Κυνικές ομολογίες για την «απλούστευση» των αδειοδοτήσεων, που οδηγεί σε «Βιολάντες»
INTIME NEWS |
«Πρώτα λειτουργία - μετά έλεγχος»: Με αυτό το καθεστώς αδειοδοτούνται εργοστάσια - βόμβες |
Χαρακτηριστικές είναι οι ρυθμίσεις για την αδειοδότηση και τον έλεγχο επιχειρήσεων, για την πυρασφάλεια και άλλα αναγκαία μέτρα προστασίας. Πλέον, με βάση τους νόμους όλων των κυβερνήσεων, αρκεί μια ...δήλωση του εργοδότη για να λειτουργούν οι χώροι δουλειάς, ενώ οι «έλεγχοι» γίνονται εκ των υστέρων. Πρόκειται για το νομοθετικό πλαίσιο που φέρει την υπογραφή των ΝΔ - ΣΥΡΙΖΑ - ΠΑΣΟΚ και θεσμοθετήθηκε στο όνομα της προσέλκυσης επενδύσεων και της «αντιμετώπισης της γραφειοκρατίας», και που όπως αποδεικνύεται φέρνει θάνατο στους χώρους δουλειάς.
Ενα μέρος όλου αυτού του πολυπλόκαμου πλαισίου και της στήριξής του από όλα τα κόμματα του κεφαλαίου παρουσιάζει σήμερα ο «Ριζοσπάστης».
Το νομοθετικό αυτό πλαίσιο για τους όρους εγκατάστασης και λειτουργίας των επιχειρήσεων εξελίσσεται και αναδιαμορφώνεται διαρκώς, με βασικό κριτήριο τη μεγιστοποίηση των κερδών για τους επιχειρηματικούς ομίλους.
Μια γρήγορη ματιά στην εξέλιξη της νομοθεσίας το επιβεβαιώνει:
- Ο νόμος 3325/2005 όριζε ότι την άδεια εγκατάστασης «χορηγεί η Αδειοδοτούσα Αρχή ύστερα από αυτοψία της» (άρθρο 4), καθώς επίσης πως η άδεια λειτουργίας χορηγείται «εφόσον διαπιστωθεί (...) ότι έχουν τηρηθεί οι όροι και περιορισμοί που αναγράφονται στην άδεια εγκατάστασης και ότι από τη λειτουργία της δραστηριότητας εξασφαλίζεται η προστασία του περιβάλλοντος, η ασφάλεια των εργαζομένων και των περιοίκων».
- Ο νόμος 4442/2016 ψηφίστηκε από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ, με τη σύμφωνη γνώμη και την ψήφιση από τα άλλα αστικά κόμματα. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι το γεγονός ότι ο συγκεκριμένος νόμος ήταν αποτέλεσμα προεργασίας που - όπως θα δούμε παρακάτω - ξεκίνησε το 2014, με κυβέρνηση της ΝΔ, σε συνεργασία με διεθνείς ενώσεις των μονοπωλίων, όπως η Παγκόσμια Τράπεζα.
Ο στόχος του περιγράφεται με σαφήνεια στην Αιτιολογική Εκθεση: «Το μέχρι σήμερα αδειοδοτικό καθεστώς εξακολουθούσε να βασίζεται πρωτίστως στην "εκ των προτέρων αδειοδότηση", με αρνητικές συνέπειες για την οικονομική ανάπτυξη, τον ανταγωνισμό...».
Γι' αυτό και ο εν λόγω νόμος κάνει μια «τομή», ορίζοντας ότι για την εγκατάσταση και λειτουργία μιας επιχείρησης αρκεί μια «γνωστοποίηση» ή και «έγκριση» από την αρμόδια αρχή, ανάλογα με την ομάδα επικινδυνότητας στην οποία κατατάσσεται μια επιχείρηση, χωρίς να είναι σαφή τα κριτήρια κατάταξης...
Ως «γνωστοποίηση» ορίζεται η διαδικασία «με την οποία ο ενδιαφερόμενος ενημερώνει εκ των προτέρων την αρμόδια αρχή για την έναρξη λειτουργίας της οικονομικής δραστηριότητας, την οποία προτίθεται να ασκήσει (...) χωρίς να απαιτείται εκ των προτέρων έλεγχος». Και «ως έγκριση ορίζεται κάθε πράξη (...) η οποία μπορεί να περιλαμβάνει και εκ των προτέρων έλεγχο από τις αρμόδιες αρχές ως έγκριση».
