Eurokinissi |
Αυτά τα αμύθητα κέρδη που χρόνο με τον χρόνο αυξάνονται προέρχονται από την τσέπη του λαού. Αλλωστε, το γεγονός ότι τα φορολογικά έσοδα του κράτους το 2025 έφτασαν τα 72 δισ. ευρώ, ενώ το «ματωμένο» πρωτογενές πλεόνασμα έκλεισε στα 8 δισ., μαρτυράει πάνω στις πλάτες ποιων έχει στηθεί το πάρτι κερδών των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων.
Παραθέτουμε ενδεικτικά ορισμένα στοιχεία που έχουν δημοσιοποιηθεί μέχρι τώρα για τις τράπεζες:
- Η Τράπεζα Πειραιώς σύμφωνα με τα δικά της στοιχεία αναμένει καθαρά κέρδη 1,07 δισ. ευρώ για το 2025.
- Η Eurobank αναμένει καθαρά κέρδη 1,4 δισ. ευρώ για το 2025.
- Η Alpha Bank, 904 εκατ. ευρώ
- Η Εθνική Τράπεζα, 1,239 δισ. ευρώ
Eurokinissi |
Τα τεράστια αυτά κέρδη, που προέρχονται κατά κύριο λόγο από τα επιτοκιακά έσοδα (8,1 δισ. ευρώ), τις προμήθειες (2,3 δισ. ευρώ) και τα χρηματοοικονομικά έσοδα (350 εκατ. ευρώ), κατά το μεγαλύτερο μέρος τους θα κατευθυνθούν στις τσέπες των μεγαλομετόχων. Τα προς διανομή μερίσματα αναμένεται να ξεπεράσουν τα 2,5 δισ. ευρώ, με τις τράπεζες να δεσμεύονται για διανομή από 50% έως και πάνω από 60% των κερδών τους. Η αύξηση των μερισμάτων είναι κατακόρυφη: Από 873 εκατ. ευρώ το 2023 και 1,9 δισ. ευρώ το 2024, φτάνουν πλέον τα 2,5 δισ. ευρώ - αύξηση 50% μέσα σε έναν χρόνο.
Με τα κέρδη να αγγίζουν τα 5 δισ. ευρώ, οι ελληνικές συστημικές τράπεζες ετοιμάζουν τα νέα επιχειρησιακά τους σχέδια για την τριετία 2026 - 2028, με στόχο την περαιτέρω αύξηση της κερδοφορίας και ακόμα υψηλότερες διανομές μερισμάτων, σχέδια που περνάνε μέσα από την παραπέρα επίθεση στο λαϊκό εισόδημα, το πογκρόμ στις λαϊκές κατοικίες και τη δημιουργία μιας νέας γενιάς καταχρεωμένων, με βάση και τα κυβερνητικά σχέδια για τη στέγη, όπως και τη ληστεία των αποταμιεύσεων που σχεδιάζει η ΕΕ για να ριχτούν στην πολεμική οικονομία.
Συγκεκριμένα:
- Η χρηματιστηριακή αγορά σημείωσε την πέμπτη συνεχόμενη θετική χρονιά αποδόσεων. Στη διάρκεια των τελευταίων πέντε κερδοφόρων ετών ο βασικός χρηματιστηριακός δείκτης καταγράφει αύξηση 162,14% (από χρονιά σε χρονιά: +44,30% το 2025, +13,65% το 2024, +39,08% το 2023, +4,08% το 2022 και +10,43% το 2021).
- Το μέγεθος της ανόδου του Γενικού Δείκτη Τιμών κατά 44,30% το 2025 είναι το δεύτερο μεγαλύτερο από το 1998 (+102,2%, το 2019 είχε κερδίσει 49,47%).
- Ρεκόρ 17 και πλέον ετών καταγράφεται και στη διανομή μερισμάτων, που κινείται στα επίπεδα των 5 δισ. ευρώ, κοντά στο ιστορικό υψηλό των 5,4 δισ. ευρώ του 2007.
Ενδεικτικά όμως και για το «γιατί» της ανόδου, των επενδύσεων και των κεφαλαίων που πέφτουν είναι και τα στοιχεία για το ποιοι είναι οι «μεγάλοι κερδισμένοι» επιχειρηματικοί όμιλοι.
Κι αν για τις τράπεζες κάναμε παραπάνω μία αναλυτική αναφορά, ας δούμε και μερικά ακόμα παραδείγματα.
- Η ΔΕΗ που μόνο το 1ο εννιάμηνο του 2025 κατέγραψε κέρδη 1,7 δισ. ευρώ, εμφάνισε αύξηση κερδών στο χρηματιστήριο κατά 47,49%. Την ίδια στιγμή, κλείνει μονάδες πετώντας στον δρόμο χιλιάδες εργαζόμενους τα προηγούμενα χρόνια, αφήνει χωριά χωρίς τηλεθέρμανση, πουλώντας - όπως και οι υπόλοιποι ενεργειακοί όμιλοι - το ρεύμα πανάκριβα στον λαό. Οπως κάνουν και οι υπόλοιποι ενεργειακοί όμιλοι (π.χ. «Motor Oil» +52,13%, ΕΛΠΕ +10,58%), που πέρα απ' όλα τα άλλα κόβουν και κομμάτι από την «πίτα» των ευρωατλαντικών ενεργειακών σχεδιασμών που προωθούνται στην περιοχή, με ανυπολόγιστους κινδύνους.
- Κατασκευαστικοί και άλλοι όμιλοι είχαν τεράστια κέρδη (AKTOR: +101,03%, ΤΙΤΑΝ: +30,60%, ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ: +37,55%). Από πού βγήκαν; Από τα «εγγυημένα» από το κράτος (δηλαδή από τον λαό), από τις συνεχείς αυξήσεις των διοδίων στους αυτοκινητόδρομους που διαχειρίζονται, με μια σειρά «εμβληματικά» για την καπιταλιστική ανάπτυξη έργα, την ίδια ώρα που τα έργα για τις λαϊκές ανάγκες μπαίνουν «τελευταία στη λίστα».
