Αποκαλυπτική των επιδιώξεών τους είναι η νέα έκθεση που έδωσε στη δημοσιότητα ο κολοσσός της «Vodafone» με τίτλο «Η ψηφιακή ραχοκοκαλιά της Ευρώπης. Γιατί η ασφαλής συνδεσιμότητα αναδεικνύεται τώρα σε βασικό πυλώνα άμυνας», η οποία δεν αποτελεί απλώς μια «επιχειρησιακή ανάλυση», αλλά έρχεται να σφραγίσει με «βουλοκέρι» τη χρήση των τηλεπικοινωνιακών υποδομών για τα πολεμοκάπηλα σχέδια των ΕΕ και ΝΑΤΟ, με τα μονοπώλια του κλάδου να «στριμώχνονται» για να λάβουν το δικό τους κομμάτι στην πίτα του κέρδους.
Η συγκεκριμένη έκθεση που, όπως απροκάλυπτα αναφέρεται μέσα σε αυτήν, πατάει στις πρόσφατες «αξιολογήσεις της ανταγωνιστικότητας» και στα προαπαιτούμενα των εκθέσεων Ντράγκι, Λέτα και Νινίστο σχετικά με την «πολιτική και στρατιωτική ετοιμότητα», αποκαλύπτει με τον πλέον κυνικό τρόπο ότι και η περιβόητη «συνδεσιμότητα» - με τις ψηφιακές και τηλεπικοινωνιακές υποδομές - στην πραγματικότητα δεν έρχεται να εξυπηρετήσει τις λαϊκές ανάγκες στην επικοινωνία, αλλά αντιθέτως έρχεται να λειτουργήσει ως κρίσιμο γρανάζι της πολεμικής μηχανής, με φόντο τους οξυμένους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς.
Είναι μάλιστα παραπάνω κι από αποκαλυπτικό το γεγονός πως αναφέρεται ότι «η Ευρώπη καλείται να επιλέξει. Αν εξακολουθήσει να αντιμετωπίζει τη συνδεσιμότητα ως μια υπηρεσία κοινής ωφέλειας χαμηλού κόστους, διατρέχει τον κίνδυνο να εκθέσει τους πολίτες της, τους δημοκρατικούς θεσμούς και τους συμμάχους της σε ολοένα και σοβαρότερες απειλές», για να συνεχίσει λέγοντας πως αν «την αναγνωρίσει ως βασικό συστατικό στοιχείο της συλλογικής της ασφάλειας, θα μπορέσει να ενδυναμώσει σημαντικά μία από τις βασικές γραμμές άμυνάς της απέναντι στις σύγχρονες μορφές πολέμου».
Σε αυτό το μήκος κύματος, το μονοπώλιο της «Vodafone» ζητά μεταξύ άλλων την αναγνώριση της «ασφαλούς συνδεσιμότητας ως στρατηγικού πλεονεκτήματος για την ασφάλεια, με την ενσωμάτωση και στις εθνικές στρατηγικές ασφαλείας, στον σχεδιασμό της ΕΕ και του ΝΑΤΟ», «θεσμοθέτηση μηχανισμών συνεργασίας μεταξύ κυβερνήσεων, παρόχων και συμμάχων», «κάλυψη των επενδυτικών κενών σε ψηφιακές υποδομές ζωτικής σημασίας» και επενδύσεις στην «ψηφιακή συμπερίληψη και Παιδεία, ώστε οι πολίτες να είναι σε θέση να αναγνωρίσουν την παραπληροφόρηση και να διατηρούν την εμπιστοσύνη τους στους δημοκρατικούς θεσμούς, ενισχύοντας τη συνολική κοινωνική ανθεκτικότητα της Ενωσης». Επιβεβαιώνουν δηλαδή ότι πέρα από τις υποδομές το βασικό είναι ο ανθρώπινος παράγοντας, τον οποίο επιδιώκουν να στοιχίσουν στα σχέδιά τους.
Η σύνδεση της συνδεσιμότητας με την «άμυνα» ανοίγει άλλωστε επικίνδυνους δρόμους και για την καταστολή εις βάρος των φωνών που αντιδρούν στα βαθιά επικίνδυνα και αντιλαϊκά σχέδια των ιμπεριαλιστών, με την έκθεση να κάνει λόγο για «κοινωνική ανθεκτικότητα» και αντιμετώπιση της «παραπληροφόρησης», ζητώντας ουσιαστικά τον απόλυτο έλεγχο της πληροφορίας υπό το πρόσχημα των «υβριδικών απειλών». Είναι γνωστό τοις πάσι άλλωστε πως όταν η ψηφιακή υποδομή βαφτίζεται «αμυντικό όπλο», κάθε αντίδραση μπορεί εύκολα να χαρακτηριστεί «απειλή για την εθνική ασφάλεια».
Φέρνοντας μάλιστα ως παράδειγμα το ιμπεριαλιστικό σφαγείο της Ουκρανίας, η έκθεση σπεύδει να εξάρει τα «διδάγματα» από τους παρόχους της χώρας, που από την «καλή τους την καρδιά» εργάστηκαν αδιάκοπα για να διατηρήσουν τη συνέχεια της λειτουργίας της συνδεσιμότητας, καταφέρνοντας εν τέλει να διατηρήσουν την ικανότητα συντονισμού των πολεμικών σχεδιασμών...
