Δεύτερο βήμα: Να μην παραδεχτώ κανένα λάθος. Η παραδοχή είναι σαν το αίμα στο νερό. Και γύρω μου υπάρχουν πάντα πεινασμένοι. Οι δικοί μου είναι τα πρώτα πιράνχας. Αν παραδεχτώ, δεν θα με φάνε οι απέναντι. Θα με φάνε οι δίπλα. Το κόμμα μου, οι «σύμμαχοι», οι πρόθυμοι διάδοχοι, που έχουν ήδη ετοιμάσει βιογραφικό «ενότητας» για την επόμενη μέρα. Αρα δεν είναι «λάθος». Είναι «δυσκολία». Είναι «πρόκληση». Είναι «σύνθετη πραγματικότητα». Είναι «διαχρονική παθογένεια». Είναι «η διεθνής συγκυρία». Ολα, εκτός από το «εμείς».
Τρίτο βήμα: Να δώσω λύση χωρίς λύση. Να ανακοινώσω μέτρα που μοιάζουν μεγάλα αλλά είναι μικρά. Να πω πολλά, να δεσμευτώ λίγο. Να μεταφέρω τη συζήτηση από το πεδίο της οργής στο πεδίο της διαδικασίας. Εκεί - όχι να το παινευτώ - κερδίζουμε πάντα. Η διαδικασία είναι το φυσικό μας περιβάλλον.
«Θα συστήσουμε επιτροπή». «Θα κάνουμε έλεγχο». «Θα το διευθετήσουμε». «Θα υπάρξει διαφάνεια». «Θα αποδοθούν ευθύνες». Αγαπημένες φράσεις. Είναι σαν παυσίπονα, δεν θεραπεύουν, αλλά σε κάνουν να ξεχνάς για λίγο ότι πονάς. Και μετά, αν περάσουν τρεις εβδομάδες, αλλάζει το θέμα. Πάντα αλλάζει. Η επικαιρότητα είναι ο καλύτερος συνεργάτης μου. Δεν κοιμάται ποτέ. Δεν έχει συνείδηση. Δεν κρατάει μνήμη πάνω από 48 ώρες. Ασε που πάντα υπάρχει η προνοητικότητα της κατασκευής μιας άλλης «επικαιρότητας» που θα «σκεπάσει» την επικίνδυνη προηγούμενη. (Εχουμε ήδη δυνατό «ψυγείο» υποθέσεων, που ενδείκνυνται για πρώτα θέματα σε δελτία ειδήσεων και εφημερίδες, ικανών να σε κάνουν να ξεχάσεις τα πάντα). Δεν θα λυγίσω. Αυτό δεν γίνεται. Θα τρίζουν τα κόκαλα του πατέρα μου. Θα μου 'λεγε: «Σε αυτό το παιχνίδι, άμα αφήσεις να φανεί ότι ο "δρόμος" μπορεί να κερδίσει, την επόμενη μέρα θα θέλει κι άλλα». Συμφωνώ, έτσι είναι. Θα θελήσει ουσία. Κι εμείς δεν είμαστε φτιαγμένοι για ουσία. Είμαστε φτιαγμένοι για έλεγχο. Τώρα όμως, πρέπει να το δούμε πρακτικά. Εχω τρεις επιλογές επικοινωνιακά:
Λέω να δείξω λοιπόν ανθρώπινο πρόσωπο. Αυτό είναι η καλύτερη στολή. Τη φοράς πάνω από όλα τα λάθη σου και μοιάζεις πάλι κανονικός. Θα διαλέξω κάτι υβριδικό. Πάντα το υβριδικό βοηθάει. Η καθαρότητα είναι επικίνδυνη. Η ασάφεια είναι τέχνη. Θα πω ότι «η διαμαρτυρία είναι δικαίωμα». Θα τονίσω τη «δημοκρατία». Θα βάλω και τη λέξη «σεβασμός». Θα πω «κατανοώ την οργή». Και αμέσως μετά: «Δεν θα επιτρέψουμε να επιστρέψει η χώρα στις σκοτεινές εποχές». Να μια ωραία απειλή, χωρίς να λες «απειλώ». Η «επιστροφή» πάντα τρομάζει. Ολοι φοβούνται να γυρίσουν πίσω. Και, φυσικά, θα χρειαστώ και έναν εχθρό. Γιατί χωρίς εχθρό, το παιχνίδι δεν παίζεται σωστά. Κι εγώ πρέπει να το παίξω σωστά, να μην απογοητεύσω τους από πάνω.