Για το 2025 ήδη κάποια πρώτα στοιχεία δείχνουν εκτόξευση κερδών. Χτες, η εταιρεία «Σκλαβενίτης» ανακοίνωσε τζίρο ύψους 6 δισ. ευρώ. Συνολικά ο τζίρος του οργανωμένου λιανεμπορίου τροφίμων παρουσίασε αύξηση 7,1%, με τις συνολικές πωλήσεις να φτάνουν τα 16,2 δισ. ευρώ. Τα φρέσκα και χύμα προϊόντα (κρέας, ψάρια, φρούτα, λαχανικά κ.λπ.) σημείωσαν τη μεγαλύτερη ποσοστιαία άνοδο, με 10,1% σε αξία, ενώ ακολούθησαν οι κατηγορίες Bazaar, που περιλαμβάνουν μη τρόφιμα, όπως ρούχα, παιχνίδια και ηλεκτρικές συσκευές, καταγράφοντας αύξηση 9,6%.
Οι κατηγορίες που είδαν τους τζίρους τους να αυξάνονται με τους μεγαλύτερους ρυθμούς ήταν τα Γαλακτοκομικά Προϊόντα (+9,5%), ενώ ακολούθησαν τα Προϊόντα Φροντίδας για τα Κατοικίδια (+8,7%) και τα Μη Αλκοολούχα Ροφήματα (+8,0%), στα οποία περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων το κακάο και ο καφές.
Και αυτά όταν ο εφιάλτης της ακρίβειας δεν έχει τέλος για τα λαϊκά νοικοκυριά, καθώς οι τιμές των κρεάτων, που είναι το κύριο προϊόν που έχουν ανάγκη τα νοικοκυριά, αυξήθηκαν κατά 13,1%, τα φρούτα και τα λαχανικά, που οι αγρότες τα πουλάνε κοψοχρονιά στους μεγαλεμπόρους, αυξήθηκαν κατά 10,6%, τα ψάρια και τα γαλακτοκομικά κατά 4% - 4,5%, τα προϊόντα σοκολάτας και ο καφές κατά 20% και το πακέτο διακοπών κατά 7,2%.
Αποκαλυπτικές συζητήσεις στο ετήσιο συνέδριο του Αμερικανικού Ινστιτούτου Πετρελαίου
Η εκδήλωση, που συγκέντρωσε κάτω από την ίδια στέγη τους επικεφαλής των ενεργειακών κολοσσών, αναλυτές, λομπίστες, στελέχη του Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας και εκπροσώπους του «Συμβουλίου Ενεργειακής Κυριαρχίας» της κυβέρνησης Τραμπ, πραγματοποιήθηκε με τον τίτλο «Η δεκαετία της ζήτησης».
Στις ομιλίες ξεδιπλώθηκε το μανιφέστο της στρατηγικής «Ενεργειακής Κυριαρχίας» των ΗΠΑ με στόχους τη μαζική επέκταση των εξορύξεων πετρελαίου και φυσικού αερίου και τη χρήση της Ενέργειας ως κρίσιμου γεωπολιτικού όπλου των ΗΠΑ και των συμμάχων τους στον ανταγωνισμό με τους αντιπάλους τους, την Κίνα, τη Ρωσία και το Ιράν.
Ο πρόεδρος και CEO του API, Μάικ Σάμερς, στην κεντρική του ομιλία έθεσε αμέσως τον τόνο, παρουσιάζοντας τις ΗΠΑ ως «ενεργειακή υπερδύναμη» που παράγει 13 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου ημερησίως, «περισσότερο από κάθε άλλη χώρα στον κόσμο». Πανηγύρισε μάλιστα τα δέκα χρόνια λειτουργίας του πρώτου τερματικού σταθμού LNG στον Κόλπο του Μεξικού, σημειώνοντας ότι η Αμερική εξήγαγε «πάνω από 8.000 φορτία LNG, συνεισφέροντας σχεδόν μισό τρισεκατομμύριο δολάρια στην αμερικανική οικονομία».
Από τις εργασίες του συνεδρίου |
Πρώτη προτεραιότητα είναι οι υποδομές. Τις χαρακτήρισε «σημείο καμπής της δεκαετίας ζήτησης» και «κορυφαία ενεργειακή προτεραιότητα του 2026». Ο ίδιος ανέφερε παραδείγματα αγωγών και άλλων υποδομών στις ΗΠΑ που αντιμετώπισαν προβλήματα στην κατασκευή τους από το υπάρχον πλέγμα αδειοδοτήσεων στις ΗΠΑ, ζητώντας παράλληλα την εξάλειψη των εναπομεινασών περιβαλλοντικών δικλίδων ασφαλείας. Στη συνέχεια, επόμενη προτεραιότητα έθεσε την «προσβασιμότητα», ζητώντας την οριστικοποίηση του πενταετούς προγράμματος υπεράκτιων μισθώσεων και τον τερματισμό «πολιτειακών δράσεων που μπλοκάρουν την ανάπτυξη». Πανηγύρισε ότι το 2025 «καταργήθηκαν οι εντολές για ηλεκτρικά οχήματα, η αδειοδότηση LNG ξαναξεκίνησε, η μίσθωση γης για πετρέλαιο και φυσικό αέριο αποκαταστάθηκε».
Ενώ σε μια προσπάθεια υπεράσπισης της ιμπεριαλιστικής επέμβασης των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα, που οδήγησε στη «σύλληψη» του Προέδρου της, Νικολάς Μαδούρο, η Βενεζουέλα χρησιμοποιήθηκε για να τεκμηριωθεί η θέση ότι «η ενεργειακή ισχύς δεν είναι τυχαίο επίτευγμα, είναι επιλογή».
Στο ίδιο πνεύμα, ότι δηλαδή προϋπόθεση για την «ενεργειακή κυριαρχία» είναι και η κυριαρχία επί των ενεργειακών πόρων και η απώλεια αυτών από τα αντίπαλα ιμπεριαλιστικά κέντρα, ο Μπομπ ΜακΝάλι, πρώην σύμβουλος Ενέργειας στον Λευκό Οίκο επί Τζορτζ Μπους και αναλυτής, τάχθηκε κυνικά υπέρ μιας ιμπεριαλιστικής επέμβασης στο Ιράν. Την ίδια ώρα που οι ΗΠΑ συγκεντρώνουν τεράστιες στρατιωτικές δυνάμεις στη Μέση Ανατολή και αυξάνουν τις απειλές και την επιθετικότητα απέναντι στο Ιράν, ο ΜακΝάλι μίλησε ανοιχτά για ανάγκη «αλλαγής καθεστώτος».