Η ίδια έκθεση μάλιστα, που ανάγει τη συνδεσιμότητα σε «πόρο στρατηγικής σημασίας», ζητά ενοποίηση πολιτικών και στρατιωτικών υποδομών, δηλαδή τα δίκτυα που χρησιμοποιεί ο λαός στην καθημερινότητά του να διασυνδεθούν άμεσα με τα «συστήματα ελέγχου» των Ενόπλων Δυνάμεων, σε μια κατεύθυνση πλήρως ευθυγραμμισμένη με το δόγμα της «πολεμικής ετοιμότητας» που προωθεί η Κομισιόν.
Ακόμη, η «Vodafone» προτείνει τη στενότερη συνεργασία των παρόχων με το ΝΑΤΟ για την «προστασία των υποβρυχίων καλωδίων και των δορυφορικών συστημάτων», αποδεικνύοντας πως οι εταιρείες τηλεπικοινωνιών υιοθετούν με «χαρά» τον ρόλο «προκεχωρημένων φυλακίων» της ιμπεριαλιστικής συμμαχίας, ενώ επικαλείται και τη «Λευκή Βίβλο για την Αμυνα» της ΕΕ, σύμφωνα με την οποία «τεχνολογίες όπως η τεχνητή νοημοσύνη, το υπολογιστικό νέφος (cloud computing) και η ασφαλής συνδεσιμότητα μετασχηματίζουν τον τρόπο διεξαγωγής των πολεμικών επιχειρήσεων, ενεργοποιώντας την ανάπτυξη αυτόνομων συστημάτων, όπως drones, ρομποτικά μέσα και χερσαία οχήματα»...
Φυσικά, πίσω από τις βαρύγδουπες αναφορές στην «ασφάλεια» και την «ανθεκτικότητα» κρύβεται η απαίτηση για νέους πακτωλούς ζεστού χρήματος με τη μορφή επιδοτήσεων, που θα έχουν να λαμβάνουν τα μεγαθήρια του κλάδου. Εξάλλου, η έκθεση παραπονιέται για «υποεπένδυση» στον κλάδο και καλεί τα κράτη - μέλη να καλύψουν το «κενό επενδύσεων» μέσω του επερχόμενου Digital Networks Act της ΕΕ. Πρόκειται για τη γνωστή πεπατημένη: Ο λαός πληρώνει μέσω της φοροαφαίμαξης για υποδομές που προορίζονται για στρατιωτική χρήση, ενώ τα κέρδη από την εκμετάλλευσή τους καταλήγουν στα ταμεία των μετόχων που καταγράφουν ρεκόρ κερδοφορίας, με την «Vodafone» εδώ να ζητά «στοχευμένα κίνητρα» εκεί που η αγορά «αποτυγχάνει», δηλαδή κρατική χρηματοδότηση και σύμπραξη δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, για δίκτυα που θα εξυπηρετούν τις ανάγκες των ευρωενωσιακών και ΝΑΤΟικών στρατευμάτων.
Τελικά, ο μονοπωλιακός όμιλος της «Vodafone», αφού καταθέτει τις «στρατηγικές συστάσεις» του προς την ηγεσία της ΕΕ, έρχεται να καταλήξει στο συμπέρασμα πως «η ασφαλής συνδεσιμότητα είναι το θεμέλιο πάνω στο οποίο στηρίζονται σήμερα η άμυνα, η ανθεκτικότητα και η ευημερία της Ευρώπης» και για αυτόν τον λόγο «η συνδεσιμότητα οφείλει να αποτελέσει δομικό στοιχείο του κεντρικού σχεδιασμού, υποστηριζόμενη από μηχανισμούς διασυνοριακού συντονισμού και ανθεκτικότητας σε περιόδους κρίσης», όπως βαφτίζουν οι ιμπεριαλιστές τον πόλεμό τους...
Τέτοιου τύπου τοποθετήσεις επιβεβαιώνουν ότι η πολεμική προετοιμασία «αγκαλιάζει» όλους τους τομείς της οικονομίας, με τις πολιτικές υποδομές και τα δίκτυα που θα καθοδηγούν τα drones και τις ΝΑΤΟικές και ευρωενωσιακές μεραρχίες να γίνονται και αυτές στόχος αντιποίνων ανά πάσα ώρα και στιγμή, με την πάλη για τηλεπικοινωνίες στην υπηρεσία του λαού να είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τον αγώνα ενάντια στην εμπλοκή στα σφαγεία του ιμπεριαλισμού.
Διέξοδος υπάρχει και βρίσκεται στην ανατροπή του σάπιου καπιταλιστικού συστήματος που σμπαραλιάζει κάθε κοινωνική ανάγκη και προσαρμόζει την τεχνολογική πρόοδο στα πολεμικά σχέδια για να πλουτίζουν μια χούφτα παράσιτα. Στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού - κομμουνισμού, εκεί που σε ένα άλλο σύστημα οργάνωσης της κοινωνίας και της οικονομίας, η τεχνολογία θα τεθεί στην υπηρεσία του λαού, για την κάλυψη των ολοένα και διευρυνόμενων αναγκών του.
