Σάββατο 21 Μάρτη 2026 - Κυριακή 22 Μάρτη 2026
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΔΑΧΤΥΛΙΚΑ ΑΠΟΤΥΠΩΜΑΤΑ - ΚΑΛΑΜΑΡΑΣ
«Πρωτομαγιά. Θυσιαστήριο της Λευτεριάς»
  • Το λεύκωμα εκδίδεται την Πρωτομαγιά του 1945, στην επέτειο του ενός χρόνου από τη θυσία των 200 της Καισαριανής
  • Με εννέα ξυλογραφίες των Γιώργου Βελισσαρίδη, Αλέξανδρου Κορογιαννάκη, Βάσως Κατράκη, Γιώργου Μανουσάκη, Α. Τάσσου με ισάριθμα ανυπόγραφα κείμενα

Γιώργος Βελισσαρίδης
Γιώργος Βελισσαρίδης
ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ

Οι περισσότεροι συγγραφείς και οι καλλιτέχνες, σαν μια γροθιά, βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή του αντιστασιακού μετώπου κατά της τριπλής κατοχής, από Βούλγαρους, Γερμανούς και Ιταλούς. Ο Χιώτης εκδότης και ποιητής Χρυσόστομος Γανιάρης (1894-1966), ο οποίος μέσα στον Μεσοπόλεμο είχε δημιουργήσει τις ομώνυμες πρωτοποριακές εκδόσεις, σημειώνει στο κείμενό του «Η εκδοτική δραστηριότητα στην Κατοχή» («Επιθεώρηση Τέχνης», τεύχος 87-88, Μάρτης-Απρίλης 1962):

Αντί για «Καλημέρα», «Καλή Λευτεριά»

«Είναι γνωστό, με πόση καρτερία και αφοβιά, ο Ελληνικός λαός βρέθηκε ξαφνικά ύστερα από μία λαμπερή μα λιγόχρονη, αναγκαστική πολεμική περίοδο, κάτω από την πιο βάρβαρη και ανελέητη σκλαβιά. Από την άλλη μέρα κιόλας οι Αθηναίοι σαν άνοιξαν τα πορτοπαράθυρά τους, που είχαν κατάκλειστα την προηγουμένη για να μην αντικρύσουν την είσοδο των κατακτητών, και ξεκίνησαν θαρρετοί και αδιάφοροι για τις δουλειές τους, αντικατάστησαν αμέσως τον καθημερινό χαιρετισμό "Καλημέρα" με το "Καλή Λευτεριά"».

Κι έτσι, από το πρώτο μερόνυχτο της σκλαβιάς, η καθεμία και ο καθένας με τα έργα του και από το μετερίζι της επαγγελματικής θέσης του εντάσσεται, χωρίς δεύτερη σκέψη, στην Αντίσταση, με αιμοδότη και καθοδηγητή το ΚΚΕ.

Η εκδοτική μορφή της Αντίστασης

«Μια τέτοιας μορφής αντίσταση ήταν και η εκδοτική», σχολιάζει ο Χρυσόστομος Γανιάρης, ο οποίος, λόγω οικονομικών προβλημάτων, έκλεισε τον οίκο του και αναγκάστηκε να πιάσει δουλειά σ' ένα μεγάλο εκδοτικό μαγαζί, στον «Αετό»:

Κι συνεχίζει, περιγράφοντας την ατμόσφαιρα εκείνων των υπόδουλων ημερών:

«Οι συνθήκες τότε της ζωής: η αναδουλειά, ο περιορισμός στο σπίτι, οι ατέλειωτες νύχτες, οι ευνοϊκές για διάβασμα, όχι όμως και για την έκδοση βιβλίων, με το λίγο και άσχημο χαρτί, με τους αδυνατισμένους εργάτες, με τα παρακολουθούμενα τυπογραφεία και τις λογοκρισίες».

Γερμανοί ποδοπατούν τον πίνακα του Δημήτρη Δάβη

Βάσω Κατράκη
Βάσω Κατράκη
Αυτόπτης μάρτυρας ο ίδιος ο αφηγητής σ' ένα περιστατικό βίας, με πρωταγωνιστές δυο Γερμανούς αλεξιπτωτιστές:

«Οταν ο εκδ. οίκος "Αετός" κυκλοφόρησε τον Ιούνη του '41 το βιβλίο του Θ. Κορνάρου "Καλοί και κακοί", στη βιτρίνα του, μαζί με τα φρεσκοτυπωμένα αντίτυπα, τοποθετήσαμε για στολίδι και για προσέλκυση του κοινού έναν πίνακα του ζωγράφου Δ. Δάβη, που παρίστανε έναν Κρητικό (Σφακιανό) με μαύρα γένια και μαύρο μαντήλι στο κεφάλι.

Δεν πέρασε πολλή ώρα και δυο Γερμανοί αλεξιπτωτιστές όρμησαν ουρλιάζοντας και άρπαξαν τον πίνακα και τον πέταξαν κάτω έτοιμοι να τον ποδοπατήσουν. Ευτυχώς, μια γρήγορη και κατάλληλη χειρονομία ενός υπαλλήλου τον έσωσε από τη γερμανική μπότα, με μικρές ζημιές».