Ο ΜακΝάλι δήλωσε ότι «λίγες προβλέψιμες αλλαγές καθεστώτος θα κάνουν περισσότερα με μια κίνηση για την ανθρωπότητα, το παγκόσμιο ΑΕΠ, τη βιομηχανία πετρελαίου, τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη γεωπολιτική σταθερότητα, από αλλαγή στο καθεστώς» του Ιράν. Ο πρώην σύμβουλος Ενέργειας προχώρησε ακόμα παραπέρα, ζητώντας από τους συμμετέχοντες να «φανταστούν» μια Αμερική που «ανοίγει ξανά πρεσβεία στην Τεχεράνη» και αμερικανικές εταιρείες που «επιστρέφουν εκεί», παίρνοντας «πολύ περισσότερο πετρέλαιο, πολύ πιο γρήγορα από ό,τι στη Βενεζουέλα». Η σύγκριση με τη Βενεζουέλα δεν είναι τυχαία: Αποτελεί ξεκάθαρη ομολογία ότι η «απελευθέρωση» χωρών από τους ιμπεριαλιστές σημαίνει πρωτίστως απελευθέρωση των ενεργειακών τους αποθεμάτων για τα αμερικανικά μονοπώλια.
Χαρακτηριστικά, ο ΜακΝάλι σκιαγράφησε τα πλεονεκτήματα μιας τέτοιας ανατροπής για τους Ευρωατλαντικούς: Μια αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν θα ήταν «φρικτή ημέρα για τη Μόσχα, υπέροχη ημέρα για τους Ιρανούς, τις ΗΠΑ και τη βιομηχανία πετρελαίου», είπε.
Αξίζει να σημειωθεί ότι για τη Βενεζουέλα, ο ΜακΝάλι μίλησε για «τρεις κουβάδες» πετρελαίου: Τα 300 εκατομμύρια βαρέλια αποθεμάτων πετρελαίου, τα «λίγες εκατοντάδες χιλιάδες βαρέλια τη μέρα» που μπορούν να αντληθούν βραχυπρόθεσμα, και τελικά το μεγάλο «βραβείο», δηλαδή την «επιστροφή από κάτω από ένα εκατομμύριο βαρέλια σε τρία - τέσσερα εκατομμύρια, που θα μετρηθεί σε πολλά χρόνια και πολλές δεκαετίες».
Η Ρωσία δεν απουσίαζε από τη γεωπολιτική εξίσωση, με τον ΜακΝάλι να σημειώνει ότι «ο Τραμπ είναι πρόθυμος να αναλάβει ρίσκο - επιτέθηκε στο Ιράν τον Ιούνιο, επέβαλε κυρώσεις σε ρωσικές πετρελαϊκές εταιρείες τον Οκτώβρη και συνέλαβε τον Μαδούρο».
Μάλιστα ο ΜακΝάλι, μιλώντας για τον ΟΠΕΚ, δήλωσε ότι «το μόνο πράγμα χειρότερο από τον ΟΠΕΚ που διαχειρίζεται την προσφορά είναι ο ΟΠΕΚ που δεν το κάνει». Υπενθύμισε πως κατά το δεύτερο τρίμηνο του 2020 η τιμή «βυθίστηκε από τα 60 δολάρια στα αρνητικά 37», αναγκάζοντας τον Τραμπ να «καλέσει τα κράτη του ΟΠΕΚ+ και να τους ζητήσει να μειώσουν την παραγωγή».
Αν το Ιράν αποτέλεσε τον πρώτο «άμεσο» στόχο, η Κίνα ήταν ο κεντρικός «αντίπαλος» σε οικονομικό και τεχνολογικό επίπεδο. Η «απειλή» της Κίνας χρησιμοποιήθηκε συστηματικά από τους ομιλητές ως επιχείρημα υπέρ της στήριξης των συμφερόντων της πετρελαϊκής βιομηχανίας των ΗΠΑ, για να μπορέσουν να υπερασπιστούν την πρωτοκαθεδρία τους σε μια σειρά πεδία.
Ο Τόμπι Ράις, CEO της EQT, του μεγαλύτερου παραγωγού φυσικού αερίου στις ΗΠΑ, μετέτρεψε ρητά τον ανταγωνισμό ΗΠΑ - Κίνας σε επιχείρημα υπέρ της στήριξης της πετρελαιοβιομηχανίας των ΗΠΑ. Μίλησε για την ανάγκη πρόσθεσης 100 γιγαβάτ νέας ηλεκτροπαραγωγής, «ένα ηλεκτρικό σύστημα ικανό να τροφοδοτήσει 20 πόλεις σαν τη Νέα Υόρκη», τονίζοντας παράλληλα ότι «η Κίνα πρόσθεσε 60 γιγαβάτ αξιόπιστης ηλεκτροπαραγωγής μόνο στους τελευταίους 12 μήνες» ενώ οι ΗΠΑ μόλις 6 γιγαβάτ.
Ακόμα πιο αιχμηρός ήταν ο αναλυτής Αρτζέν Μέρτι της Veritin, ο οποίος πρόσθεσε ότι «η αγορά ηλεκτρικής ενέργειας της Κίνας σε τεραβατώρες είναι πάνω από το διπλάσιο της Αμερικής» και ότι «σε 10 χρόνια η Κίνα αύξησε την παραγωγή της όσο ολόκληρη η παραγωγή της Αμερικής, δηλαδή 4.600 τεραβατώρες. Αυτό πρέπει να τρομάξει τους πάντες».
Η σύνδεση AI - Ενέργειας - γεωπολιτικής αποτέλεσε κεντρικό νήμα. Η εκρηκτική ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας από τα data centers της Τεχνητής Νοημοσύνης παρουσιάστηκε ως η νέα «κούρσα εξοπλισμών» με την Κίνα.