2026 The Associated Press. All |
Από τη Σύνοδο για τα Κρίσιμα Ορυκτά την οποία διοργάνωσε η κυβέρνηση Τραμπ |
Τεχνητή Νοημοσύνη, ρομποτική και αυτοματοποίηση, ηλεκτροκίνηση, αεροναυπηγική, ιατρικά μηχανήματα, σύγχρονες πολεμικές βιομηχανίες για παραγωγή μαχητικών αεροσκαφών, drones, πυραύλων, στρατιωτικών συστημάτων ραντάρ κ.ο.κ. αποτελούν κρίσιμα πεδία για τη σφοδρή διεθνή αντιπαράθεση, οξύνοντας έτσι τον ανταγωνισμό και στον τομέα των κρίσιμων πρώτων υλών για όλα τα παραπάνω, όπως είναι οι σπάνιες γαίες και κρίσιμα μεταλλεύματα και ορυκτά.
Η πρόσβαση των μονοπωλίων μιας ευρείας γκάμας κλάδων σε αυτά τα κρίσιμα ορυκτά είναι ζήτημα «ζωής και θανάτου», με την Κίνα να διαθέτει αυτήν τη στιγμή σημαντικό προβάδισμα στον έλεγχό τους και στην επεξεργασία τους.
Σε αυτό το πλαίσιο, ΗΠΑ και ΕΕ επιχειρούν να καλύψουν αυτήν την απόσταση, την ώρα που οξύνονται και οι μεταξύ τους ανταγωνισμοί, με στόχο την εξασφάλιση επαρκών αποθεμάτων κρίσιμων ορυκτών αλλά και δυνατοτήτων για την αξιοποίησή τους.
Η κυβέρνηση Τραμπ επιχειρεί να πετύχει αυτόν τον στόχο το τελευταίο διάστημα με δύο τρόπους:
Αφενός μέσω του σχεδίου «Project Vault», που ανακοίνωσε στις 2 Φλεβάρη ο Αμερικανός Πρόεδρος Ντ. Τραμπ, για τη δημιουργία Αποθεματικού Στρατηγικών Ορυκτών, με τη συμμετοχή του αμερικανικού κράτους και ιδιωτικών μονοπωλίων.
Αφετέρου μέσω της πραγματοποίησης Συνόδου για τα Κρίσιμα Ορυκτά στις 4/2 στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ, με τη συμμετοχή 55 χωρών - «εταίρων» των ΗΠΑ (συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας), μετά την οποία ανακοινώθηκε μεταξύ άλλων η δημιουργία του φόρουμ FORGE (από τα αρχικά των λέξεων Forum On Resource Geostrategic Engagement - Φόρουμ Γεωστρατηγικής Συνεργασίας για τους Πόρους).
Η ανάγκη για νέες λυκοσυμμαχίες και σχήματα για τα κρίσιμα ορυκτά προκύπτει από την αντικειμενική δυσκολία των αμερικανικών, ευρωπαϊκών και κάποιων ασιατικών μονοπωλίων να αποκτήσουν επαρκή πρόσβαση σε κρίσιμα μεταλλεύματα και ορυκτά, όπως οι σπάνιες γαίες (γάλλιο, γερμάνιο, κοβάλτιο, λίθιο, νεοδυμήνιο και άλλα που χρησιμοποιούνται σε υπολογιστές, κινητή τηλεφωνία, ρομποτική, drones, ηλεκτροκίνηση κ.α.).
Αυτό συμβαίνει γιατί εδώ και αρκετά χρόνια η Κίνα έχει αναδειχθεί σε σχεδόν απόλυτο κυρίαρχο στον τομέα των σπάνιων γαιών: Το 2025 είχε το 70% της παγκόσμιας εξόρυξης σπάνιων γαιών.
Στον τομέα επεξεργασίας σπάνιων γαιών η Κίνα επίσης είναι κυρίαρχη, αφού ελέγχει το 90% της επεξεργασίας αυτών των ορυκτών παγκοσμίως.
Ακόμα μεγαλύτερη είναι η κυριαρχία της Κίνας σε πιο πολύτιμα σπάνια ορυκτά (terbium, dysprosium κ.λπ.), όπου ελέγχει το 95% με 99% της παγκόσμιας παραγωγής και επεξεργασίας.
Στο πλαίσιο της όξυνσης του ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού, η Κίνα αξιοποιεί αυτό το τεράστιο προβάδισμα για να ενισχύσει παραπέρα τη θέση της, αυξομειώνοντας την ποσότητα και την ποιότητα των εξαγωγών σπάνιων γαιών σε «δυτικά» και ασιατικά μονοπώλια - συχνά σε απάντηση διαφόρων «δυτικών» κυρώσεων κατά του Πεκίνου.
Π.χ. το 2010 η Κίνα απαγόρευσε την εξαγωγή σπάνιων γαιών στην Ιαπωνία, λόγω της τότε αντιπαράθεσης ανάμεσα σε μεγάλα αλιευτικά μονοπώλια των δύο χωρών.
Το 2023 επέβαλε διεθνή απαγόρευση στην εξαγωγή τεχνολογιών για την επεξεργασία σπάνιων γαιών, προκειμένου να περιορίσει τα περιθώρια ανταγωνισμού από άλλες χώρες.