Χαρακτηριστικά είναι όσα ανέφερε το 2024 σε ημερίδα της «Ανεξάρτητης» Αρχής Επιθεώρησης Εργασίας ο Διονύσης Τσαγκρής, υψηλόβαθμο στέλεχος του υπουργείου Ανάπτυξης: «Η πρώτη πλατφόρμα που ξεκίνησε να λειτουργεί το 2017 όσον αφορά την αδειοδότηση σήμερα έχει 240.000 γνωστοποιήσεις» επιχειρήσεων που έκαναν για πρώτη φορά και «πάνω από 100.000» γνωστοποιήσεις που αφορούσαν τροποποιήσεις.
Ωστόσο δεν υπάρχει κανένα δημοσιοποιημένο στοιχείο για το πόσοι και τι είδους έλεγχοι έχουν γίνει, έστω και εκ των υστέρων. Με δεδομένα βέβαια τον κατακερματισμό και την απαξίωση των αρμόδιων υπηρεσιών, είναι σίγουρο ότι οι έλεγχοι είναι ελάχιστοι, με ό,τι αυτό σημαίνει για το πόσες «Βιολάντες» λειτουργούν σε όλη τη χώρα.
Ο αντιλαϊκός προσανατολισμός της διαδικασίας εγκατάστασης και λειτουργίας των επιχειρήσεων συνδέεται άμεσα με τον έλεγχο των επιχειρήσεων για την τήρηση των μέτρων Υγείας και Ασφάλειας στην Εργασία.
Από την προαναφερθείσα ημερίδα της «Ανεξάρτητης» Αρχής Επιθεώρησης Εργασίας έχουν μεγάλο ενδιαφέρον οι τοποθετήσεις δύο εκπροσώπων της, και κυρίως της Θέμιδος Ευτυχίδου. Πρόκειται για την γενική γραμματέα του υπουργείου Ανάπτυξης το 2024, η οποία το 2014 συμμετείχε σε ομάδα εργασίας εκ μέρους της Παγκόσμιας Τράπεζας που έργο της ήταν ο νόμος 4442/2016, τον οποίο έφερε ο ΣΥΡΙΖΑ.
Ο πρώτος εκπρόσωπος της «Ανεξάρτητης» Αρχής Επιθεώρησης Εργασίας, δείχνοντας πώς εμπλέκονται άμεσα οι νόμοι προστασίας των εργαζομένων και εγκατάστασης - λειτουργίας των επιχειρήσεων, σημείωσε: «Το πιο σημαντικό γεγονός για την υγεία και την ασφάλεια στην εργασία αυτό το πρώτο έτος της Ανεξάρτητης Αρχής ήταν η προετοιμασία για την έκδοση της Δευτερογενούς Νομοθεσίας για τον Καθορισμό του Νέου Πλαισίου Εποπτείας και Εφαρμογής του 4512/18, περί Εποπτείας των Οικονομικών Δραστηριοτήτων».
Παρακάτω επεσήμανε ότι αυτός ο νόμος 4512/18 συνδέεται με τον 4442/2016, γιατί «ένα νέο μοντέλο στην αδειοδότηση θα απαιτούσε και ένα νέο μοντέλο για την εποπτεία των αδειοδοτούμενων επιχειρήσεων (...) αυτοί οι δύο νόμοι συνδέονται μεταξύ τους και κινούνται κατά κάποιον τρόπο παράλληλα και συμπληρωματικά».
Να σημειωθεί μάλιστα ότι και ο νόμος 4512/2018 υπερψηφίστηκε από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ, με τη σύμφωνη γνώμη και την ψήφιση από τα άλλα αστικά κόμματα.
Στη συνέχεια ο παραπάνω εκπρόσωπος παρουσίασε ως «αναχρονιστικό» τον τρόπο λειτουργίας της Επιθεώρησης Εργασίας, λέγοντας ότι χρειάζεται νέο πλαίσιο, ώστε να αντιστοιχηθεί με τη φιλοσοφία του νέου νομικού πλαισίου. Γι' αυτό και έκανε λόγο για «πέντε ή έξι νομοθετήματα» που θα έρθουν (μάλλον το 2026). Ο ίδιος μίλησε και για την ομάδα εργασίας που συγκροτείται προκειμένου να επεξεργαστεί τη «μετάβαση της Επιθεώρησης στην καινούργια εποχή», δηλαδή να ευθυγραμμιστεί με το πλαίσιο της ολοκληρωτικής ασυλίας της εργοδοσίας... Αλλωστε, όπως ανέφερε, πρόκειται για μια υπηρεσία που φτιάχτηκε ως «μνημονιακή επιταγή», και για αυτό «παρακολουθήθηκε από τους θεσμούς».