Εχω λοιπόν διαδήλωση. Αρα: Ο εχθρός θα είναι πάλι οι ίδιοι γνωστοί υποκινητές, αλλά και γενικώς «η τοξικότητα» των αντιπάλων μου. Δοκιμασμένο, δουλεύει. Θα πω: «Δεν θα αφήσουμε την τοξικότητα να διχάσει». Κι έτσι, όσοι φωνάζουν θα μοιάζουν διχαστικοί, κι εγώ ενωτικός. Το παλιό κόλπο, εκείνοι θυμωμένοι, εγώ ήρεμος. Ο θυμωμένος χάνει πόντους στην τηλεόραση. Ο ήρεμος φαίνεται «σοβαρός». Πάνω στο γραφείο μου ένα προσχέδιο ομιλίας. Κάποιος έχει σημειώσει με μαρκαδόρο: «ΝΑ ΠΕΙΣ: ΑΝΑΛΑΜΒΑΝΩ ΤΗΝ ΕΥΘΥΝΗ». Χαμογελάω. Οχι επειδή είναι αστείο. Επειδή είναι αφελές. Μην μπερδευόμαστε. «Αναλαμβάνω την ευθύνη» για τους πολλούς, μπορεί να σημαίνει ότι θα παραιτηθώ. Οτι θα τιμωρήσω τους δικούς μου. Οτι θα αλλάξω πολιτική.
Ναι, αλλά ...όχι!
Οχι βέβαια. «Αναλαμβάνω την ευθύνη» στη δική μας γλώσσα σημαίνει απλώς: «Λυπάμαι που στενοχωρηθήκατε». Σηκώνω άλλο χαρτί. Σενάρια. «Ανασχηματισμός». «Παραίτηση υπουργού». «Νέα δέσμη μέτρων». Ο ανασχηματισμός είναι η αγαπημένη μου μαγεία, αλλάζεις καρέκλες και ο κόσμος νομίζει ότι άλλαξες πολιτική. Είναι σαν να αλλάζεις κουρτίνες σε σπίτι που έχει θεμέλια σαθρά. Μπορώ να θυσιάσω κάποιον; Ναι. Πάντα υπάρχει κάποιος. Η θυσία καθησυχάζει το πλήθος. Το πλήθος θέλει αίμα, μεταφορικά μεν, το θέλει δε. Θέλει να δει ότι «κάποιος πλήρωσε». Θα βρω τον κατάλληλο. Οχι τον πιο υπεύθυνο. Τον πιο αναλώσιμο. Τον πιο σεσημασμένο επικοινωνιακά. Τον πιο αντιπαθή και ίσως τον πιο κουρασμένο. Τον πιο «εύκολο». Κι έτσι θα δείξω «αποφασιστικότητα». Και μετά θα πω: «Προχωράμε μπροστά». Το «μπροστά» είναι μια ακόμη αγαπημένη μου λέξη, όπως και η «σταθερότητα». Το «μπροστά» σε κάνει να μοιάζεις προοδευτικός, ακόμα κι αν τρέχεις σε κύκλο.
Κοιτάζω ξανά τη διαδήλωση. Εκεί έξω, το πλήθος είναι απρόβλεπτο. Κι εγώ δεν συμπαθώ καθόλου το απρόβλεπτο. Εδώ μέσα, τα πάντα είναι προβλέψιμα. Η Βουλή έχει κανόνες. Το πλήθος έχει παλμό. Ο παλμός είναι επικίνδυνος, γιατί σου θυμίζει ότι η πολιτική δεν είναι μόνο σκακιέρα. Είναι και σάρκα. Μόνο που εγώ έχω μάθει - και προσπαθώ - να κυβερνώ σαν να παίζω σκάκι. Με πιόνια. Με κινήσεις. Με κόστος - όφελος. Αλλά κάτω από το παράθυρο, δεν βλέπω πιόνια. Βλέπω ανθρώπους. Κι αυτό χαλάει τη λογική μου. Γιατί αν είναι άνθρωποι, τότε δεν είναι «κινήσεις». Είναι ζωή. Κι αν είναι ζωή, τότε η δική μου ψυχρή μηχανική φαίνεται κυνική. Δεν πρέπει να φανεί κυνική.
Αρα, θα κάνω το τέταρτο βήμα. Ενοχοποίηση του άλλου με ευγένεια. Θα πω ότι «καταλαβαίνω», αλλά και «δεν υπάρχουν εύκολες λύσεις». Θα πω ότι «έχουν γίνει βήματα», αλλά «η χώρα πέρασε πολλά». Θα πω ότι «ο δρόμος είναι ο διάλογος». Και θα ζητήσω «συναίνεση», «ενότητα». Η «ενότητα» είναι επίσης ωραία λέξη. Τη λες όταν θέλεις σιωπή. Τη λες, όταν δεν θέλεις να αλλάξεις. Τη λες όταν θες να σταματήσουν να φωνάζουν.