Τον Απρίλη του 2025 επέβαλε ελέγχους στις εξαγωγές 7 «βαριών» σπάνιων γαιών και μαγνητών, απαιτώντας λεπτομερείς πληροφορίες για τον τελικό χρήστη και τον σκοπό χρήσης.
Τον Οκτώβρη της ίδιας χρονιάς επέκτεινε δραστικά τον έλεγχο σε όλη την γκάμα σπάνιων γαιών, αλλά και σε τεχνολογίες εξόρυξης, διαχωρισμού και παραγωγής μετάλλων και μαγνητών, χτυπώντας συναγερμό στην Ουάσιγκτον.
Η καμπάνα συναγερμού ήχησε ακόμα πιο δυνατά τον περασμένο Δεκέμβρη, όταν η Κίνα ανακοίνωσε ότι οι ξένες εταιρείες που εξάγουν προϊόντα με έστω 0,1% κινεζικές σπάνιες γαίες ή μαγνήτες θα πρέπει να εξασφαλίσουν την άδεια των κινεζικών αρχών για την εξαγωγή τους.
Η κυβέρνηση Τραμπ προσπαθεί να απαντήσει με μέτρα για την εξασφάλιση πρώτων υλών σε αμερικανικά μονοπώλια τεχνολογίας αιχμής.
Σε αυτά περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων η αγορά μετοχών ώστε να ελέγχει συγκεκριμένες εταιρείες σε στρατηγικούς τομείς εξόρυξης κρίσιμων ορυκτών, εταιρείες από τις οποίες εξαρτώνται μεταξύ άλλων πολεμικά μονοπώλια και οπλικά συστήματα του Πενταγώνου, η δημιουργία αποθεματικού αυτών των ορυκτών (όπως με το σχέδιο «Project Vault») ή η συγκρότηση διμερών και πολυμερών συνεργασιών με «εταίρους» των ΗΠΑ (όπως το φόρουμ FORGE).
Μεταξύ άλλων, τον Ιούλη του 2025 το υπουργείο Αμυνας (νυν υπουργείο Πολέμου) πήρε περίπου το 15% των μετοχών της εταιρείας «MP Materials» (που ελέγχεται από κερδοσκοπικά ταμεία όπως «BlackRock», «Vanguard», και ο μεγαλύτερος μέτοχος της οποίας είναι ο Τζέιμς Λιτίνσκι), συνολικής αξίας 400 εκατ. δολαρίων.
Η «MP Materials» από την Καλιφόρνια λειτουργεί το μεγαλύτερο ορυχείο και εργοστάσιο επεξεργασίας σπάνιων γαιών μεγάλης κλίμακας (Mountain Pass) σε όλη τη Βόρεια Αμερική.
Για χρόνια εξήγαγε τα προϊόντα της στην Κίνα. Μετά τη συμφωνία με το Πεντάγωνο, σταμάτησε όλες τις εξαγωγές - υπό την πίεση της κυβέρνησης Τραμπ - και δεσμεύτηκε να επεξεργάζεται τα προϊόντα της αποκλειστικά σε αμερικανικό έδαφος, με αντάλλαγμα την κρατική υποστήριξη και την αγορά των ορυκτών στη διπλάσια τιμή από αυτή που είχε κλείσει με την Κίνα (110 δολάρια το κιλό).
Τον περασμένο Γενάρη η κυβέρνηση Τραμπ ανακοίνωσε επενδύσεις ύψους 277 εκατ. δολαρίων και δάνεια ύψους 1,3 δισ. δολαρίων στην εταιρεία «USA Rare Earth», που είναι και η μεγαλύτερη από τις μόλις τέσσερις αμερικανικές εταιρείες εξόρυξης σπάνιων γαιών.
Η εταιρεία αυτή ελέγχεται εξολοκλήρου από μετόχους - θεσμικούς «επενδυτές», όπως τα κερδοσκοπικά ταμεία «BlackRock», «Vanguard», «Alyeska» κ.ά., και ιδιώτες επενδυτές, με ισχυρότερο τον Μορντεχάι Ζεβ Γκάτνικ, που έχει το 15% των μετοχών, ελέγχει μέρος της διοίκησης της εταιρείας και το κοίτασμα σπάνιων γαιών Round Top στο Τέξας.
Παράλληλα, οι ΗΠΑ δρομολογούν τη δημιουργία οργανισμού αποθεματικού για την αποθήκευση μεγάλων ποσοτήτων κρίσιμων ορυκτών.
Στις 2 Φλεβάρη ο Τραμπ ανακοίνωσε το σχέδιο «Project Vault», με στόχο τη δημιουργία κρατικού αποθεματικού σπάνιων γαιών, ανάλογο με το κρατικό απόθεμα στρατηγικών ποσοτήτων πετρελαίου.
Θα χρηματοδοτηθεί με 11,67 δισ. δολάρια, εκ των οποίων τα 10 δισ. θα τα δώσει με δάνειο η τράπεζα Export - Import Bank και τα άλλα 1,67 δισ. θα προέλθουν από ιδιώτες επενδυτές.
Στο σχέδιο ανακοινώθηκε ότι συμμετέχουν ή το υποστηρίζουν τα μονοπώλια «Google», «General Motors» και «Stellantis».
