Το αφήγημα είναι γνωστό: «Πράσινη ανάπτυξη», «τεχνητή νοημοσύνη», «ψηφιακός μετασχηματισμός», «χιλιάδες θέσεις εργασίας». Πίσω όμως από τις εντυπωσιακές ανακοινώσεις προκύπτουν κρίσιμα ερωτήματα. Τι ακριβώς είναι τα data centers; Ποιος θα ωφεληθεί πραγματικά από αυτές τις επενδύσεις; Θα δώσουν ουσιαστική διέξοδο στους εργαζόμενους και τον λαό της Δυτικής Μακεδονίας ή δημιουργούν ένα νέο πεδίο κερδοφορίας για ενεργειακούς και τεχνολογικούς ομίλους;
Τα data centers είναι τεράστιες βιομηχανικές εγκαταστάσεις, που στεγάζουν χιλιάδες servers και υπολογιστικά συστήματα. Εκεί αποθηκεύονται, επεξεργάζονται και διακινούνται δεδομένα κρατών, τραπεζών, επιχειρήσεων, εφαρμογών cloud, κοινωνικών δικτύων και συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης. Κάθε φορά που κάποιος χρησιμοποιεί μια τραπεζική εφαρμογή, μια πλατφόρμα streaming ή μια υπηρεσία AI, πίσω από τη λειτουργία της βρίσκονται τέτοια κέντρα δεδομένων.
Η αλματώδης ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης έχει εκτοξεύσει τη ζήτηση για τέτοιες εγκαταστάσεις. Οι μεγάλοι τεχνολογικοί όμιλοι αναζητούν περιοχές με φτηνή ηλεκτρική ενέργεια, ισχυρά δίκτυα μεταφοράς και μεγάλες διαθέσιμες εκτάσεις. Σε αυτό το πλαίσιο, η ΔΕΗ ΑΕ επιχειρεί να μετατρέψει τις πρώην λιγνιτικές περιοχές της Κοζάνης σε βάση ανάπτυξης τέτοιων υποδομών.
Το σχέδιο προβλέπει αρχικά data center ισχύος 300 MW έως το 2028, με δυνατότητα επέκτασης ακόμη και στα 2 GW. Για να γίνει αντιληπτό το μέγεθος, πρόκειται για ενεργειακή κατανάλωση που μπορεί να συγκριθεί με τις ανάγκες ολόκληρων πόλεων. Η επιλογή της περιοχής μόνο τυχαία δεν είναι. Η Δυτική Μακεδονία διαθέτει έτοιμες ενεργειακές υποδομές, δίκτυα υψηλής τάσης, βιομηχανικές εγκαταστάσεις και εκτάσεις που χρυσοπλήρωσε ο λαός τις προηγούμενες δεκαετίες.
Η κυβέρνηση και η ΔΕΗ ΑΕ παρουσιάζουν τα data centers ως απάντηση στην ανεργία και στην ερημοποίηση που άφησε πίσω της η απολιγνιτοποίηση. Γίνεται λόγος για χιλιάδες θέσεις εργασίας και «δίκαιη μετάβαση» της περιοχής σε ένα νέο παραγωγικό μοντέλο.
Η διεθνής εμπειρία όμως δείχνει μια πολύ διαφορετική πραγματικότητα.
Τα data centers δημιουργούν ορισμένες θέσεις εργασίας κυρίως στη φάση της κατασκευής. Οταν όμως τεθούν σε λειτουργία, οι ανάγκες προσωπικού μειώνονται δραστικά. Πρόκειται για εγκαταστάσεις υψηλής αυτοματοποίησης που λειτουργούν με μικρό αριθμό εξειδικευμένων εργαζομένων: Μηχανικούς πληροφορικής, τεχνικούς δικτύων, ειδικούς ψύξης και ηλεκτρολόγους συστημάτων.
Σε πολλές περιπτώσεις, data centers δεκάδων χιλιάδων τετραγωνικών μέτρων απασχολούν μόλις κάποιους δεκάδες εργαζόμενους σε μόνιμη βάση. Στην Ιρλανδία, που αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους κόμβους data centers στην Ευρώπη, η συζήτηση για τις ελάχιστες θέσεις εργασίας σε σχέση με την τεράστια κατανάλωση Ενέργειας έχει ανοίξει εδώ και χρόνια.
Αυτό σημαίνει ότι οι εργαζόμενοι που έχασαν τη δουλειά τους από το κλείσιμο των ορυχείων και των μονάδων της ΔΕΗ δύσκολα θα απορροφηθούν σε αυτές τις νέες «δραστηριότητες». Η εργασία στα data centers απαιτεί εξειδίκευση και μακροχρόνια επανακατάρτιση, ενώ ο αριθμός των μόνιμων θέσεων είναι περιορισμένος.
