Σάββατο 3 Γενάρη 2026 - Κυριακή 4 Γενάρη 2026
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΑΓΡΟΤΙΚΑ
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΚΟΜΙΣΙΟΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΠ 2028 - 2034
Από την «πράσινη μετάβαση» στην πολεμική οικονομία

...με κοινό παρονομαστή την καταλήστευση του βιοπαλαιστή αγρότη από τα μονοπώλια

Eurokinissi

Η Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ) δεν αποτελεί ένα ουδέτερο σύνολο τεχνικών κανόνων, αλλά σχεδιάζεται και υλοποιείται πάνω στο έδαφος του καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης. Ως εκ τούτου, ακολουθεί αναπόφευκτα την πορεία του ίδιου του συστήματος: Οσο ο καπιταλισμός σαπίζει και οι εσωτερικές του αντιθέσεις οξύνονται, τόσο οι πολιτικές του αποκτούν έναν όλο και πιο αντιδραστικό και επιθετικό χαρακτήρα απέναντι στις λαϊκές ανάγκες.

Στον νέο, γιγαντιαίο προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ενωσης που αγγίζει τα 2 τρισεκατομμύρια ευρώ για την περίοδο 2028-2034, συντελείται μια στροφή. Οι τομείς της «Ασφάλειας και Αμυνας» αναβαθμίζονται σε απόλυτες, αδιαπραγμάτευτες προτεραιότητες. Αυτή η αλλαγή παρασύρει και τον αγροτικό τομέα. Με βάση τα προπαρασκευαστικά κείμενα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την προτεινόμενη νέα ΚΑΠ 2028-2034, τα κονδύλια της πλέον «δεσμεύονται» με αυστηρούς όρους για να υπηρετήσουν τη λεγόμενη «στρατηγική αυτονομία» της Ενωσης.

Στην πραγματικότητα, αυτό σημαίνει τη διοχέτευση πόρων για την εξασφάλιση κρίσιμων πρώτων υλών και προηγμένων τεχνολογιών που απαιτεί η πολεμική βιομηχανία και η κούρσα των εξοπλισμών. Η γη και η αγροτική δραστηριότητα αντιμετωπίζονται ως εργαλεία για «γεωπολιτική θωράκιση». Η παραγωγή τροφίμων εντάσσεται οργανικά στις ανάγκες των εφοδιαστικών αλυσίδων της πολεμικής οικονομίας.

Η εκάστοτε αναθεώρηση της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ) δεν κρίνεται από το αν οι αριθμοί στις λογιστικές καταστάσεις εμφανίζονται αυξημένοι, αλλά από τον αντιλαϊκό προσανατολισμό των δαπανών. Αυτές, πέρα από τη συγκέντρωση της παραγωγής και της γης σε λίγα χέρια, έρχονται στην παρούσα φάση να υπηρετήσουν και την πολεμική προπαρασκευή. Η στροφή της ΚΑΠ προς μια «οικονομία πολέμου» έχει άμεσες, επώδυνες συνέπειες για τον βιοπαλαιστή αγρότη, ο οποίος μετατρέπεται στον «αδύναμο κρίκο» μιας αλυσίδας που προτεραιοποιεί τα γεωπολιτικά κέρδη.

Η πολεμική οικονομία απαιτεί μαζική και τυποποιημένη παραγωγή, η οποία μπορεί να ελεγχθεί εύκολα. Στο πλαίσιο αυτό, οι μικρές και πολυδιασπασμένες εκμεταλλεύσεις θεωρούνται «μη αποδοτικές» για τον στρατηγικό σχεδιασμό της ΕΕ. Ενώ το ανώτατο όριο των 100.000 ευρώ ενίσχυσης ετησίως ανά αγροτική εκμετάλλευση παρουσιάζεται στην πρόταση της Κομισιόν για τη Νέα ΚΑΠ 2028-2034 ως μέτρο δικαιοσύνης, στην πραγματικότητα οι μεγάλοι όμιλοι και οι αγροτοβιομηχανίες (agribusiness) απορροφούν χωρίς όριο κονδύλια μέσω των επενδυτικών προγραμμάτων των διαφόρων ευρωενωσιακών ταμείων, από τα οποία ο ατομικός αγροτοπαραγωγός είναι αποκλεισμένος.

Οικονομικός στραγγαλισμός

Η πρόβλεψη για τις φθίνουσες ενισχύσεις αποτελεί κεντρικό πυλώνα στο σχέδιο της Επιτροπής. Σύμφωνα με αυτήν, η ενίσχυση ανά εκτάριο θα μειώνεται προοδευτικά όσο αυξάνεται η έκταση της εκμετάλλευσης. Για παράδειγμα, ένας αγρότης θα λαμβάνει την πλήρη ενίσχυση λόγου χάρη για τα πρώτα 100 στρέμματα, αλλά για κάθε επιπλέον στρέμμα το ποσό θα μειώνεται κλιμακωτά.