Αυτή η «κούρσα εξοπλισμών» με την Κίνα αξιοποιήθηκε για να αναδειχθούν και οι αντιθέσεις στο εσωτερικό του ευρωατλαντικού άξονα. Ο πρόεδρος του API Μάικ Σάμερς χαρακτήρισε το ρυθμιστικό πλαίσιο της ΕΕ και συγκεκριμένα την πρόσφατη Οδηγία Εταιρικής Βιωσιμότητας (CSDDD) της ΕΕ ως προσπάθεια «Ευρωπαίων γραφειοκρατών να φτάσουν πέρα από τα σύνορά τους και να υπαγορεύσουν κανόνες στους Αμερικανούς παραγωγούς, διαταράσσοντας τις παγκόσμιες ενεργειακές προμήθειες». Αφετέρου εντός ΗΠΑ μίλησε ενάντια στις δικαστικές αγωγές πολιτειών κατά ενεργειακών εταιρειών, τις οποίες χαρακτήρισε «τιμωρητικές» και «ακραίες», κατηγορώντας τις ότι «θα αυξήσουν το κόστος και θα αποθαρρύνουν τις επενδύσεις».
Τα όσα ειπώθηκαν στο συνέδριο του API δεν αφορούν μόνο τη μακρινή Ουάσιγκτον. Η Ελλάδα βρίσκεται στο επίκεντρο αυτής ακριβώς της στρατηγικής «ενεργειακής κυριαρχίας». Στο πρόσφατο 6ο Διατλαντικό Συνέδριο Ενεργειακής Συνεργασίας (P-TEC) στην Αθήνα, ο υπουργός Ενέργειας των ΗΠΑ Κρις Ράιτ ήταν εξίσου ξεκάθαρος: «Η Ελλάδα ήταν το τέλος ενός πλοκαμιού του ρωσικού ενεργειακού δικτύου. Σήμερα είναι η πύλη εισόδου στην Ευρώπη από το αμερικανικό LNG». Ο Ράιτ, ο ίδιος που στο συνέδριο του API συνέδεσε την Ενέργεια με την «κούρσα εξοπλισμών» με την Κίνα, δήλωσε στην Αθήνα: «Κάθε μόριο που η Ρωσία δεν πουλά στην Ευρώπη μένει στο έδαφος. Κάθε μόριο που δεν έρχεται στην Ευρώπη δεν πηγαίνει σε ρωσικές τσέπες και στη ρωσική πολεμική μηχανή».
Ο Κάθετος Διάδρομος φυσικού αερίου, το FSRU της Αλεξανδρούπολης, οι γεωτρήσεις στις ελληνικές θάλασσες με αμερικανικά μονοπώλια και άλλες ενεργειακές υποδομές δεν αποτελούν «αναπτυξιακές ευκαιρίες» για τον λαό, αλλά κρίκους μιας αλυσίδας που δένει τη χώρα ακόμα πιο σφιχτά στους αμερικανοΝΑΤΟικούς ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς. Αλλωστε, η Αμερικανίδα πρέσβειρα στην Αθήνα Κίμπερλι Γκιλφόιλ είχε δηλώσει ανοιχτά πρόσφατα: «Κάθε μέρα που ξυπνάω, θα βρω τρόπο να προωθήσω τα αμερικανικά συμφέροντα, και αυτό σημαίνει να αντιτεθώ πολύ επιθετικά στα κινεζικά συμφέροντα».
Τα μηνύματα του συνεδρίου των «Πετρελαιάδων» είναι κρυστάλλινα. Η Ενέργεια δεν είναι ζήτημα «ανάπτυξης» ή «ευημερίας» - είναι γεωπολιτικό όπλο. Και όταν ο πρόεδρος του ισχυρότερου πετρελαϊκού λόμπι του πλανήτη δηλώνει πως «η κυρίαρχη τάση πήγε αποφασιστικά προς την αφθονία, την προσιτότητα και την ανάπτυξη», αυτό που εννοεί είναι αφθονία κερδών για τα μονοπώλια, προσιτότητα των κοιτασμάτων του πλανήτη για τους επιχειρηματικούς ομίλους και ανάπτυξη εις βάρος των λαϊκών αναγκών, που δεν χωρούν σε αυτή την εξίσωση.
Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αποτελεί εξάλλου η εξής παραδοχή. Ο ίδιος ο Τόμπι Ράις αποκάλυψε ότι «οι ενεργειακοί λογαριασμοί των Αμερικανών αυξήθηκαν σχεδόν 40% από το 2020» - παρά τα ρεκόρ παραγωγής. «Πώς μπορεί να έχεις μια κατάσταση όπου οι Αμερικανοί παραγωγοί παράγουν ρεκόρ ποσότητες Ενέργειας, αλλά οι λογαριασμοί εξακολουθούν να ανεβαίνουν;», αναρωτήθηκε. Η εξήγηση που έδωσε, ότι «φταίνε οι υποδομές», αποφεύγει τον πραγματικό λόγο: Η Ενέργεια λειτουργεί ως εμπόρευμα στην «απελευθερωμένη» αγορά και όπλο στους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς.
Εμπόριο, πρώτες ύλες, αλυσίδες εφοδιασμού και τεχνολογία στο «μενού» της επίσκεψης του καγκελάριου
Xinhua |
Από τη συνάντηση του Φρ. Μερτς με τον Κινέζο Πρόεδρο |
Προηγήθηκε η επίσκεψη του καγκελάριου στην Ινδία, σηματοδοτώντας τις προτεραιότητες που θέτουν το Βερολίνο και η ΕΕ ως προς τη «διαφοροποίηση» των εμπορικών και επενδυτικών σχέσεων, ενώ θα ακολουθήσει στις αρχές Μάρτη ταξίδι στις ΗΠΑ για συνομιλίες με τον Πρόεδρο, Ντ. Τραμπ.