Αμερικανοί αξιωματούχοι εξήγησαν ότι στόχος του είναι ο περιορισμός του σκαμπανεβάσματος τιμών και η «σταθεροποίηση» της τιμής κρίσιμων ορυκτών για αμερικανικά μονοπώλια τεχνολογιών αιχμής.
Προς το παρόν, ωστόσο, δεν έχουν γίνει γνωστές μια σειρά πλευρές του σχεδίου «Project Vault», π.χ. ποιος, τι και σε ποιες ποσότητες θα αγοράζει και πού θα αποθηκεύει κρίσιμα ορυκτά και σπάνιες γαίες.
Εφημερίδες όπως «NY Times» και «Financial Times» ανέφεραν τα ονόματα τριών οίκων εμπορίας σπάνιων γαιών και Ενέργειας που θα μπορούσαν να παίξουν έναν τέτοιο ρόλο στο σχέδιο «Project Vault»: Του οίκου εμπορίας «Mercuria», με έδρα τη Γενεύη, του οίκου εμπορίας «Hartree Partners», με έδρα τη Νέα Υόρκη, και του οίκου εμπορίας «Traxys», με έδρα το Λουξεμβούργο.
Πληροφορίες μερίδας του αμερικανικού Τύπου αναφέρουν ότι θα δοθεί προτεραιότητα στην αγορά 20 σπάνιων γαιών, όπως το γάλλιο, το γερμάνιο και το λίθιο.
Λίγες μέρες μετά την ανακοίνωση του «Project Vault», το Στέιτ Ντιπάρτμεντ πραγματοποίησε Σύνοδο για τα Κρίσιμα Ορυκτά, επιχειρώντας να δημιουργήσει ένα διπλωματικό - εμπορικό «εργαλείο».
Στη Σύνοδο συμμετείχαν 55 χώρες από Αφρική, Ασία, Ωκεανία και Ευρώπη: Βρετανία, Γαλλία, Γερμανία, Αυστραλία, Ιαπωνία, Πακιστάν, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Σαουδική Αραβία, Ινδία, Φιλιππίνες, Καζακστάν, Ουζμπεκιστάν, Ισραήλ, Ιορδανία, ΛΔ Κονγκό, Ζάμπια, Αγκόλα, Αργεντινή, Βραζιλία, Καναδάς κ.ά.
Στόχος των ΗΠΑ δεν είναι απλά μια «συμμαχία» - επιδιώκεται η δημιουργία εμπορικού μπλοκ κρίσιμων ορυκτών. Ο Αμερικανός αντιπρόεδρος Τζ. Ντ. Βανς παρομοίασε το φόρουμ που δημιουργείται σαν τον «OPEC των κρίσιμων ορυκτών», με στόχο τον έλεγχο των τιμών και τη «σταθεροποίησή» τους.
Ανάμεσα στους βασικούς στόχους του Φόρουμ - σημειώνεται - είναι ο συντονισμός πολιτικών και επενδύσεων για τη δημιουργία «ανθεκτικών και ποικιλόμορφων αλυσίδων εφοδιασμού για κρίσιμα ορυκτά», η μείωση της εξάρτησης από τις εξαγωγές της Κίνας και η λειτουργία ενός πλαισίου πολιτικής και πλατφόρμας για συγκεκριμένα έργα εξόρυξης.
Πέρα από τις κινήσεις αυτές, δρομολογούνται συνεργασίες σε διμερή ή πολυμερή σχήματα.
Για παράδειγμα, ανήμερα του φόρουμ στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ ΗΠΑ, Ιαπωνία και ΕΕ ανακοίνωσαν ότι θα προχωρήσουν σε τριμερή συνεργασία σε κρίσιμα ορυκτά και εφοδιαστικές αλυσίδες, η οποία θα καλύπτει όλη την αλυσίδα: Εξόρυξη, επεξεργασία, παραγωγή και ανακύκλωση κρίσιμων υλικών, ανταλλαγή πληροφοριών για στρατηγικά αποθέματα κρίσιμων ορυκτών, συνεργασία σε έρευνα.
Την ίδια μέρα ΗΠΑ και ΕΕ ανακοίνωσαν επίσης ότι μέσα στον Μάρτη θα υπογράψουν μνημόνιο κατανόησης για κρίσιμα ορυκτά, το οποίο θα εξειδικεύει διάφορες μορφές συνεργασίας.
Ανάλογες συνεργασίες δρομολόγησαν ο Καναδάς και η Ινδία, τον Νοέμβρη ανακοίνωσαν συμφωνία για μακροπρόθεσμη συνεργασία σε τομείς όπως οι αλυσίδες εφοδιασμού κρίσιμων ορυκτών και «πράσινης Ενέργειας», με στόχο τη σταθερή πρόσβαση της Ινδίας σε καναδικά στρατηγικά ορυκτά (λίθιο, νικέλιο, κοβάλτιο, γραφίτη κ.λπ.), ενώ τον Γενάρη οι δύο χώρες συμφώνησαν να επισημοποιήσουν τη συνεργασία με συνέχιση υψηλού επιπέδου διαλόγου.
