίδιους και άρα παρεμβάλλονται στις όποιες αποφάσεις τους κριτήρια μη επιστημονικά, δεοντολογικά και καθολικά ορισμένα από το κράτος.
Φυσικά, δεν υποστηρίζεται πως οι γονείς δεν έχουν λόγο ή δεν μπορούν να παρέχουν σημαντικές πληροφορίες για το παιδί τους. Κάθε άλλο, αυτοί γνωρίζουν το παιδί τους καλύτερα. Το παιδί, όπως επιβάλλει ο καπιταλισμός, μαζί τους θα μεγαλώσει και θα μείνει. Ωστόσο, είναι αντιδεοντολογική η θέση πως εκείνοι θα πρέπει να αναλάβουν έναν ρόλο ως «συν-θεραπευτές», που όσο και να αποφεύγεται από τους ιθύνοντες να κατονομαστεί ως τέτοιος, παραμένει «θεραπευτικός» και, μάλιστα, για ελάχιστο χρονικό διάστημα, λες και οι ανάγκες του παιδιού μετά εξαλείφονται. Και όλα αυτά, σε μια ηλικία του παιδιού που είναι κρίσιμη και είναι επιτακτική η ανάγκη συστηματικής παρακολούθησης και μεθοδευμένης παρέμβασης. Αντίθετα, ο χρόνος υλοποίησης του προγράμματος δεν προσφέρει καθόλου τη δυνατότητα κατάστρωσης σχεδίου πραγματικής «ενδυνάμωσης», συλλογής και αξιολόγησης δεδομένων, ενισχύοντας το επιχείρημα πως η όλη κίνηση σε αυτή τη φάση (γιατί το έργο είναι πιλοτικό) αποσκοπεί απλά στην εκμετάλλευση της επιδότησης από τους ιδιώτες - επιχειρηματίες - ΜΚΟ και άλλους φορείς.
Στο σημείο αυτό αναδύεται κι ένα άλλο σημαντικό ζήτημα, που σχετίζεται με τη ρευστοποίηση του επαγγελματικού ρόλου του «ειδικού» και τη συρρίκνωση του ύψους του κόστους των υπηρεσιών κατά τις επιδοματικές πολιτικές. Αναλυτικότερα, η προπαγάνδα περί «συνεργασίας» και η εξάλειψη του «ειδικού» από την εξίσωση, διατυπωμένη σε επίσημο κρατικό λόγο, υποβαθμίζει τις «θεραπείες» στο επίπεδο λιγότερο «εξειδικευμένων» παρεμβάσεων, ολιστικού - υποτίθεται - χαρακτήρα, με τον επιστήμονα που υλοποιεί το έργο να πλήττεται και το μεγαλύτερο ποσοστό να το καρπώνεται ο ιδιώτης - εργοδότης του.
Παράλληλα, προβληματισμοί εγείρονται σχετικά με το κατά πόσο το πεδίο θα ανοίξει στο μέλλον και πόσο ρευστά θα είναι τα επαγγελματικά κριτήρια για ένταξη στο μητρώο επαγγελματιών, εφόσον η επιστημοσύνη και η εξειδίκευση στα «φυσικά» περιβάλλοντα, στο πλαίσιο των «οικογενειοκεντρικών» αναγκών, μπορεί και να μην κριθούν απαραίτητα. Προβληματισμοί που υπογραμμίζουν ακόμα περισσότερο την ασυδοσία, την προχειρότητα, την έλλειψη δεοντολογίας και επιστημονικότητας, μπροστά - με όρους της σύγχρονης πραγματικότητας - και στη στροφή στην καταστροφική για τους λαούς πολεμική οικονομία, όπου και οι προτεραιότητες της καπιταλιστικής οικονομίας θα επιβάλλουν ακόμα μεγαλύτερη περικοπή των όποιων ελάχιστων κρατικών δαπανών αφορούν στην Πρόνοια, στην Ειδική Αγωγή, συνολικότερα την κοινωνική πολιτική.