Το διπλό ταξίδι του Μερτς υπογραμμίζει την πολυπλοκότητα της θέσης της Γερμανίας: Να διατηρήσει ανοιχτές τις κινεζικές αγορές για το γερμανικό κεφάλαιο και την ανταγωνιστικότητα, χωρίς να επιδεινώσει περαιτέρω τις σχέσεις με την Ουάσιγκτον.
Με φόντο το «ρήγμα» στις ευρωατλαντικές σχέσεις και τα εντεινόμενα αντικρουόμενα συμφέροντα μεταξύ ΗΠΑ και ΕΕ, η Γερμανία και άλλα ευρωπαϊκά κράτη σε αυτή τη φάση ρίχνουν τους τόνους στην κριτική τους προς την Κίνα και παζαρεύουν συμφωνίες στο εμπόριο και τις επενδύσεις.
Να σημειωθεί ότι το τελευταίο διάστημα επισκέφτηκαν το Πεκίνο πολλοί «δυτικοί» ηγέτες, όπως ο πρωθυπουργός του Καναδά, Μ. Κάρνεϊ, ο Βρετανός πρωθυπουργός, Κιρ Στάρμερ, ο Γάλλος Πρόεδρος, Εμ. Μακρόν, ενώ θα ακολουθήσει επίσκεψη του Ντ. Τραμπ.
Αναγνωρίζοντας τις «διαφορές» μεταξύ των δυο καπιταλιστικών κρατών - που βρίσκονται σε αντίπαλα στρατόπεδα στον ιμπεριαλιστικό ανταγωνισμό - ο καγκελάριος ζήτησε συνεργασία «όπου είναι δυνατόν», με δεδομένη τη σημαντική παρουσία γερμανικών ομίλων στην Κίνα, την εξάρτηση της Γερμανίας από τις κινεζικές σπάνιες γαίες, τις εκτεταμένες εμπορικές σχέσεις κ.ά.
Οπως κάθε καγκελάριος της Γερμανίας, έτσι και ο Μερτς, μετέβη στο Πεκίνο συνοδευόμενος από 30μελή αντιπροσωπεία στελεχών της κυβέρνησης και μονοπωλιακών ομίλων, μεταξύ των οποίων οι επικεφαλής των Bayer, Volkswagen, Mercedes Benz, BMW, Siemens κ.ά.
Κατά τη διάρκεια της επίσκεψης, επιχειρηματικοί όμιλοι των δύο χωρών κατέληξαν σε περισσότερες από 10 συμφωνίες σε τομείς όπως αυτοκινητοβιομηχανία, μηχανολογία, Ενέργεια, εφοδιαστική και χρηματοοικονομικά.
Η Airbus SE φαίνεται ότι θα εξασφαλίσει μια σημαντική παραγγελία για έως και 120 επιβατικά αεροσκάφη από την Κίνα, όπως δήλωσε ο Μερτς μετά από δείπνο με τον Κινέζο Πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ.
«Είμαστε δύο από τα τρία μεγαλύτερα βιομηχανικά έθνη στον κόσμο. Αυτή είναι μια μεγάλη ευθύνη. Αλλά είναι επίσης μια μεγάλη ευκαιρία», τόνισε ο καγκελάριος, ενώ ο Σι αναφέρθηκε στις προσπάθειες προώθησης «της ολοκληρωμένης στρατηγικής συνεργασίας μεταξύ Κίνας και Γερμανίας σε νέα επίπεδα».
Οι γερμανο-κινεζικές οικονομικές και εμπορικές σχέσεις είναι εκτεταμένες και οι γερμανικοί όμιλοι έχουν επενδύσει στην Κίνα περισσότερο από άλλους ευρωπαϊκούς.
Ταυτόχρονα, η Γερμανία έχει τα τελευταία χρόνια εμπορικό έλλειμμα με την Κίνα, ενώ μέχρι και το 2021 είχε εμπορικό πλεόνασμα.
Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία της καγκελαρίας, το διμερές εμπόριο μεταξύ Γερμανίας και Κίνας έφτασε τα 253 δισ. ευρώ το 2025, σημειώνοντας αύξηση περίπου 2,7% σε σύγκριση με το 2024.
Η Κίνα - όπως ίσχυε από το 2016 έως το 2023 - ήταν για άλλη μια φορά ο σημαντικότερος εμπορικός εταίρος της Γερμανίας το 2025, ενώ οι ΗΠΑ κατατάσσονται δεύτερες.
Ο Μερτς επισήμανε το «έλλειμμα» της Γερμανίας στο εμπόριο με την Κίνα, που διογκώνεται με τα χρόνια. Το 2025 οι γερμανικές εισαγωγές από την Κίνα έφτασαν τα 171,2 δισ. ευρώ, ενώ οι γερμανικές εξαγωγές ανήλθαν σε 81,8 δισ.
«Εχω επισημάνει ότι έχουμε μια σημαντική εμπορική ανισορροπία εδώ και περίπου δύο χρόνια. Θέλουμε να μειώσουμε αυτές τις ανισορροπίες, οι οποίες έχουν προκύψει κυρίως από την πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα στην Κίνα», ανέφερε ο καγκελάριος.
Οπως τόνισε, το εμπορικό έλλειμμα της Γερμανίας με την Κίνα αυτή τη στιγμή ξεπερνά τα 80 δισ. ευρώ, έχει τετραπλασιαστεί τα τελευταία πέντε χρόνια και το Βερολίνο αναζητά τρόπους να το μειώσει.
Αλλά και το έλλειμμα της ΕΕ συνολικά με την Κίνα μεγαλώνει. Το 2024 οι εξαγωγές της ΕΕ στην Κίνα ήταν περίπου 213 δισ. ευρώ, ενώ οι εισαγωγές από την Κίνα έφταναν τα 519 δισ., ένα έλλειμμα 300 δισ. στο εμπορικό ισοζύγιο ΕΕ - Κίνας.
Η Κίνα κατηγορείται από την ΕΕ για αθέμιτο ανταγωνισμό, ενώ βασικοί κλάδοι της γερμανικής οικονομίας, όπως η αυτοκινητοβιομηχανία και τα χημικά, πιέζονται από τον κινεζικό ανταγωνισμό, ειδικά στην ηλεκτροκίνηση, όπου το Πεκίνο έχει δημιουργήσει σημαντικό πλεονέκτημα.