Η «ηγεμονική στάση» των ΗΠΑ απέναντι σε «παραδοσιακούς συμμάχους» προάγγελος μιας σφοδρής σύγκρουσης
Η έκθεση της φετινής Διάσκεψης Ασφαλείας του Μονάχου με τίτλο «Υπό καταστροφή» |
Η φετινή 62η Διάσκεψη (MSC 2026), η οποία γενικά θεωρείται ως το «Νταβός» για θέματα «Αμυνας και Ασφάλειας», θα συγκεντρώσει πάνω από 50 αρχηγούς κρατών και κυβερνήσεων από όλο τον κόσμο, ανάμεσά τους ηγέτες από τα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη, δεκάδες υπουργούς Εξωτερικών και Αμυνας, εκπροσώπους ιμπεριαλιστικών οργανισμών, επιχειρηματικών ομίλων, δεξαμενών σκέψης και άλλους «εμπειρογνώμονες».
Τις ΗΠΑ εκπροσωπήσει ο ΥΠΕΞ, Μ. Ρούμπιο.
Με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Υπό Καταστροφή» (Under Destruction) και απεικονίζοντας έναν ελέφαντα που διαλύεται και του λείπουν κομμάτια, η Εκθεση, που δημοσιοποιείται λίγες μέρες πριν την έναρξη της Διάσκεψης, αναφέρει πως «ο κόσμος έχει εισέλθει σε μια περίοδο καταστροφικών πολιτικών», όπου «η ημερήσια διάταξη είναι η σαρωτική καταστροφή - αντί για μεταρρυθμίσεις και πολιτικές διορθώσεις».
Η φετινή Διάσκεψη «λαμβάνει χώρα σε μια στιγμή βαθιάς αβεβαιότητας», τονίζεται στον πρόλογο, με «πολλά θεμελιώδη ζητήματα να βρίσκονται ταυτόχρονα στο τραπέζι»: Η ασφάλεια της Ευρώπης, η ανθεκτικότητα της διατλαντικής σχέσης, η ικανότητα της «διεθνούς κοινότητας» να διαχειριστεί έναν ολοένα και πιο περίπλοκο και αμφιλεγόμενο κόσμο, ο ανταγωνισμός στο εμπόριο και στις νέες τεχνολογίες.
Ο λόγος βέβαια που η φετινή έκθεση «μυρίζει μπαρούτι», όπως και συνολικά ο καπιταλιστικός κόσμος, δεν είναι κάποιες «καταστροφικές πολιτικές» ούτε η απουσία «μεταρρυθμίσεων και πολιτικών διορθώσεων». Είναι ότι όλα τα ιμπεριαλιστικά στρατόπεδα προετοιμάζονται να «διεκδικήσουν» με τα όπλα τη «θέση» τους στον διεθνή ανταγωνισμό για αγορές, πρώτες ύλες, διαδρομές για εμπορεύματα και Ενέργεια.
Με το «φάντασμα» της περσινής ομιλίας του Αμερικανού αντιπροέδρου, Τζ. Ντι Βανς, στο Μόναχο να πλανάται πάνω από την Ευρώπη, η έκθεση επισημαίνει πως το «πρόβλημα» δεν είναι μόνο οι πολλές συγκρούσεις και κρίσεις που κυριαρχούν στην παγκόσμια ατζέντα, αλλά κυρίως «ο μεταβαλλόμενος ρόλος των ΗΠΑ στο διεθνές σύστημα», μια μεταβολή που προϋπήρχε μεν, αλλά τώρα γίνεται ξεκάθαρη και στρέφεται ενάντια στην Ευρώπη.
Είναι ενδεικτικό ότι στο κεφάλαιο «Ευρώπη» οι «απειλές» από τη Ρωσία καταλαμβάνουν ίδιο χώρο με τις «προκλήσεις» από τις ΗΠΑ.
Η έκθεση προειδοποιεί ότι η Ευρώπη εισέρχεται σε «μια παρατεταμένη περίοδο αντιπαράθεσης» και σε μια «οδυνηρή» συνειδητοποίηση ότι πρέπει να κινηθεί πιο τολμηρά απέναντι στις ΗΠΑ και να γίνει μεταξύ άλλων πιο ανεξάρτητη στρατιωτικά. Ως σημείο καμπής αναφέρεται η περσινή ομιλία του Βανς στο Μόναχο, αλλά κυρίως οι απειλές των ΗΠΑ για απόκτηση της Γροιλανδίας «με όλα τα μέσα».
Οπως τονίζεται, ενώ η Ουάσιγκτον προτρέπει την Ευρώπη «να αναλάβει μεγαλύτερη ευθύνη για την άμυνά της», ταυτόχρονα «επιμένει ότι σημαντικό μερίδιο των στρατιωτικών δαπανών πρέπει να διοχετεύεται σε αμερικανικές αμυντικές βιομηχανίες».
Η αλλαγή στάσης των ΗΠΑ φαίνεται ξεκάθαρα στην Ουκρανία, υπογραμμίζει η έκθεση. Στις διαπραγματεύσεις ΗΠΑ - Ρωσίας για την ιμπεριαλιστική σύγκρουση το προσχέδιο συμφωνίας που διέρρευσε «αποκάλυψε την επιδίωξη της Ουάσιγκτον να προωθήσει μια διευθέτηση που αντίκειται στις μακροχρόνιες ευρωπαϊκές προτιμήσεις», δηλαδή ενάντια στα συμφέροντα των ευρωπαϊκών μονοπωλίων.