Θέλω να πιστεύουμε ότι έχετε έστω μια ελάχιστη εποπτεία για το κατοχικό περιβάλλον των εκδόσεων, το οποίο αν και αρνητικό σ' όλες τις φάσεις συγγραφής, εκτύπωσης και διακίνησης, στην πλειονότητά το εργατικό δυναμικό του, με τα χέρια και το μυαλό, ψηλά κράτησε τη σημαία του οράματος για έναν καινούριο σοσιαλιστικό κόσμο, όταν θα ερχόταν η λυτρωτική στιγμή της απελευθέρωσης.

Δυο λευκώματα - φόρος τιμής στους νεκρούς κομμουνιστές

Η Αθήνα αρχίζει να αναπνέει από τον Οκτώβρη του 1944, αν και έχει υποστεί τα πάνδεινα, ακόμη και κατά την υποχώρηση των ναζί. Λίγους μήνες μετά, την 25η Μάρτη και την Πρωτομαγιά του 1945 εκδίδονται δύο λευκώματα:

«Για τη χιλιάκριβη τη λευτεριά. 1821-1945» και «Πρωτομαγιά. Θυσιαστήριο της Λευτεριάς» («Ο Ρήγας», Εκδοτικός Οργανισμός, Αθήναι, 1945).

Σήμερα θα σταθούμε στο δεύτερο, καθώς τυπώνεται στον έναν χρόνο από τη μαύρη επέτειο της εκτέλεσης των 200 κομμουνιστών, την Πρωτομαγιά του 1944, στην Καισαριανή. Περιέχει εννέα ξυλογραφίες - τυπώνονται στο πάνω μέρος - και συνοδεύονται από ισάριθμα εκτεταμένα ανυπόγραφα κείμενα δίκην λεζάντας.

Το δημοτικό τραγούδι χρωματίζει τη θυσία

Αλέξανδρος Κορογιαννάκης
Αλέξανδρος Κορογιαννάκης
Στο εξώφυλλο τρεις μαυροφορεμένες λαϊκές γυναίκες - οι δύο με άνθη στα χέρια - οι οποίες είναι στητές και υπερήφανες μετά τη θυσία. Το δίστιχο του δημοτικού τραγουδιού τονίζει την πολιτική και ιδεολογική στάση τους: «Εδώ δεν πρέπουν κλάματα, δεν πρέπουν μοιρολόγια/ μόν' δυο ζυγιές βιολιά, και μπαταριές ντουφέκια».

Τα εικαστικά έργα έχουν τις υπογραφές των Γιώργου Βελισσαρίδη (1909-1994), Αλέξανδρου Κορογιαννάκη (1906-1966), Βάσως Κατράκη (1914-1988), Γιώργου Μανουσάκη (1914-2003), Α. Τάσσου (1914-1985).

Οι θεματικές ενότητες με τους χαρακτηριστικούς - με κεφαλαία γράμματα - τίτλους τους: «ΒΑΣΑΝΙΣΤΗΡΙΑ», «ΟΙ ΔΙΑΚΟΣΟΙ ΣΤΟ ΘΥΣΙΑΣΤΗΡΙΟ», «ΤΟ ΕΡΜΟ ΔΟΞΑΤΟ», «Η ΗΡΩΙΚΗ ΚΡΗΤΗ», «ΟΙ ΕΘΝΟΜΑΡΤΥΡΕΣ ΑΝΑΠΗΡΟΙ», «ΚΑΤΑΚΑΫΜΕΝΑ ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ», «ΟΙ ΚΡΕΜΑΣΜΕΝΟΙ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ», «Η ΠΟΛΥΒΑΣΑΝΙΣΜΕΝΗ ΚΟΚΚΙΝΙΑ», «Η ΣΦΑΓΗ ΤΟΥ ΔΙΣΤΟΜΟΥ».

«Πονούν και συμπάσχουν με τον βασανισμένο Λαό»

Τα δυο ανοιξιάτικα λευκώματα του 1945 τα κρίνει ο ζωγράφος Σπύρος Βασιλείου (1903-1985), στο περιοδικό «Ελεύθερα Γράμματα» (τεύχος 2, Σάββατο 12 Μάη 1945):

«Στα λευκώματα αυτά έχουνε δουλέψει ανώνυμα οι Ελληνες χαράκτες που δεν αφήσανε το καλέμι τους να σκουριάσει τις δύσκολες μέρες και νύχτες του σκοταδιού.

Στρατιώτες στην πρώτη γραμμή υπηρετήσανε τον αγώνα τον καλόν με την τέχνη τους, που μια μέρα θα πρέπει να γίνει ευρύτερα γνωστή. Και συνεχίζουνε ακούραστοι.

(...) Ξαναθυμίζουν την γνήσια, καλαίσθητη ρωμέικη τυπογραφική παράδοση, που άρχισε τελευταία να ξαναγεννιέται, είναι φανερό πως οι καλλιτέχνες που δουλέψανε πονούν και συμπάσχουν με τον βασανισμένο Λαό».