Ως προς τη στελέχωσή της, είπε ότι ο ίδιος κλήθηκε να αναλάβει αυτό το έργο μόλις που είχε «επιστρέψει τότε από τις Βρυξέλλες», ενώ τεχνικοί σύμβουλοι ήταν «τότε η Παγκόσμια Τράπεζα, τώρα είναι ο ΟΟΣΑ».
Ακόμα πιο αποκαλυπτική αλλά και εξοργιστική είναι η τοποθέτηση της Θέμιδος Ευτυχίδου. Οπως είπε, «η μεταρρύθμιση (σ.σ. που κατέληξε στον νόμο 4442/2016) ξεκίνησε το 2014», δηλαδή ψηφίστηκε από τον ΣΥΡΙΖΑ ενώ είχε ετοιμαστεί από τους προηγούμενους. Και τονίζει χαρακτηριστικά: «Ελήφθη μία κυβερνητική τότε απόφαση να απλουστεύσουμε το επιχειρηματικό περιβάλλον και συγκεκριμένα να βοηθήσουμε (όλες) τις επιχειρήσεις να συναντούν απλές διαδικασίες όταν πρέπει να αδειοδοτηθούν». Η προσπάθεια αυτή «συστηματοποιήθηκε τέλη του 2015 - αρχές του 2016, όπου με τη βοήθεια του τότε συμβούλου μας της Παγκόσμιας Τράπεζας, που υπήρξα και εγώ μέλος αυτής της ομάδας της Παγκόσμιας Τράπεζας (...), και βεβαίως τα στελέχη της υπηρεσίας, βάλαμε κάτω το πώς θα μπορούσαμε να απλουστεύσουμε πραγματικά και να συστηματοποιήσουμε την απλούστευση της αδειοδότησης σε αυτήν τη χώρα (...) αρχίσαμε να κάνουμε μια ευρύτερη συζήτηση, γιατί τελικά χρειαζόμαστε άδεια για τα πάντα; (...)Αρα, λοιπόν, προτάξαμε την καλή πρακτική τότε της ανάλυσης κινδύνου, και είπαμε ότι θα πρέπει να φτιάξουμε ένα μοντέλο, το οποίο εν συνεχεία ήταν ο νόμος 4442/16».
«Σε εμάς, στο υπουργείο Ανάπτυξης, μας ενδιαφέρει η ανάπτυξη. Αρα μας ενδιαφέρουν οι επιχειρήσεις», λέει η κα Ευτυχίδου και εξηγεί «το όραμά τους»:
«Πρώτα, ξεκινώ την επιχειρηματική δραστηριότητά μου. Δεν περιμένω κανέναν να με ελέγξει και είμαι υπόλογος και υπεύθυνος, το οποίο είναι σημαντικό, γιατί έτσι κάνεις και τον επιχειρηματία υπεύθυνο (!) γι' αυτά που πρέπει να τηρεί. Είμαι υπεύθυνος και υπόλογος και αναμένω τον έλεγχο. Πάμε λοιπόν τώρα στον έλεγχο. Οταν έγινε όλη αυτή η συζήτηση και η άσκηση, η πρώτη αντίδραση ήταν: "Θα αφήσω μια επιχείρηση να ανοίξει χωρίς να την έχω ελέγξει;".
Η απάντησή ήταν, ναι. Σαφώς θα αφήσουμε τις επιχειρήσεις να ανοίξουν, να πάρουν την ευθύνη τους, να ξέρουν τη νομοθεσία, να είναι σαφής η νομοθεσία, για να μπορούμε μετά να ελέγξουμε. Και εδώ ερχόμαστε στα εργαλεία που θέσπισε ο 4512/16».
Και ξεκαθάρισε: «Αν πρέπει να ελέγχουμε το 100% των επιχειρήσεων, δεν θα τελειώσουμε ποτέ. Δεν είναι λογικό και σύμφωνα με τις διεθνείς καλές πρακτικές γίνεται η παραδοχή ότι είναι αδύνατον μία χώρα να ελέγχει το 100% των επιχειρήσεων...».