Οι φρούδες υποσχέσεις που συνόδευαν την «πράσινη μετάβαση» επανέρχονται τώρα με νέο περιτύλιγμα: Από τις ΑΠΕ και το υδρογόνο, στην τεχνητή νοημοσύνη και τα data centers. Ομως η πραγματικότητα για τον λαό της περιοχής παραμένει ίδια: Ανεργία, ενεργειακή φτώχεια και εγκατάλειψη.
Τα data centers παρουσιάζονται ως «πράσινες» και «καθαρές» επενδύσεις επειδή συνδέονται με ΑΠΕ και νέες τεχνολογίες. Στην πραγματικότητα, όμως, πρόκειται για εξαιρετικά ενεργοβόρες εγκαταστάσεις.
Τα κέντρα δεδομένων λειτουργούν 24 ώρες το 24ωρο και απαιτούν αδιάκοπη παροχή ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά και τεράστια συστήματα ψύξης ώστε να διατηρούνται σε ασφαλείς θερμοκρασίες οι χιλιάδες servers. Η ίδια η ΕΕ προειδοποιεί για τις πιέσεις που προκαλεί η ανεξέλεγκτη επέκταση των data centers στα ηλεκτρικά δίκτυα.
Στην Ιρλανδία, τα data centers καταναλώνουν πλέον πάνω από το 20% της συνολικής ηλεκτρικής ενέργειας της χώρας, ποσοστό που αυξάνεται συνεχώς.
Η τεράστια κατανάλωση Ενέργειας δεν αφορά μόνο τις ανάγκες λειτουργίας τους. Τα data centers χρειάζονται σταθερή και αδιάκοπη τροφοδοσία, γεγονός που απαιτεί παράλληλα μονάδες φυσικού αερίου, συστήματα αποθήκευσης και εφεδρείες. Αυτό σημαίνει νέα ενεργειακά έργα, νέες επιβαρύνσεις για τα δίκτυα και τελικά μετακύλιση του κόστους στον λαό.
Παράλληλα, αυξάνονται οι ανάγκες σε νερό για την ψύξη των εγκαταστάσεων, ενώ δημιουργούνται και μεγάλες ποσότητες ηλεκτρονικών αποβλήτων. Σε πολλές περιοχές των ΗΠΑ και της Ευρώπης, κάτοικοι καταγγέλλουν ότι τα data centers συμβάλλουν στην αύξηση της τιμής του ρεύματος, επιβαρύνουν τα δίκτυα και καταναλώνουν τεράστιους φυσικούς πόρους χωρίς αντίστοιχο όφελος για τις τοπικές κοινωνίες.
Η Δυτική Μακεδονία κινδυνεύει έτσι να μετατραπεί από περιοχή λιγνιτικής εκμετάλλευσης σε περιοχή ψηφιακής και ενεργειακής εκμετάλλευσης, με τον λαό να συνεχίζει να πληρώνει το κόστος.
Η κυβέρνηση παρουσιάζει τη δημιουργία data centers ως έργο «εθνικής σημασίας», συνδέοντάς το με την «ψηφιακή κυριαρχία» της χώρας και την ανάγκη η Ελλάδα να αποκτήσει κεντρικό ρόλο στη διαχείριση δεδομένων στα Βαλκάνια και στην Ανατολική Μεσόγειο.
Στην πραγματικότητα όμως, οι συγκεκριμένες υποδομές αποτελούν μέρος της επιχειρηματικής στρατηγικής της ΔΕΗ ΑΕ και των συνεργασιών της με διεθνείς τεχνολογικούς κολοσσούς, όπως hyperscalers, εταιρείες cloud computing και πλατφόρμες τεχνητής νοημοσύνης.
Οι πρώην λιγνιτικές εκτάσεις, τα δίκτυα και η ενεργειακή ισχύς της περιοχής μετατρέπονται σε νέα πεδία κερδοφορίας για επιχειρηματικούς ομίλους που αναζητούν φτηνή Ενέργεια, μεγάλες εκτάσεις και στρατηγική γεωγραφική θέση.
Η επιλογή της Δυτικής Μακεδονίας συνδέεται επίσης με τη συνολικότερη επιδίωξη της αστικής τάξης για «γεωστρατηγική αναβάθμιση» της χώρας ως ενεργειακού (Κάθετος Διάδρομος) και ψηφιακού διαμετακομιστικού κόμβου. Η περιοχή βρίσκεται στον άξονα μεγάλων ενεργειακών και τηλεπικοινωνιακών σχεδιασμών, διασυνδέσεων και αγωγών που εμπλέκουν ακόμα περισσότερο τον λαό στους επικίνδυνους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς εν μέσω πολέμων.