Γιώργος Μανουσάκης
Γιώργος Μανουσάκης
Από τη θεματική ενότητα «Οι διακόσοι στο θυσιαστήριο» εστιάζουμε στην πεζογραφική προσέγγιση της τραγωδίας, αφαιρώντας τις πληροφορίες:

«Την Πρωτομαγιά του 1944 όπως και κάθε χρονιά ξεφάντωνε η γη με τα λουλούδια. Στα σπίτια όμως δεν εκρεμάσαμε μάηδες, γιατί είμαστε ακόμα σκλαβωμένοι. Τα τριαντάφυλλα στέκονταν ανέγγιχτα έξω στα περιβόλια. Ο ήλιος έλαμπε μα η ψυχή μας ήταν μαύρη.

«Μην κλαίτε. Συνεχίστε τη δουλειά. Θα νικήσουμε»

(...) Και πήραν από το κατάξερο Χαϊδάρι εκατόν ενενήντα πέντε άντρες και πέντε γυναίκες και τους πήγαν στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, εκεί που τόσοι άλλοι θυσιαστήκανε για τη λευτεριά. Κ' οι διακόσοι αντάμα τραγούδαγαν:"Εχετε γεια βρυσούλες, κάμποι, βουνά, ραχούλες". Και μιλούσαν με αστείρευτο θάρρος και λέγαν συναμεταξύ τους: "Μια ζωή χρωστάει ο καθένας, χαράστον που τηνε δίνει για την αγάπη του κόσμου". Και πάλι λέγαν: "Για ιδές τούτη τη μέρα που γιορτάζουμε μεις οι δουλευτές, μας παίρνουν την ψυχή". "Καλύτερα" λέει άλλος" γιατί τούτη τη μέρα σα θα γιορτάζουν θα θυμούνται και μας". Και κει που τους κατέβασαν βλέποντας τις γυναίκες της Καισαριανής να κλαίνε τους φώναζαν: "Εμείς πάμε, για να ζήσετε εσείς σαν άνθρωποι. Μην κλαίτε. Συνεχίστε τη δουλειά. Θα νικήσουμε".

Λεβέντικα παλέψανε, λεβέντικα πεθάνανε

Α. Τάσσος
Α. Τάσσος
Κ' οι δήμιοι τούς σκουντάγαν και τους βρίζαν. "Γρήγορα. Αειντε γρήγορα να ξεμπερδεύουμε" έλεγαν. Και τους διατάζαν να γδυθούν. Και τους αράδιαζαν είκοσι-είκοσι και τους ντουφέκιζαν. Κ' έρχονται άλλοι είκοσι τραγουδώντας δίχως τρομάρα κ' έπαιρναν τη θέση τους στον τοίχο. Και τα γδυτά τους πόδια βούταγαν μέσα στο αίμα των αδερφιών τους και ψυχορραγούσαν εκεί μπροστά. Μα κανένας δεν ελιποψύχησε. Ολοι στάθηκαν παληκαρίσια ίσαμε που ξαπλώθηκε κι' ο τελευταίος. Λεβέντικα παλέψανε, λεβέντικα πεθάνανε.

Ορκιστήκαμε να πάρουμε το αίμα πίσω

Και τότε κόψαμε τα λουλούδια, κ' απ' όλες τις άκρες της πόλης κινήσαμε και πήγαμε και γεμίσαμε με δαύτα το χώμα το ποτισμένο με το φρέσκο αίμα. Και στις καρδιές ολωνών φούντωσε η εκδικήτρα οργή. Κι' ορκιστήκαμε να πάρουμε το αίμα πίσω».


Το εξώφυλλο του λευκώματος «Πρωτομαγιά. Θυσιαστήριο της λευτεριάς»
Το εξώφυλλο του λευκώματος «Πρωτομαγιά. Θυσιαστήριο της λευτεριάς»

«Οι διακόσοι στο θυσιαστήριο» (Τάσσος)
«Οι διακόσοι στο θυσιαστήριο» (Τάσσος)

«Βασανιστήρια» (Κατράκη)
«Βασανιστήρια» (Κατράκη)

«Οι κρεμασμένοι της Αθήνας» (Μανουσάκης)
«Οι κρεμασμένοι της Αθήνας» (Μανουσάκης)

«Η σφαγή του Διστόμου» (Κορογιαννάκης)
«Η σφαγή του Διστόμου» (Κορογιαννάκης)

«Κατακαϋμένα Καλάβρυτα» (Βελισσαρίδης)
«Κατακαϋμένα Καλάβρυτα» (Βελισσαρίδης)

Γράφει ο
Βασίλης ΚΑΛΑΜΑΡΑΣ
Δημοσιογράφος, συγγραφέας, κριτικός βιβλίου



Διακήρυξη της ΚΕ του ΚΚΕ για τα 80 χρόνια από την έναρξη της εποποιΐας του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας
Μνημεία & Μουσεία Αγώνων του Λαού
Ο καθημερινός ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ 1 ευρώ