Ο δεύτερος εκπρόσωπος της «Ανεξάρτητης» Αρχής Επιθεώρησης Εργασίας παρουσίασε τότε τον σχεδιασμό για την αξιολόγηση της επικινδυνότητας μιας επιχείρησης και τον τρόπο που αυτή θα ελέγχεται. Με όσα είπε, λοιπόν, περισσότερο συσκότισε παρά αποσαφήνισε το από ποιον θα γίνεται αρχικά ο έλεγχος, αλλά και το πώς θα αποφασίζει η Επιθεώρηση Εργασίας να κάνει έλεγχο σε ορισμένες επιχειρήσεις και όχι σε άλλες.
Η φράση - κλειδί είναι η «ανάλυση κινδύνου», που θα ορίζει τον προγραμματισμό των τακτικών ελέγχων. Η ανάλυση θα καταλήγει στην κατάταξη των επιχειρήσεων σε ένα από τα τρία επίπεδα επικινδυνότητας και θα γίνεται με βάση τέσσερα κριτήρια:
α) Η επικινδυνότητα του κλάδου στην οποία ανήκει μια επιχείρηση, όπως αυτή περιγράφεται στον νόμο 3850/2010, β) το φύλλο ελέγχου, γ) τα καταγεγραμμένα «ατυχήματα» και επαγγελματικές ασθένειες σε μια επιχείρηση τα τελευταία τρία έτη και δ) οι τυχόν ποινικές ή διοικητικές κυρώσεις που έχουν επιβληθεί.
Βέβαια, η όποια δράση της Επιθεώρησης Εργασίας με βάση τα κριτήρια (γ) και (δ) έχει κατά βάση κατασταλτικό και αποσπασματικό χαρακτήρα, αφού λαμβάνει χώρα μετά το «ατύχημα» ή την επαγγελματική ασθένεια.
Ενώ τα κριτήρια (α) και (β) είναι «σχέδια επί χάρτου» και όχι «δράση στο πεδίο».
Πρακτικά, τα κριτήρια αυτά παραπέμπουν στην ...καλή προαίρεση των εργοδοτών. Αυτοί άλλωστε είναι που θα κρίνουν σε πρώτη φάση αν ένα «ατύχημα» είναι εργατικό ή όχι. Και στην περίπτωση που το χαρακτηρίσουν εργατικό, όμως, είναι αμφίβολο ότι θα το αναγγείλουν. Αυτοί είναι που θα αναγγείλουν μια επαγγελματική ασθένεια, δηλαδή ποτέ, καθώς μέχρι σήμερα η καταγραφή τους είναι μηδενική.
Περαιτέρω, έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στο φύλλο ελέγχου, λέγοντας: «Το φύλλο αποτελεί το βασικό εργαλείο για την κατηγοριοποίηση των εγκαταστάσεων και την κατάταξή τους σε υψηλού, μεσαίου και χαμηλού επιπέδου κινδύνου». Αυτό που δεν ξεκαθάρισε είναι από ποιον και κάθε πότε θα συμπληρώνεται. Από τον εργοδότη, που θα γράφει ό,τι θέλει, ή από την Επιθεώρηση Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία, που διαθέτει μόλις 233 επιθεωρητές για 350.000 επιχειρήσεις;
Αν κάτι περιγράφουν με σαφήνεια τα παραπάνω, είναι ότι για τη θωράκιση της κερδοφορίας οι κυβερνήσεις διαχρονικά δίνουν στην εργοδοσία το «ελεύθερο» να δρα όπως θέλει, βάζοντας σε κίνδυνο τους εργαζόμενους, όλο τον λαό και το περιβάλλον.
Ετσι εξασφαλίζονται τα επενδυτικά «Ελντοράντο» που διαφημίζουν οι κυβερνήσεις, και η «υγιής επιχειρηματικότητα», με τις εργατικές διεκδικήσεις για μέτρα υγείας και ασφάλειας να θεωρούνται εμπόδιο στα κέρδη. Επομένως, η πάλη για να γυρνάνε οι εργάτες όρθιοι από το μεροκάματο σημαίνει σύγκρουση με όλο αυτό το νομοθετικό πλαίσιο, με την ίδια τη στρατηγική του κεφαλαίου, που θεωρεί «κόστος» την ουσιαστική προστασία στους χώρους δουλειάς.