Το γεγονός ότι τέτοιες υποδομές θα βρίσκονται εντός της χώρας δεν σημαίνει ότι υπηρετούν τις λαϊκές ανάγκες. Οταν λειτουργούν με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια και με βάση την κερδοφορία των ομίλων, τότε τα δεδομένα, η Ενέργεια και οι υποδομές αντιμετωπίζονται ως εμπόρευμα και ως πεδίο ανταγωνισμού ανάμεσα σε επιχειρηματικά και γεωπολιτικά συμφέροντα.
Σε αρκετές χώρες της Ευρώπης και των ΗΠΑ αναπτύσσονται ήδη αντιδράσεις απέναντι στη μαζική εγκατάσταση data centers.
Στη Γερμανία και την Ιρλανδία, τοπικοί φορείς αμφισβητούν το κατά πόσο τέτοιες επενδύσεις ωφελούν πραγματικά τους κατοίκους, όταν καταναλώνουν τεράστιες ποσότητες Ενέργειας και νερού που συνοδεύονται με αντίστοιχες αυξήσεις στους λογαριασμούς νερού και ρεύματος, ενώ δημιουργούν ελάχιστες μόνιμες θέσεις εργασίας.
Στις ΗΠΑ, αυξάνονται οι κινητοποιήσεις κατοίκων για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις, την ηχορύπανση και την επιβάρυνση των δικτύων από τις νέες εγκαταστάσεις AI data centers.
Η διεθνής πείρα δείχνει ότι τα data centers είναι υποδομές στενά δεμένες με τις ανάγκες κερδοφορίας των πολυεθνικών της τεχνολογίας και της Ενέργειας.
Η εμπειρία της απολιγνιτοποίησης έδειξε τι κρύβεται πίσω από τα μεγάλα λόγια περί «δίκαιης μετάβασης» και «ανάπτυξης για όλους». Σήμερα, το ίδιο έργο επαναλαμβάνεται με διαφορετικό περιτύλιγμα.
Η πρόταση του ΚΚΕ βρίσκεται στον αντίποδα αυτής της πολιτικής. Με κριτήριο τις λαϊκές ανάγκες και όχι το κέρδος των ομίλων, η Ενέργεια, οι υποδομές και οι νέες τεχνολογίες μπορούν να αξιοποιηθούν προς όφελος του λαού, με σταθερή δουλειά, προστασία του περιβάλλοντος και κεντρικά σχεδιασμένη ανάπτυξη που δεν θα μετατρέπει ολόκληρες περιοχές σε πεδία επιχειρηματικής εκμετάλλευσης και γεωπολιτικών ανταγωνισμών, αλλά θα βάζει στο επίκεντρο τις ανάγκες του λαού.
Τα 2/3 των εισαγωγών φέτος θα είναι από τις ΗΠΑ | Ανησυχίες ότι η Ουάσιγκτον θα αξιοποιήσει την Ενέργεια ως «όπλο» κατά της ΕΕ
Η εξάρτηση της ΕΕ από το αμερικανικό LNG μπορεί να φτάσει στο 75% - 80% τα επόμενα χρόνια |
Η Ευρώπη έχει αυξήσει τις αγορές αμερικανικού φυσικού αερίου για να μειώσει την εξάρτησή της από τη ρωσική Ενέργεια από την εισβολή της Μόσχας στην Ουκρανία το 2022, και πέρυσι συμφώνησε να δαπανήσει 750 δισ. δολάρια για την Ενέργεια των ΗΠΑ, σε μια εμπορική συμφωνία μεταξύ της Κομισιόν και του Αμερικανού Προέδρου Ντ. Τραμπ.
Η εξάρτηση της Ευρώπης από το αμερικανικό φυσικό αέριο αναμένεται να εκτοξευτεί σε επίπεδα ρεκόρ φέτος, καθώς οι ΗΠΑ αναπληρώνουν ορισμένες προμήθειες που χάθηκαν από τη Μέση Ανατολή, σύμφωνα με το Ινστιτούτο Ενεργειακής Οικονομίας και Χρηματοοικονομικής Ανάλυσης (IEEFA).