Η γερμανική κυβέρνηση στα λόγια επιμένει στη «μείωση του ρίσκου» σε ό,τι αφορά στη μεγάλη έκθεση της γερμανικής οικονομίας στην Κίνα, που είναι επίσημη πολιτική της ΕΕ και την είχε υιοθετήσει η προηγούμενη κυβέρνηση, όμως για πολλές εταιρείες η Κίνα παραμένει μια βασική αγορά ανάπτυξης.
Την ίδια ώρα το Πεκίνο παίζει συστηματικά και το χαρτί των κρίσιμων, «σπάνιων γαιών», απειλώντας με μείωση ή διακοπή των εξαγωγών, από τις οποίες εξαρτώνται πολλές ευρωπαϊκές επιχειρήσεις.
Με 5.200 γερμανικές επιχειρήσεις, η Κίνα είναι μία από τις σημαντικότερες αγορές για το γερμανικό κεφάλαιο, κυρίως στους κλάδους της αυτοκινητοβιομηχανίας, της μηχανολογίας και της ηλεκτρολογίας.
Σύμφωνα με το Ινστιτούτο Γερμανικής Οικονομίας (IW) στην Κολονία, οι άμεσες επενδύσεις γερμανικών εταιρειών στην Κίνα την προηγούμενη χρονιά ήταν πάνω από 7 δισ. ευρώ - ρεκόρ τετραετίας και περίπου 55% περισσότερο από ό,τι τα δυο προηγούμενα χρόνια.
Η ημερήσια διάταξη των επαφών του Μερτς δεν επικεντρώνεται όμως μόνο στο εμπόριο, αλλά και στις αλυσίδες εφοδιασμού, τις βασικές τεχνολογίες και την πρόσβαση σε πρώτες ύλες.
«Είμαστε στενά συνδεδεμένοι. Αυτό παρουσιάζει τόσο ευκαιρίες, όσο και κινδύνους. Θέλουμε να αποφύγουμε αυτούς τους κινδύνους προς όφελος και των δύο πλευρών, π.χ. στις αλυσίδες εφοδιασμού, τις πρώτες ύλες και ορισμένες βασικές βιομηχανίες», είπε ο καγκελάριος, προσθέτοντας ότι γίνονται «βαθιές συζητήσεις» για άλλα θέματα, όπως η ενεργειακή μετάβαση.
Στη συνάντησή του με τον Κινέζο πρωθυπουργό Λι Τσιανγκ, ο Μερτς τόνισε πάντως την ανάγκη για βαθύτερη συνεργασία. «Εχουμε πολύ συγκεκριμένες ανησυχίες σχετικά με τη συνεργασία μας, την οποία θέλουμε να βελτιώσουμε και να κάνουμε πιο δίκαιη», δήλωσε ο Μερτς. Πρόσθεσε πάντως με έμφαση ότι είναι απαραίτητο να μειωθούν οι μονομερείς εξαρτήσεις από την Κίνα, αλλά όχι να διακοπούν οι επαφές.
Μάλιστα ο Κινέζος πρωθυπουργός κάλεσε Κίνα και Γερμανία, «δύο από τις μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου και σημαντικές χώρες με μεγάλη επιρροή», να συνεργαστούν για το «ελεύθερο εμπόριο» - μια μπηχτή στους αμερικανικούς δασμούς - αλλά και την «πολυμέρεια» και την «παγκόσμια διακυβέρνηση». Πρόκειται για μια νύξη για συνεννόηση ακόμη και σε θέματα εξωτερικής πολιτικής.
Ο ίδιος ο Μερτς φρόντισε να σημειώσει με έμφαση ότι «οι εξωτερικές, οικονομικές, εγχώριες και αμυντικές πολιτικές δεν μπορούν πλέον να διαχωριστούν».
«Η Κίνα έχει ανέλθει στις τάξεις των μεγάλων δυνάμεων. Αυτή η άνοδος έχει κερδηθεί με κόπο και έχει επιτευχθεί συστηματικά από την Κίνα, απαιτώντας στρατηγική υπομονή και μεγάλη διορατικότητα. Αυτό αλλάζει επίσης τη σχέση μας με την Κίνα. Η φωνή της Κίνας ακούγεται σε όλο τον κόσμο. Οι αποφάσεις της έχουν βαρύτητα», είπε ο Γερμανός καγκελάριος, προσθέτοντας ότι ζήτησε από το Πεκίνο να ασκήσει επιρροή για να τερματίσει τον «επιθετικό πόλεμο της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας».
Ο ίδιος χαιρέτισε «τη δέσμευση της Κίνας για ειρήνη στην περιοχή που άκουσα σήμερα. Ελπίζω ότι θα μπορέσουμε να συνεχίσουμε να συνεργαζόμαστε σε αυτή τη βάση».
Εξάλλου, ζήτησε «πρακτική βοήθεια» από την Κίνα, για να διασφαλιστεί, για παράδειγμα, ότι η Ρωσία δεν θα προμηθεύεται προϊόντα διπλής χρήσης που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει στην κατασκευή εξοπλισμών.
Οι δυο ηγέτες μίλησαν και για την κατάσταση στον Ινδο-Ειρηνικό. «Η Γερμανία και η ΕΕ έχουν συμφέροντα για την ασφάλεια και τη σταθερότητα, για παράδειγμα στο Στενό της Ταϊβάν και σε ολόκληρη την περιοχή του Ινδο-Ειρηνικού. Μια κλιμάκωση εκεί θα ήταν επίσης επικίνδυνη για εμάς. Θα είχε εκτεταμένες συνέπειες, που θα εκτείνονταν πολύ πέρα από την περιοχή, και θα επηρέαζε και την Ευρώπη», ανέφερε.
«Η πολιτική της Γερμανίας για Μια Ενιαία Κίνα παραμένει αμετάβλητη, αλλά οποιαδήποτε προσπάθεια για επανένωση ή ενοποίηση μεταξύ Κίνας και Ταϊβάν μπορεί να επιτευχθεί μόνο ειρηνικά και όχι με στρατιωτικά μέσα», είπε ο καγκελάριος, τονίζοντας παράλληλα ότι για τα μεγάλα γεωπολιτικά ζητήματα η Κίνα και η Γερμανία «έχουν πολλά να συζητήσουν».