Αν και το μέτρο αυτό πλασάρεται ως ένα βήμα που δήθεν ευνοεί τον μικρό καλλιεργητή, στην πραγματικότητα πρόκειται να επιφέρει καίριο πλήγμα στη μεσαία οικογενειακή εκμετάλλευση, ενώ παράλληλα η μικρή εκμετάλλευση παραμένει μη βιώσιμη, πνιγμένη από το υψηλό κόστος παραγωγής και τις χαμηλές τιμές που επιβάλλουν τα μονοπώλια εμπορίας και μεταποίησης.

Επίσης, η πρόταση για «προτεραιότητα σε εκείνους των οποίων ο κύριος βιοπορισμός είναι η γεωργία» είναι σίγουρο ότι επιφέρει επιδείνωση των όρων αναπαραγωγής των μικρών αγροτοπαραγωγών που, για να επιβιώσουν, αναγκάζονται να εργάζονται και αλλού, είτε ως μισθωτοί είτε ως αυτοαπασχολούμενοι σε άλλους τομείς.

Ο οικονομικός στραγγαλισμός του μεσαίου αγρότη δεν οδηγεί μονοσήμαντα στην εγκατάλειψη ή στη συγκέντρωση της γης, αλλά στην ακόμα μεγαλύτερη συγκέντρωση της παραγωγής και στον έλεγχό της από τα μονοπώλια. Το σχέδιο της Κομισιόν προωθεί την πλήρη πρόσδεση των παραγωγών στο άρμα των ομίλων μέσα από «συνεργατικά» σχήματα, συμβολαιακή γεωργία και συμπράξεις που παρουσιάζονται ως δήθεν «λύσεις βιωσιμότητας».

Στην πραγματικότητα, αυτά τα σχήματα μετατρέπουν τον αγρότη σε έναν εξαρτημένο υπεργολάβο, που παράγει κάτω από τις προδιαγραφές, τις ποσότητες και τις εξευτελιστικές τιμές που ορίζουν οι πολυεθνικές. Ετσι, τα μονοπώλια αποκτούν τον απόλυτο έλεγχο της εφοδιαστικής αλυσίδας, ενσωματώνοντας την αγροτική παραγωγή στους ευρύτερους σχεδιασμούς της Ενωσης, ενώ ο παραγωγός χάνει κάθε ίχνος αυτονομίας πάνω στη γη και το προϊόν του.

Πίσω από τα μεγάλα λόγια περί στήριξης του αγροτικού εισοδήματος από την ΚΑΠ, προωθείται η επιτάχυνση της μετατροπής του αγροτικού τομέα σε ένα πλήρως ενοποιημένο παράρτημα της μεταποίησης, όπου ένα σχετικά μεγάλο τμήμα της καλλιεργήσιμης γης μπορεί να παραμένει στα χέρια πολλών, όμως ο πλούτος συγκεντρώνεται ολοένα και περισσότερο στα χέρια των λίγων.

Περιβαλλοντικοί «κόφτες»

Η αναφορά της Κομισιόν στην «αυξημένη ενίσχυση για στρατηγικές καλλιέργειες (π.χ. πρωτεϊνούχες)» με στόχο την «επισιτιστική αυτονομία», αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς ο στρατηγικός σχεδιασμός της ΕΕ μετασχηματίζει την παραγωγή για να εξυπηρετήσει την πολεμική και βιομηχανική της θωράκιση.

Η έμφαση σε καλλιέργειες όπως η σόγια, τα ψυχανθή (κουκιά, ρεβίθια) και τα κτηνοτροφικά φυτά στοχεύει στην απεξάρτηση από τις εισαγωγές (κυρίως από την Αμερική και τη Βραζιλία). Η ΕΕ θέλει να διασφαλίσει ότι η εγχώρια παραγωγή θα μπορεί να συντηρήσει τον πληθυσμό, καθιστώντας την πρωτεΐνη στρατηγικό εφόδιο αντίστοιχο των καυσίμων. Επίσης, οι νέες μονάδες παραγωγής εντόμων, που αξιοποιούνται ήδη ως πηγή πρωτεϊνών, απαιτούν τεράστια κεφάλαια και εξειδικευμένο εξοπλισμό, καθιστώντας τες προνόμιο λίγων ομίλων βιοτεχνολογίας.