Ταυτόχρονα, «η στρατιωτική βοήθεια των ΗΠΑ προς την Ουκρανία έχει μειωθεί απότομα από τον Γενάρη του 2025, αφήνοντας τους Ευρωπαίους να επωμιστούν το μεγαλύτερο βάρος».
Η διακοπή των παραδόσεων αμερικανικών πυραυλικών συστημάτων Patriot, πυροβολικού ακριβείας και πυραύλων Hellfire τον Ιούλη - όλα εγκεκριμένα υπό την κυβέρνηση Μπάιντεν - «υπογράμμισε την αδυναμία της Ευρώπης να καλύψει το κενό που άφησε η Ουάσιγκτον».
Ετσι στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στη Χάγη τον Ιούνη δημιουργήθηκε ο μηχανισμός της Λίστας Προτεραιοτήτων Απαιτήσεων για την Ουκρανία (PURL), βάσει του οποίου τα ευρωπαϊκά μέλη και ο Καναδάς χρηματοδοτούν την αγορά αμερικανικών οπλικών συστημάτων για την Ουκρανία.
Αυτός ο μηχανισμός - ουσιαστικά μια κυκλική ροή στην οποία η Ευρώπη χρηματοδοτεί αμερικανικά όπλα για την Ουκρανία - φαίνεται να έχει γίνει το προτιμώμενο μοντέλο της κυβέρνησης Τραμπ για τη διατήρηση της υποστήριξης προς το Κίεβο, επισημαίνει η έκθεση.
Η έκθεση περιλαμβάνει επίσης τα σενάρια που επεξεργάζονται εδώ και μήνες τα επιτελεία των κυβερνήσεων, της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, για το πώς θα μπορούσε να ξεκινήσει μια γενικευμένη σύγκρουση με τη Ρωσία στην Ευρώπη.
Ο «υβριδικός πόλεμος» θεωρείται ήδη επέκταση του ουκρανικού μετώπου.
Οπως σημειώνεται στην έκθεση της Διάσκεψης, «ορισμένες υπηρεσίες πληροφοριών εκτιμούν ότι η Ρωσία θα μπορούσε να ανασυγκροτήσει τις δυνάμεις της για έναν "περιφερειακό πόλεμο" στην περιοχή της Βαλτικής Θάλασσας εντός δύο ετών από μια πιθανή κατάπαυση του πυρός στην Ουκρανία - και για έναν "τοπικό" πόλεμο εναντίον ενός μόνο γείτονα εντός έξι μηνών».
Μάλιστα, «τα πρώτα σημάδια αυτής της επέκτασης του πεδίου μάχης είναι ήδη ορατά», με «αυξανόμενο αριθμό ύποπτων περιστατικών, όπως σαμποτάζ, βανδαλισμούς, κυβερνοεπιθέσεις και εμπρησμούς».
«Οι αναλυτές θεωρούν αυτές τις ενέργειες ως σκόπιμες προσπάθειες της Μόσχας να δοκιμάσει τις άμυνες της Ευρώπης (...). Η Ευρώπη αντιμετωπίζει τώρα την πρόκληση να αποτρέψει προληπτικά περαιτέρω προκλήσεις, αποφεύγοντας παράλληλα την ακούσια κλιμάκωση», αναφέρεται, σκιαγραφώντας ένα επικίνδυνο «παιχνίδι» ισορροπιών που μπορεί να βάλει «μπουρλότο» στους λαούς της Ευρώπης.
Η έκθεση προτρέπει για σχηματισμό νέων «λυκοσυμμαχιών» και ξεχωριστών ταχυτήτων εντός της Ευρώπης, ως απάντηση στον άλλοτε «σύμμαχο», τις ΗΠΑ.
«Η πρόοδος θα εξαρτηθεί από την ύπαρξη τολμηρών συνασπισμών ηγετών. Μικρότερες ομάδες, όπως οι χώρες της Weimar Plus (Γαλλία, Γερμανία, Πολωνία και Ηνωμένο Βασίλειο) ή η E5 (οι προαναφερθείσες χώρες συν την Ιταλία), θα είναι απαραίτητες για την προώθηση της ενοποίησης της αμυντικής βιομηχανίας, τη διατύπωση ενός συνεκτικού ευρωπαϊκού οράματος για την Ουκρανία και την προετοιμασία της ΕΕ για τη διεύρυνση», αναφέρει.
Ενδιαφέρουσες είναι οι επισημάνσεις της έκθεσης και για την περιοχή Ασίας - Ειρηνικού, όπου έχει μεταφερθεί το κέντρο βάρους της ιμπεριαλιστικής αντιπαράθεσης ΗΠΑ - Κίνας.
Παρ' όλα αυτά η έκθεση υπογραμμίζει πως οι ΗΠΑ έχουν παρόμοια στάση απέναντι στους «συμμάχους» τους στην Ασία - όπως με τους Ευρωπαίους - και «αντί να οργανώσουν μια κοινή προσπάθεια για την αντιστάθμιση της Κίνας, οι προσπάθειες της δεύτερης κυβέρνησης Τραμπ φαίνεται να επικεντρώνονται σε πιο περιορισμένους στόχους»:
Εξαναγκάζουν «συμμάχους» να επωμιστούν μεγαλύτερο μέρος του βάρους - και του κινδύνου - της στρατιωτικοποίησης της περιοχής, αποσπούν πιο συμφέρουσες οικονομικές συμφωνίες από «εταίρους» επιβάλλοντας δασμούς και διαπραγματεύονται ή αμφιταλαντεύονται με το Πεκίνο.