Ο Μερτς τόνισε επίσης την ανάγκη για στενή συνεργασία με την Κίνα σε ευρωπαϊκό επίπεδο. «Μοιραζόμαστε την ευθύνη στον κόσμο και θα πρέπει να ανταποκριθούμε σε αυτήν την ευθύνη από κοινού». Για να επιτευχθεί αυτό, είναι απαραίτητα «ανοιχτά κανάλια επικοινωνίας», είπε ο Μερτς, ανακοινώνοντας μάλιστα επισκέψεις αρμόδιων υπουργών τους επόμενους μήνες.
Από την πρόσφατη υπογραφή της συμφωνίας ΤΡΑΟ - «Chevron» |
Ετσι:
Πρόσθεσε δε ότι «συνδυάζοντας τις τεχνικές δυνατότητες στην εξερεύνηση και γεώτρηση βαθέων υδάτων μαζί με τη διεθνή εμπειρία της "ExxonMobil", στοχεύουμε να ενισχύσουμε την επιχειρησιακή μας αποτελεσματικότητα και να ανοίξουμε τον δρόμο για νέες ανακαλύψεις. Σύμφωνα με τον στόχο μας για μια πλήρως ενεργειακά ανεξάρτητη Τουρκία, ενισχύουμε τις δυνατότητές μας μέσω διεθνών συνεργασιών και προχωράμε στο να γίνουμε ο ενεργειακός κόμβος της περιοχής μας».
Μάλιστα επισημάνθηκε ότι θα αξιολογηθούν από κοινού δυνατότητες ανάπτυξης έργων «με έμφαση στο Ιράκ, σε χώρες της περιοχής και στην Κεντρική Ασία».
Αρκούν τα παραπάνω για να επιβεβαιωθούν οι φιλοδοξίες της τουρκικής αστικής τάξης να αναβαθμίσει τον ρόλο της στην επαναχάραξη των ενεργειακών διαδρόμων, στο σταυροδρόμι Ευρώπης - Μέσης Ανατολής - Ασίας - Αφρικής, και μάλιστα επενδύοντας στη σχέση της με «δυτικά» μεγαθήρια, ειδικά αμερικανικά.
Οι ίδιες οι διατυπώσεις των συμφωνιών που αυξάνει η Τουρκία δείχνουν ότι ζητούμενο δεν είναι απλά η αξιοποίηση συγκεκριμένων κοιτασμάτων, αλλά το ευρύτερο κυνήγι για μεγαλύτερα κομμάτια από την ενεργειακή «πίτα», περιφερειακά - σε περιοχές των οποίων η αξία για την ενεργειακή τροφοδοσία μεγαλώνει μετά τον «αποκλεισμό» της Ρωσίας από την ευρωπαϊκή αγορά και όχι μόνο - αλλά και ευρύτερα διεθνώς.
Το εκτόπισμα των τουρκικών φιλοδοξιών, επενδυτικών και γεωπολιτικών, απλώνεται από τη Μαύρη Θάλασσα μέχρι τη Μεσόγειο αλλά και την Αραβική Θάλασσα.
Η TPAO διασφάλισε κι αυτή άδειες για εξερεύνηση υδρογονανθράκων σε λιβυκά «οικόπεδα». Οπως ανακοίνωσε η λιβυκή Εθνική Εταιρεία Πετρελαίου (NOC), οι άδειες αφορούσαν εκτάσεις στις χερσαίες λεκάνες της Σύρτης και του Μουρζούκ, αλλά και την υπεράκτια λεκάνη της Σύρτης.
Ακόμα πιο χαρακτηριστική είναι η συμφωνία που στις 16 Φλεβάρη «άνοιξε» τα πανιά του πλωτού γεωτρύπανου «Τσαγρί Μπέη», για μια διαδρομή διάρκειας περίπου 45 ημερών, μέχρι τα ανοιχτά της Σομαλίας.
Το ταξίδι του περιλαμβάνει τον περίπλου της Αφρικής μέσω Ατλαντικού και Ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδας, αφού το ύψος του καταρτιού του δεν επέτρεπε τη διέλευση από τη Διώρυγα του Σουέζ. Η έρευνα προβλέπεται να γίνει σε τρία σημεία, βάσει σεισμικών δεδομένων που είχε συλλέξει το ερευνητικό πλοίο «Ορούτς Ρέις».
Το «Τσαγρί Μπέη» είναι το πρώτο γεωτρύπανο που πραγματοποιεί γεωτρήσεις εκτός τουρκικών χωρικών υδάτων, με τεχνικά χαρακτηριστικά μάλιστα - γεωτρύπανο 7ης γενιάς - που του επιτρέπουν να δρα σε υπερ-βαθιά θάλασσα.
Μπορεί να πραγματοποιεί γεωτρήσεις σε βάθη έως 12.000 μέτρα, ακόμα και υπό συνθήκες υψηλής πίεσης, διαθέτοντας δυναμικό σύστημα θέσης που του επιτρέπει να λειτουργεί σε κύματα έως 6 μέτρα. Το πλοίο κατασκευάστηκε στη Νότια Κορέα ως «Cobalt Explorer» από την «Daewoo Shipbuilding & Marine Engineering», και το 2021 το αγόρασε η TPAO.
Η αποστολή ενός γεωτρύπανου στις ανατολικές ακτές της Αφρικής δεν είναι καθόλου τυχαία. Η πολύπλευρη συνεργασία που αναπτύσσει η Τουρκία με τη Σομαλία δείχνει ότι σε αυτήν το τουρκικό κεφάλαιο επενδύει αποφασιστικά για τη διείσδυσή του στην πολλά υποσχόμενη «μαύρη ήπειρο»: Στη Σομαλία η Τουρκία δεν έχει απλά στρατιωτική βάση, αλλά πλέον λειτουργεί και στρατιωτική ακαδημία, ενώ προχωρούν μέχρι και σχέδια κατασκευής «διαστημικού κέντρου» και πεδίου δοκιμής πυραύλων...