Και μετά, θα ρίξω λίγο φως στο μέλλον: «Σε λίγες μέρες θα παρουσιάσουμε ολοκληρωμένο σχέδιο». Το «σε λίγες μέρες» είναι μαγικό το πώς λειτουργεί πάντα. Μπορεί να είναι τρεις, μπορεί να είναι χίλιες δεκατρείς. Μέχρι τότε, ελπίζω πως θα έχει κουραστεί η οργή. Η οργή κουράζεται. Εγώ ποντάρω πάντα στην κούραση. Η κοινωνία κουράζεται πιο γρήγορα από την εξουσία. Η εξουσία έχει μηχανισμούς. Η κοινωνία έχει μόνο ανθρώπους. Κι οι άνθρωποι δουλεύουν, μεγαλώνουν παιδιά, χρεώνονται, τρέχουν να προλάβουν, πληρώνουν λογαριασμούς. Η οργή τους δεν έχει χρόνο. Εγώ έχω χρόνο. Εχω γραφείο. Εχω επιτελείο. Εχω κανάλια. Εχω λογογράφους.
Γυρίζω από το παράθυρο. Κάθομαι. «Ωραία. Θα τους δώσω κάτι». Οχι λύση. Κάτι. Ενα πακέτο. Ενα μέτρο - ασπιρίνη. Ενα ψευτοεπίδομα που θα ανακοινωθεί με στόμφο. Κάτι βρε παιδί μου, να ηρεμήσουν. Μια «πλατφόρμα» που θα ανοίξει. Ενα «τηλέφωνο καταγγελιών». Ενα «σχέδιο δράσης». Μια επιτροπή. Κάτι που να κάνει τον κόσμο να πει: «Εντάξει, κάτι γίνεται».
Και στο μεταξύ, η ουσία να μείνει ίδια. Γιατί αυτό είναι το ζήτημα, η ουσία είναι δεσμεύσεις. Συμφέροντα. Δίκτυα. Ισορροπίες. Κι εγώ υπάρχω για να κρατάω την ουσία ακίνητη, ενώ όλα γύρω πρέπει να φαίνονται ότι κινούνται. Αυτό είναι η πραγματική δουλειά της εξουσίας, να ρυθμίζει τα πάντα, ώστε να μην αλλάζει τίποτα προς όφελος των πολλών. Σηκώνω το τηλέφωνο. «Ετοιμάστε δήλωση. Να περιέχει τις λέξεις δημοκρατία, σταθερότητα, ευθύνη, ενότητα. Να πονάει λίγο, αλλά να μην αιμορραγεί. Και να δείχνει ότι ακούμε». Κλείνω.
Ξαναπλησιάζω στο παράθυρο. Το πλήθος είναι ακόμα εκεί. Ακόμα φωνάζουν. Τώρα ακόμα πιο πολύ. Η οργή τελικά δεν διαλύεται εύκολα. Δεν είναι like. Δεν είναι trend. Δεν είναι hashtag. Είναι άνθρωποι. Σκέψου να με έβλεπαν ξαφνικά ανάμεσά τους... Καλά, αυτό δεν πρόκειται να συμβεί ποτέ, αλλά να, λέω αν συνέβαινε... Το πιο τρομακτικό δεν θα ήταν να με λιντσάρουν, όχι, αυτοί δεν θα έκαναν κάτι τέτοιο. Θα έκαναν κάτι χειρότερο, θα με ρωτούσαν. Οχι, όχι, αυτό δεν το θέλω με τίποτα, δεν θα το επιτρέψω, αυτό είναι εφιάλτης. Οχι, αυτό ούτε να το σκέφτομαι, χωρίς οτοκιού ή σημειώσεις δεν πάω πουθενά. Ούτε διακοπές. Δεν είμαστε και για άλλες λαχτάρες. Ειδικά τελευταία, που παρά τη «θετική ατζέντα», τα κάνουμε μούσκεμα, παντού... Τι πάθανε όλοι στο κόμμα και στην κυβέρνηση, και πέφτουμε από γκάφα σε γκάφα; Πώς καταφέρανε οι άχρηστοι - με τόσο καλή δουλειά που γίνεται στην επικοινωνία - να βγουν στη φόρα τόσα σκάνδαλα; Μέχρι να χρεωθώ και μαφιόζους...