«Ταυτόχρονα, οι ΗΠΑ καλούν τους συμμάχους τους να κάνουν περισσότερα για να αντιμετωπίσουν οι ίδιοι την Κίνα».
Αποκαλυπτική είναι η δήλωση του υπουργού Πολέμου των ΗΠΑ, Πιτ Χέγκσεθ (31/5/2025): «Οι Ασιάτες σύμμαχοι θα πρέπει να βλέπουν τις χώρες της Ευρώπης ως το νέο παράδειγμα. Τα μέλη του ΝΑΤΟ δεσμεύονται να δαπανήσουν 5% του ΑΕΠ τους για την άμυνα, (...) ενώ οι βασικοί σύμμαχοι στην Ασία δαπανούν λιγότερα ενόψει μιας ακόμη πιο τρομερής απειλής (σ.σ. Κίνα), για να μην αναφέρουμε τη Βόρεια Κορέα».
«Οι ΗΠΑ κάποτε έπαιζαν τον κυρίαρχο στρατιωτικό και οικονομικό ρόλο στη σταθερότητα και την ευημερία της περιοχής του Ινδο-Ειρηνικού, αλλά αυτή η εποχή φτάνει στο τέλος της καθώς η ισχύς της Κίνας αυξάνεται», τονίζει η έκθεση της Διάσκεψης.
Ωστόσο «ούτε η στρατιωτική υπεροχή ούτε το οικονομικό άνοιγμα που καθόρισαν την εποχή της ηγεμονίας των ΗΠΑ προσφέρονται από την Ουάσιγκτον σήμερα».
Μάλιστα, η «σκληρή μεταχείριση της Ουάσιγκτον απέναντι σε συμμάχους της σε θέματα αμυντικών δαπανών και εμπορίου» έχει οδηγήσει τα κράτη του Ινδο-Ειρηνικού «να αμφισβητούν ολοένα και περισσότερο τις εγγυήσεις ασφαλείας και το στρατηγικό ενδιαφέρον των ΗΠΑ στην περιοχή».
«Χώρες (...), συμπεριλαμβανομένων συμμάχων, (...) μας κορόιδευαν για χρόνια. Δεν θα χρησιμοποιήσω ονόματα. Δεν θα αναφέρω την Ιαπωνία. Θα αρνηθώ να αναφέρω τη Νότια Κορέα. Και τώρα βγάζουμε πολλά χρήματα. Λόγω των δασμών που εισέρχονται συνεχώς», δήλωνε ο Τραμπ στο υπουργικό του συμβούλιο στις 2/12/2025.
Οι ηγέτες της Ιαπωνίας και της Αυστραλίας χαρακτήρισαν την επιβολή δασμών από τις ΗΠΑ «ασέβεια» προς «παραδοσιακούς συμμάχους».
«Η ευθυγράμμιση με τα συμφέροντα των ΗΠΑ εις βάρος των σχέσεων με την Κίνα μπορεί να γίνει μια ακόμη λιγότερο ελκυστική προοπτική για πολλούς περιφερειακούς παράγοντες από ό,τι στο παρελθόν», διαπιστώνει η έκθεση και κάποια κράτη του Ινδο-Ειρηνικού «προσπαθούν να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις των ΗΠΑ, άλλοι τα πηγαίνουν καλά με την Κίνα και άλλοι κάνουν και τα δύο».
Ενδεικτικά, Ιαπωνία και Νότια Κορέα ανακοίνωσαν η καθεμία τεράστια κεφάλαια για επενδύσεις στις ΗΠΑ. Το Βιετνάμ υποσχέθηκε καταστολή των κινεζικών μεταφορτώσεων εμπορευμάτων, ενώ η Ταϊλάνδη και η Ταϊβάν δεσμεύτηκαν να μειώσουν τα εμπορικά πλεονάσματα με τις εισαγωγές Ενέργειας και όπλων από τις ΗΠΑ.
ΗΠΑ, Ιαπωνία και Νότια Κορέα, καθώς και η Ταϊβάν, έχουν επίσης φροντίσει να τονίσουν τα υπάρχοντα σχέδιά τους για αύξηση των στρατιωτικών δαπανών.
Σε αυτό το πλαίσιο αξίζει να σημειωθεί ότι η Ινδία έχει θέσει ως στόχο «τη βελτίωση των οικονομικών σχέσεων με την Κίνα», μετά από μια μακρά περίοδο εντάσεων μεταξύ των δυο βασικών ανταγωνιστικών ιμπεριαλιστικών κέντρων της περιοχής.
Αλλοι ηγέτες στη Νοτιοανατολική Ασία και τα νησιά του Ειρηνικού έχουν δηλώσει την πρόθεσή τους να εντείνουν τις «εναλλακτικές συνεργασίες». Για παράδειγμα ο Σύνδεσμος Κρατών της Νοτιοανατολικής Ασίας (ASEAN) συμφώνησε να ενισχύσει τη συμφωνία εμπορίου αγαθών και διαπραγματεύτηκε αναβάθμιση της ζώνης ελεύθερων συναλλαγών του με την Κίνα.