Σε ένα τέτοιο φόντο, εξάλλου, το Ισραήλ προχώρησε σε αναγνώριση της αποσχισθείσας από τη Σομαλία περιοχής της Σομαλιλάνδης, μπαίνοντας «σφήνα» στα σχέδια της Αγκυρας και αποκτώντας πρόσβαση σε μια κρίσιμη περιοχή για τους ανταγωνισμούς.
Στα παραπάνω προστίθενται και νέες συμφωνίες για την «υποστήριξη αποστολών LNG στην Τουρκία», όπως αυτή που ενέκρινε στις 19 Φλεβάρη η Τράπεζα Εξαγωγών - Εισαγωγών των Ηνωμένων Πολιτειών (US Exim).
Με βάση τη συμφωνία, η εταιρεία εμπορίας Ενέργειας «Hartree Partners», με έδρα τη Νέα Υόρκη, θα εξάγει LNG αμερικανικής προέλευσης στην «BOTAS Petroleum Pipeline Corporation», κρατική τουρκική εταιρεία Ενέργειας.
Ο πρόεδρος της «US Exim», Τζον Γιοβάνοβιτς, δήλωσε πως πρόκειται για συμφωνία που αποδεικνύει ότι «η αμερικανική Ενέργεια μπορεί να τροφοδοτήσει τον κόσμο», ενώ σε δελτίο της η «US Exim» έσπευσε να τονίσει ότι οι ΗΠΑ είναι πλέον ο μεγαλύτερος εξαγωγέας LNG στον κόσμο.
Με όρους που ξεσκεπάζουν τα παραμύθια περί διασφάλισης των κυριαρχικών δικαιωμάτων...
Σημειωτέον, την τελευταία περίοδο καταγράφεται η εξίσου ορμητική (με αυτή της Τουρκίας) επέκταση επενδύσεων αμερικανικών ενεργειακών κολοσσών, όπως η «Chevron», στην ευρύτερη περιοχή μας.
Εκτός από τις συμφωνίες για έρευνες στα νότια της Κρήτης που έκλεισε με το ελληνικό Δημόσιο, η «Chevron» έχει διασφαλίσει άδειες και για έρευνες στη λιβυκή ΑΟΖ, στους πρώτους διαγωνισμούς που έγιναν από το 2007 στην αφρικανική χώρα της Μεσογείου.
Ακόμα, αρχές Φλεβάρη έγιναν γνωστές και οι συμφωνίες που έκλεισε η «Chevron» με το καθεστώς των τζιχαντιστών στη Συρία.
Αρχές της βδομάδας έγιναν γνωστές οι νέες συμφωνίες που υπέγραψε η «Chevron» στο Ιράκ, όπου «έβαλε χέρι» στο κοίτασμα «West Qurna 2». Θεωρείται ένα από τα μεγαλύτερα κοιτάσματα διεθνώς, με ημερήσια παραγωγή πετρελαίου 460.000 βαρέλια. Μέχρι πρόσφατα το διαχειριζόταν η ρωσική «Lukoil», η οποία αναγκάστηκε να αποχωρήσει μετά την ενίσχυση των κυρώσεων των ΗΠΑ κατά της Ρωσίας.
Θυμίζουμε ότι η δραστηριοποίηση της Chevron» στην περιοχή εδώ και χρόνια αφορά και την κυπριακή ΑΟΖ, όπου ο αμερικανικός όμιλος εκμεταλλεύεται το κοίτασμα «Αφροδίτη».
Αρχές Φλεβάρη ο διευθύνων σύμβουλος, Michael Wirth, ανέφερε ότι το κοίτασμα έχει εισέλθει στη φάση FEED (Στάδιο Προκαταρκτικού Τεχνικού Σχεδιασμού), εξέλιξη που σύμφωνα με επιχειρηματικά ΜΜΕ «σηματοδοτεί ένα ουσιαστικό βήμα προς την υλοποίηση ενός ανταγωνιστικού επενδυτικού έργου στην Κύπρο».
Σε δηλώσεις του για τα έργα της «Chevron» συνολικά στη Μεσόγειο, τα οποία αφορούν και το σημαντικό ισραηλινό κοίτασμα «Tamar», ο Writh υποστήριξε ότι θα ενισχύσουν περαιτέρω τη θέση της εταιρείας.
«Φως» στους όρους με τους οποίους ενισχύεται η θέση τέτοιων εταιρειών ρίχνει η σύμβαση της κοινοπραξίας της «Chevron» με το ελληνικό Δημόσιο, η οποία προβλέπει ρητά το ...ενδεχόμενο για «απώλεια περιοχών» στις οποίες «η Ελλάδα δεν θα διαθέτει πλέον δικαιώματα»!
Με δυο λόγια, επιβεβαιώνεται ότι τα κυριαρχικά δικαιώματα, στη βάση των οποίων υποτίθεται ότι υπογράφονται οι συμφωνίες (και έτσι τάχα «κατοχυρώνονται», όπως λέει η ελληνική κυβέρνηση), τίθενται υπό συζήτηση και γίνονται αντικείμενο διαπραγμάτευσης - ιμπεριαλιστικού παζαριού με άλλες χώρες της περιοχής, και με καθοριστικό τον ρόλο των ενεργειακών μονοπωλίων.
Την ίδια ώρα, οι μεγάλοι μονοπωλιακοί ενεργειακοί όμιλοι είναι «μονά - ζυγά» κερδισμένοι. Χαρακτηριστικό στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι το παράδειγμα της «Chevron», η οποία διασφαλίζει μέσα από τέτοιους όρους ότι «βάζει πόδι» στην περιοχή ανεξάρτητα από «εκκρεμότητες» και αποκτά προβάδισμα έναντι ανταγωνιστών της. Ταυτόχρονα, όπως ήδη αναφέρθηκε, έχει υπογράψει συμφωνίες με την τουρκική εταιρεία TPAO για «παγκόσμια συνεργασία» και στη Μεσόγειο, όπως και με τις δοτές αρχές της Λιβύης...