Συνεχίζεται στο βιβλίο...
Ο Νάσος Χαλκίδης μιλά στον «Ριζοσπάστη» για την έκθεση «Παρακμιακοί Παράδεισοι» που φιλοξενείται στην Πινακοθήκη του δήμου Αθηναίων
RIZOSPASTIS |
Πρόκειται για μια έκθεση που αξίζει κανείς να επισκεφθεί. Μεγάλα έργα, πολύχρωμα που κατακτούν με τη μία τις αισθήσεις του θεατή. Σύγχρονα θέματα της πραγματικότητας είναι παρόντα. Οπως παρών είναι και ο άνθρωπος, οι συμπεριφορές του.
Οι συσχετίσεις με τη σημερινή πραγματικότητα είναι υπαρκτές, όχι όμως πάντα εύκολα αντιληπτές. Ο Νάσος Χαλκίδης κατορθώνει μέσα από το έργο του να ενεργοποιήσει τη σκέψη και τη φαντασία του κοινού. Να παραδώσει μια τέχνη που μας καλεί να σκεφτούμε ή όπως γράφει η ιστορικός Τέχνης Μυρτώ Πετάση στο σημείωμά της: «"Οι Παρακμιακοί Παράδεισοι" δεν αναπαριστούν τα κοινωνικά προβλήματα που διατρέχουν τη θεματολογία τους. Επεξεργάζονται εκφράσεις τους, φανερώνουν πτυχώσεις τους, δεικνύουν αιτίες τους. Γι' αυτό και πετυχαίνουν να μην αφορμώνται μόνο από την πραγματικότητα αλλά, κιόλας, να εφορμούν σ' αυτήν».
Εμείς είχαμε τη χαρά να συναντήσουμε τον δημιουργό στην Πινακοθήκη, να μας ξεναγήσει και να συζητήσουμε γύρω από την έκθεση, τον τρόπο που δημιουργεί και άλλα πολλά.
RIZOSPASTIS |
«Πράγματι», όπως μας λέει ο ίδιος, «η έκθεση περιλαμβάνει έργα που αφορούν τη ζωή μου στην Αθήνα. Τα θέματα είναι παρμένα, κατά κάποιον τρόπο, από την επικαιρότητα... Αυτό που με απασχολεί είναι το τι συμβαίνει στην κοινωνία. Και η προσπάθεια να καταγράψω τις ανθρώπινες συμπεριφορές, τη στάση του ανθρώπου και τις μεταβολές. Οι προεκτάσεις τους μπορεί να είναι να φτάνουν πολύ βαθιά, σε πλευρές του ανθρώπινου προβληματισμού».
Του επισημαίνουμε ότι στα έργα του, πέρα από τις μεγάλες διαστάσεις που αιχμαλωτίζουν το μάτι του θεατή, μας κάνουν εντύπωση και τα τόσα φωτεινά χρώματα που χρησιμοποιεί. «Και το χρώμα η Αθήνα μού το έβγαλε», μας λέει γελώντας, σημειώνοντας ότι για πολλά χρόνια τα έργα του ήταν ασπρόμαυρα. «Η Αθήνα μού έδωσε με αποκαλυπτικότερο τρόπο τις αντιθέσεις. Οι αντιθέσεις φαίνονται πολύ περισσότερο. Και από τη θέση μου στο Επιμελητήριο (σ.σ. ο Νάσος Χαλκίδης είναι πρόεδρος του Επιμελητηρίου Εικαστικών Τεχνών Ελλάδας). Το χρώμα είναι το μέσο για να δείξω το πρόβλημα... Μπορείς να αναδείξεις και με το χρώμα πολύ "δύσκολα" θέματα με pop διάθεση. Το χρώμα είναι και αυτό ένα εργαλείο, όπως και όλα τα άλλα, για να κατασκευαστεί μια εικόνα».
RIZOSPASTIS |
Συζητώντας μαζί του για τα έργα του, στεκόμαστε στους συμβολισμούς που χρησιμοποιεί για να θίξει θέματα και συμπεριφορές. Τέτοια είναι το χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης στο έργο του «Το τέλος των πλασματικών ευδαιμονιών», τα μοτίβα που φανερώνουν το πέρασμα διαφόρων εποχών στο έργο «Deja Vu», το χαλί με το σχέδιο του δολαρίου στο έργο «Ασφάλεια Υγείας» και άλλα πολλά. «Πράγματι, όλα αυτά τα σύμβολα χρησιμοποιούνται για να προσδιορίσουν τον χώρο, στον οποίο συμβαίνουν. Και όταν λέω χώρο, εννοώ τον νοητό, τον ιδεολογικό, πολιτικό, κοινωνικό κ.λπ. Πολλές φορές χρησιμοποιούνται και για το συναισθηματικό κομμάτι. Αλλοτε χρησιμοποιείται και για να "συνομιλήσεις" με τον θεατή.