Τα στοιχεία του ΙEEFA που δόθηκαν στη δημοσιότητα την Τετάρτη είναι αποκαλυπτικά για την αμερικανική ενεργειακή κυριαρχία στην Ευρώπη, που μέχρι πριν λίγα χρόνια φάνταζε σχεδόν αδιανόητη. Οι ΗΠΑ βρίσκονται ήδη σε καλό δρόμο για να γίνουν ο μεγαλύτερος προμηθευτής φυσικού αερίου της Ευρώπης φέτος, με βάση τις συνολικές εισαγωγές LNG και αγωγών.
Στα χρόνια που μεσολάβησαν από την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022, και καθώς η γεωπολιτική σύγκρουση για τον συσχετισμό δυνάμεων και τις αγορές στην Ανατολή Ευρώπη κλιμακώνεται, η ΕΕ επιδίωξε να διαφοροποιήσει τις πηγές φυσικού αερίου για να αποφύγει τη «μεγάλη εξάρτηση από έναν μόνο προμηθευτή», να στερήσει από τη Ρωσία ένα όπλο πίεσης στις διαπραγματεύσεις και να την αποδυναμώσει γεωπολιτικά και οικονομικά.
«Οι παραδόσεις αμερικανικού LNG μέσω θαλάσσης αποδείχθηκαν κρίσιμο υποκατάστατο για τις ροές μέσω αγωγών από τη Ρωσία, όμως Ευρωπαίοι αξιωματούχοι έχουν προειδοποιήσει για τον κίνδυνο η Ευρώπη να αντικαταστήσει μια "υπερ-εξάρτηση" με μια άλλη», σχολιάζει το «Bloomberg».
Πόσο μάλλον που οι αντιθέσεις μεταξύ ΗΠΑ - ΕΕ εκδηλώνονται σε ολοένα και περισσότερα μέτωπα: Από τον «εμπορικό πόλεμο» και την Ουκρανία, μέχρι τη Γροιλανδία και τη Μέση Ανατολή.
Τον Γενάρη ο Ευρωπαίος επίτροπος Ενέργειας, Νταν Γιόργκενσεν, είχε επισημάνει ότι η κρίση σχετικά με τις απειλές του Τραμπ κατά της Γροιλανδίας αποτέλεσε «αφύπνιση» για την «ενεργειακή ασφάλεια» της ΕΕ.
Εκτοτε μεσολάβησαν η ιμπεριαλιστική σύγκρουση στη Μέση Ανατολή και τα αντικρουόμενα συμφέροντα ΗΠΑ - Ευρωπαίων του ΝΑΤΟ για τον πόλεμο στο Ιράν και για τα Στενά του Ορμούζ. Η Ουάσιγκτον ανακοίνωσε ότι θα αποσύρει τουλάχιστον 5.000 Αμερικανούς στρατιώτες από τη Γερμανία, και εξετάζει να μετακινήσει στρατεύματα από Ιταλία και Ισπανία. Παράλληλα ο Τραμπ απείλησε με δασμούς 25% σε όλα τα ευρωπαϊκά οχήματα.
Στην «Εθνική Στρατηγική Ασφάλειας των ΗΠΑ» το 2025, άλλωστε, ορίζονται ρητά «οι εξαγωγές Ενέργειας ως ένας τρόπος προβολής ισχύος» - και αυτό ακριβώς είναι στον καπιταλιστικό κόσμο, μαζί με τα κέρδη που φέρνουν σε μεγάλα ενεργειακά μονοπώλια.
Επιπλέον, η αυξημένη έκθεση στην ευμετάβλητη παγκόσμια αγορά LNG αφήνει την ΕΕ «ευάλωτη σε κατακόρυφη αύξηση των τιμών σε περιόδους γεωπολιτικής αναταραχής, όπως κατά τη διάρκεια του τρέχοντος πολέμου στο Ιράν».
«Το LNG έχει γίνει η αχίλλειος πτέρνα της στρατηγικής ενεργειακής ασφάλειας της Ευρώπης, αφήνοντας την ήπειρο εκτεθειμένη στις υψηλές τιμές αερίου και σε νέες μορφές διακοπής του εφοδιασμού», σημειώνει η Ana Maria Jaller - Makarewicz, επικεφαλής αναλύτρια για την Ευρώπη στο IEEFA.
Τις πρώτες 10 μέρες της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή η ΕΕ - από τις οικονομίες στον κόσμο που εξαρτώνται περισσότερο από τα ορυκτά καύσιμα - κατέβαλε επιπλέον 2,5 δισ. ευρώ για εισαγωγές ορυκτών καυσίμων.