Η δέσμευση του 43% του προϋπολογισμού της ΚΑΠ για κλιματικούς στόχους δεν αποτελεί μέριμνα για τη φύση, αλλά έναν μηχανισμό αναδιανομής υπέρ των μονοπωλίων. Οι αγρότες καλούνται ήδη να εφαρμόσουν αυστηρά και κοστοβόρα περιβαλλοντικά πρωτόκολλα (π.χ. eco-schemes), τα οποία αυξάνουν το κόστος παραγωγής, χωρίς να εξασφαλίζουν ανάλογη αύξηση της τιμής του προϊόντος.

Τα κονδύλια αυτά καταλήγουν τελικά στις βιομηχανίες παραγωγής «πράσινης» τεχνολογίας, πιστοποιημένων σπόρων, ειδικών λιπασμάτων και ψηφιακών συστημάτων παρακολούθησης, τα οποία ο ατομικός αγροτοπαραγωγός καλείται να εφαρμόσει.

Διάφοροι συντελεστές για το Κλίμα, το Περιβάλλον και την Καλή Διαβίωση των Ζώων χρησιμοποιούνται για να παρουσιάσουν το σύνολο της ΚΑΠ ως «φιλικής προς το περιβάλλον», την ίδια στιγμή που οι μεγάλες βιομηχανίες συνεχίζουν να ρυπαίνουν ανεξέλεγκτα, αρκεί να αγοράζουν «δικαιώματα ρύπων». Η πολυπλοκότητα αυτών των δεικτών είναι σίγουρο ότι θα λειτουργήσει ως φίλτρο αποκλεισμού. Οι αγρότες που δεν διαθέτουν επιτελεία ιδιωτών γεωπόνων και συμβούλων, θα μένουν εκτός ενισχύσεων λόγω αδυναμίας να αποδείξουν ότι συμμορφώνονται με αυτά τα κριτήρια.

Αποθέωση της ατομικής ευθύνης

Αντί για ένα κρατικό, καθολικό σύστημα ασφάλισης της παραγωγής και του αγροτικού κεφαλαίου από όλους τους φυσικούς κινδύνους και τις νόσους, η ΚΑΠ διαχρονικά προωθεί τη μεταφορά του κόστους των καταστροφών και της πρόληψής τους στον ίδιο τον παραγωγό, ενισχύοντας την κερδοφορία των ασφαλιστικών εταιρειών και των εταιρειών γεωργικού εξοπλισμού.

Με βάση όσα έχουν δει μέχρι σήμερα το φως της δημοσιότητας για την ΚΑΠ μετά το 2028, για να έχει ένας αγρότης πρόσβαση στα κονδύλια που σχετίζονται με τις φυσικές καταστροφές θα πρέπει να είναι σε θέση να αποδείξει ότι έλαβε ο ίδιος μέτρα πρόληψης (π.χ. αντιχαλαζικά δίχτυα, τεχνολογίες κ.λπ.).

Οποιος δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να «θωρακιστεί» προληπτικά, θα θεωρείται «υψηλού κινδύνου», γεγονός που θα οδηγεί είτε σε μειωμένες ενισχύσεις είτε σε πλήρη αποκλεισμό. Η ενθάρρυνση ιδιωτικών εργαλείων διαχείρισης κινδύνου αποτελεί την πλήρη αποποίηση της κρατικής ευθύνης, ενώ τα «ταμεία αλληλοβοήθειας» που ενισχύει και αυτή η ΚΑΠ, ουσιαστικά καλούν τους αγρότες να αποταμιεύουν οι ίδιοι από το υστέρημά τους για να καλύψουν μελλοντικές ζημιές.

Η επίκληση της «διατάραξης της αγοράς» αποτελεί μια συνειδητή απάτη της ΕΕ και των κυβερνήσεων, καθώς παρουσιάζει την κατρακύλα των τιμών παραγωγού και την εκτίναξη του κόστους παραγωγής ως δήθεν «έκτακτα» ή «παροδικά» φαινόμενα. Στην πραγματικότητα, η «διατάραξη» για τον αγρότη είναι η μόνιμη κατάσταση μέσα στην «απελευθερωμένη» αγορά της ΚΑΠ: Είναι η καθημερινή ληστεία από τους ομίλους των λιπασμάτων, των εφοδίων και της Ενέργειας, και οι εκβιασμοί των εμποροβιομηχάνων που αγοράζουν «κοψοχρονιά» τα προϊόντα στο χωράφι.