Αυτό που θέλω είναι το έργο να μην απευθύνεται μόνο στο μάτι, αλλά και στο μυαλό. Να δημιουργεί τον χώρο, για να σκεφτείς».
Πάνω σε αυτό ο Νάσος Χαλκίδης στέκεται στην ανάγκη επικοινωνίας του εικαστικού δημιουργού με το κοινό. «Μας ενδιαφέρει ο θεατής και η επικοινωνία, για να επιτελέσει τον κοινωνικό της ρόλο η δουλειά μας. Η ανάγκη για επικοινωνία μέσω του έργου μας είναι τεράστια και σε αυτό πάνω πατάνε και μας εκβιάζουν σαν δημιουργούς, μας κάνουν να το πληρώνουμε. Πληρώνουμε εκθεσιακούς χώρους για να μπορέσουμε να δείξουμε τη δουλειά μας. Δεν έχει να κάνει με κάποια ματαιοδοξία. Το κύριο είναι η επικοινωνία μέσα από το έργο μας, και αυτό στις σημερινές συνθήκες βρίσκει πολλά εμπόδια και πολλές κλειστές πόρτες».
Είναι πολλές οι στιγμές που όταν μιλάμε με τον Ν. Χαλκίδη η κουβέντα μας οδηγείται στον τόπο δημιουργίας των έργων, στο εργαστήριό του.
«Για να φτιαχτεί ένα έργο, είναι καταρχήν θέμα προετοιμασίας, δηλαδή συγκέντρωσης του υλικού. Εγώ προσωπικά διαβάζω, συλλέγω καθετί που μου κάνει εντύπωση, αναζητώ τον τρόπο με τον οποίο χειρίστηκαν το ίδιο θέμα ή άλλες πλευρές του δημιουργοί προηγούμενων χρόνων.
Κρατάω σημειώσεις στο τελάρο, για να θυμάμαι πού θέλω να φτάσω. Ξεκινάω από μια εικόνα που έχω στο κεφάλι μου και αυτή η εικόνα με "οδηγεί" στο τι να προσθέσω ή τι να αφαιρέσω στην προσπάθειά μου να κρατήσω, να αναδείξω την ουσία».
Η έκθεση έχει μεγάλη επισκεψιμότητα. Ανθρωποι όλων των ηλικιών περνούν τις πύλες της. Οπως μας λέει ο δημιουργός, «δεν είναι απαραίτητο να φύγουν όλοι με το ίδιο συναίσθημα... Το δικό μου ενδιαφέρον επικεντρώνεται να δει ο άλλος τον εαυτό του μέσα σε αυτό που κάνω. Είτε σε κοινωνικό - πολιτικό επίπεδο, είτε σε επίπεδο συμπεριφοράς».
Την έκθεση έχουν επισκεφθεί και σχολεία. «Τα παιδιά είναι πιο αυθόρμητα. Και επίσης έχουν όνειρα. Οταν αντιληφθούν ότι αυτά τους τα όνειρα κόβονται, τότε υπάρχει ρήξη», μας λέει, ενώ παράλληλα αναφέρεται στις σκέψεις που κάνουν γύρω από το έργο «Καλώς ήρθατε στην αρένα».
Λίγο πριν τον αποχαιρετήσουμε, του επισημαίνουμε πόσο συγκλονιστικά είναι τα «πορτρέτα από το πολεμικό μέτωπο της καθημερινότητας», όλα καμωμένα από κόκκινο μελάνι.
«Αυτά είναι πορτρέτα από εικόνες που με έχουν στοιχειώσει. Ενα μεγάλο κομμάτι στο ζήτημα του πολέμου είναι η καταγραφή της βίας. Αυτή η προβολή του πολέμου στα έργα δεν είναι σε μια κατεύθυνση, έτσι πιστεύω εγώ τουλάχιστον, που βοηθά τον θεατή. Ο πολλαπλασιασμός της προβολής της βίας οδηγεί σε περισσότερο αποδοχή και συνήθεια, αλλά και αδρανοποίηση. Εγώ επιλέγω να δείξω τον τρόπο που στέκονται, τον τρόπο που μας κοιτάνε...».