Μεταξύ 2022 και 2025 οι χώρες της ΕΕ δαπάνησαν περίπου 281 δισ. ευρώ για εισαγωγές LNG, εκ των οποίων 131,5 δισ. ευρώ κατευθύνθηκαν σε αμερικανικό LNG, 37,8 δισ. ευρώ σε ρωσικό και 36,2 δισ. ευρώ σε καταριανό. Η έκθεση σημειώνει ότι κατά μέσο όρο το αμερικανικό LNG είναι το ακριβότερο για τους Ευρωπαίους αγοραστές, παράγοντας που αυξάνει το ενεργειακό κόστος για τις βιομηχανίες, μειώνοντας την ανταγωνιστικότητα σε σχέση με ΗΠΑ και Κίνα.
Την υψηλότερη τιμή μεταξύ των κρατών - μελών της ΕΕ για τις εισαγωγές αμερικανικού LNG πληρώνει η Ελλάδα, σύμφωνα το European LNG Tracker του IEEFA.
Σύμφωνα με την έκθεση, η Ελλάδα προμηθεύτηκε το 73% των εισαγωγών LNG από τις ΗΠΑ το πρώτο τρίμηνο του 2026, ποσοστό που τη φέρνει ανάμεσα στις 6 ευρωπαϊκές χώρες με εξάρτηση άνω του 70% από το αμερικανικό LNG. Την ίδια στιγμή, η χώρα πλήρωσε μέση τιμή 38,7 ευρώ ανά μεγαβατώρα για το αμερικανικό LNG το 2025, δηλαδή 12% υψηλότερα από τον μέσο όρο της ΕΕ.
Η Ρωσία συνεχίζει να στέλνει LNG στην Ευρώπη, παρέχοντας μάλιστα όγκους ρεκόρ το πρώτο τρίμηνο, αν και η πλήρης απαγόρευση της ΕΕ για το ρωσικό καύσιμο πρόκειται να τεθεί σε ισχύ στις αρχές του επόμενου έτους.
Η ΕΕ απαγόρευσε τις βραχυπρόθεσμες συμβάσεις ρωσικού LNG τον Απρίλη, με την πλήρη απαγόρευση εισαγωγών ρωσικού LNG να έχει προγραμματιστεί για τον Γενάρη του 2027 και την απαγόρευση ρωσικού αερίου μέσω αγωγών για τον Σεπτέμβρη του 2027.
Ωστόσο οι εισαγωγές ρωσικού LNG στην ΕΕ αυξήθηκαν κατά 16% το διάστημα Γενάρης - Μάρτης του 2026, σε σύγκριση με την ίδια περίοδο το 2025, και συνέχισαν να αυξάνονται και τον Απρίλη.
Μια άλλη έρευνα, αυτή της γερμανικής ΜΚΟ «Urgewald», βασίστηκε σε στοιχεία της «Kpler», εταιρείας ανάλυσης δεδομένων για τη ναυτιλία, για να καταγράψει 91 φορτία που έφτασαν στην Ευρώπη από τον ρωσικό τερματικό σταθμό Γιαμάλ μεταξύ Γενάρη και Απρίλη: Οι ευρωπαϊκές εισαγωγές ρωσικού LNG παρουσίασαν αύξηση κατά 17,2% σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο το 2025, από 5,71 εκατ. τόνους σε 6,69 εκατ. τόνους.
Αυτή η ελαφρά αύξηση των εισαγωγών ρωσικού LNG από το Γιαμάλ στις αρχές του 2026 θεωρείται μάλλον συγκυριακή, και θα μπορούσε να εξηγηθεί από μια αύξηση της ζήτησης φυσικού αερίου στην Ευρώπη το 2025.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν επιβεβαίωσε την πιθανή σχέση με τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή που ξεκίνησε στα τέλη Φλεβάρη και τον αποκλεισμό των στρατηγικών Στενών του Ορμούζ, μέσω των οποίων διέρχεται περίπου το 20% του παγκόσμιου εμπορίου LNG.
Η Επιτροπή υπογραμμίζει αντιθέτως την ισχυρή μείωση της εξάρτησής της από το ρωσικό φυσικό αέριο (αγωγό και LNG) με την πάροδο του χρόνου: Αντιπροσώπευε το 45% του συνόλου των εισαγωγών της ΕΕ το 2021 και μόνο το 12% το 2025.
Η Ρωσία παραμένει ο δεύτερος μεγαλύτερος προμηθευτής LNG της Ευρώπης, με μερίδιο 13%, ενώ πέντε χώρες συνέχισαν να εισάγουν ρωσικό LNG: Γαλλία, Ισπανία, Βέλγιο, Ολλανδία και Πορτογαλία. Στις αρχές του 2026 η Ρωσία αντιπροσώπευε το 17% των ευρωπαϊκών εισαγωγών, μπροστά από τη Νιγηρία (6%) και το Κατάρ (6%).