Τα δήθεν μέτρα στήριξης ύψους 6,3 δισ. που προβλέπονται στα προσχέδια της ΚΑΠ 2028-2034 και βαφτίζονται ως «δίχτυ ασφαλείας» για τον αγρότη, δεν ενεργοποιούνται για να προστατεύσουν το αγροτικό εισόδημα, αλλά μόνο όταν η κρίση απειλεί τη σταθερότητα της κερδοφορίας των μεγάλων αλυσίδων διανομής και μεταποίησης. Είναι ένας μηχανισμός που παρεμβαίνει επιλεκτικά για να απορροφήσει τους κραδασμούς του ανταγωνισμού των μονοπωλίων, αφήνοντας τον βιοπαλαιστή αγρότη μόνιμα εκτεθειμένο στις «νόμιμες» ληστρικές διαθέσεις της αγοράς, την οποία η ίδια η ΕΕ θωρακίζει.

Τα προγράμματα της ΚΑΠ για τους νέους γεωργούς δεν αποτελούν λύση, αλλά ένα εργαλείο που αδυνατεί - και στην πραγματικότητα δεν επιδιώκει - να κρατήσει τον κόσμο στην ύπαιθρο. Η «προσέλκυση» νέων καταλήγει να είναι προσχηματική, καθώς τους εγκλωβίζει σε μια αλυσίδα χρέους, αναγκάζοντάς τους να δανείζονται για πανάκριβο εξοπλισμό από τον οποίο κερδίζουν μόνο οι μεγάλοι όμιλοι.

Από τη στιγμή που ο νέος αγρότης έρχεται αντιμέτωπος με τη ληστεία του κόπου του, καμία επιδότηση δεν μπορεί να καλύψει το χαμένο εισόδημα, που προκύπτει από τις εξευτελιστικές τιμές παραγωγού και το δυσβάσταχτο κόστος παραγωγής. Επιπλέον, η ζωή στο χωριό γίνεται αβίωτη, όχι από «ατυχία», αλλά από την πολιτική που λογαριάζει ως «κόστος» τις κοινωνικές ανάγκες. Πώς θα μείνει ο νέος στο χωριό όταν το κράτος, ακολουθώντας τις «βέλτιστες πρακτικές της ΕΕ», κλείνει το σχολείο του παιδιού του, το αγροτικό ιατρείο ή τις υποδομές της περιοχής του, επειδή η λειτουργία τους δεν κρίνεται «αποδοτική»;

Δίκαιος αγώνα απέναντι στα μονοπώλια

Ο δίκαιος αγώνας των αγροτών στα μπλόκα αποτελεί τη μοναδική απάντηση στη ληστρική πολιτική, στην ΚΑΠ κάθε εκδοχής, που τους καταστρέφει. Δεν είναι ένας αγώνας «συντεχνιακός», αλλά μια μάχη επιβίωσης για να παραμείνουν στη γη τους, να συνεχίσουν να παράγουν και να εξασφαλίζουν το ψωμί των οικογενειών τους αλλά και υγιεινά και ποιοτικά τρόφιμα σε όλο τον λαό.

Με τα τρακτέρ στους δρόμους, υψώνουν ανάστημα απέναντι στα μονοπώλια, την ΚΑΠ και τις κυβερνήσεις που τους θέλουν υποταγμένους. Διεκδικούν το αυτονόητο: εγγυημένες τιμές, αφορολόγητο πετρέλαιο, φθηνό ρεύμα, πλήρη αποζημίωση των καταστροφών κ.ά. Η αλληλεγγύη του λαού είναι το όπλο τους, καθώς ο αγώνας τους αφορά κάθε λαϊκό άνθρωπο που θέλει φθηνά και ποιοτικά τρόφιμα, κόντρα στα κέρδη των λίγων.

Αυτός ο δίκαιος αγώνας της αγροτιάς μπορεί και πρέπει να συναντηθεί με το πρωτοπόρο ανατρεπτικό Πρόγραμμα του ΚΚΕ, που φωτίζει τη μοναδική ρεαλιστική διέξοδο: Μια οικονομία όπου το κριτήριο δεν θα είναι το κέρδος των ομίλων, αλλά η ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών. Σε αυτήν την κοινωνία, ο παραγωγός θα είναι κυρίαρχος στον κόπο του, απαλλαγμένος από τους μεσάζοντες και τις τράπεζες. Η συμπόρευση με το ΚΚΕ δίνει στον αγώνα προοπτική, μετατρέποντας την οργή σε συνειδητή σύγκρουση, για μια Ελλάδα της εργατικής εξουσίας, που θα εξασφαλίζει την ικανοποίηση των αναγκών του λαού της, κόντρα στα δεσμά της ΕΕ και του κεφαλαίου.

Πηγές:


Τμήμα της ΚΕ του ΚΚΕ για την Αγροτική Πολιτική



Μνημεία & Μουσεία Αγώνων του Λαού
Ο καθημερινός ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ 1 ευρώ