INTIME NEWS |
Η κυβέρνηση της ΝΔ ισχυρίζεται ότι με το συγκεκριμένο νομοσχέδιο «εισάγει μια συνολική μεταρρύθμιση του συστήματος πολιτικής προστασίας και δασοπυρόσβεσης, μετατοπίζοντας το βάρος από την αποσπασματική αντίδραση στην οργανωμένη πρόληψη, την επιστημονικά τεκμηριωμένη απόφαση και τη θεσμική λογοδοσία». Καθιερώνει το «Στρατηγικό Σχέδιο Διαχείρισης Δασικών Πυρκαγιών με 10ετή διάρκεια που θα ευθυγραμμίζεται με τα διεθνή πρότυπα, καθιερώνει ειδικά σχέδια πρόληψης σε όλα τα επίπεδα με την εφαρμογή της προδιαγεγραμμένης καύσης και την ελεγχόμενη βόσκηση ως μέτρο πρόληψης».
- Κάλυψη των «επιχειρησιακών κενών» στον μηχανισμό πολιτικής προστασίας στο πλαίσιο των αποφάσεων ΕΕ και ΝΑΤΟ, για την πολεμική προετοιμασία.
- Χρησιμοποίηση της προδιαγεγραμμένης καύσης ως πρόσχημα που εξυπηρετεί την εξειδίκευση της πολεμικής προετοιμασίας.
- Προσπάθεια αποπροσανατολισμού, αφού μετατρέπει την προδιαγεγραμμένη καύση από μια μορφή μη κατά κανόνα αναγκαία στο πλαίσιο της διαχείρισης και προστασίας των δασών σε γενικευμένη μορφή αποσπασματικής και αναποτελεσματικής αντιπυρικής προστασίας και μάλιστα προσπαθεί να την εμφανίσει ως δήθεν καινοτόμα μέθοδο, η οποία όμως είναι γνωστή από δεκαετίες.
- Προσπάθεια ενσωμάτωσης λαϊκών δυνάμεων στο πλαίσιο της εθελοντικής στράτευσης στην πολεμική προετοιμασία και τους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς.
- Επιδίωξη διαμόρφωσης συμφωνίας από την κοινή γνώμη.
Σε αυτό το πλαίσιο χρησιμοποιεί ως «λαγούς» διάφορες γνωστές ΜΚΟ, που όχι μόνο αποτελούν πυλώνες στήριξης της «πράσινης μετάβασης» και της καταστροφικής πολιτικής περιβάλλοντος της ΕΕ με το «αζημίωτο», αλλά και ως φορείς - «κράχτες» δημιουργίας ιδιωτικών επιχειρήσεων εφαρμογής της προδιαγεγραμμένης καύσης.
Στην πραγματικότητα, η ανθεκτικότητα αποτελεί τον πυλώνα ενός ολοκληρωμένου σχεδίου πολεμικής προετοιμασίας και στρατιωτικοποίησης του πολιτικού τομέα και έχει τις γνωστές «βασικές απαιτήσεις» για την εθνική ανθεκτικότητα κάθε κράτους - μέλους. Μέσα από τις βασικές απαιτήσεις του ΝΑΤΟ και τις κατευθύνσεις της ΕΕ, την ανθεκτικότητα κρίσιμων οντοτήτων - υποδομών και μέσων, διαμορφώνεται ένα ενιαίο πλαίσιο επιτήρησης, ελέγχου και προσαρμογής των κρατικών λειτουργιών στις ανάγκες του ευρωατλαντικού σχεδιασμού. Η ανθεκτικότητα συνδέεται άμεσα με την ικανότητα διατήρησης της «συνέχειας διακυβέρνησης», για την πολιτική «υποστήριξη στρατιωτικών επιχειρήσεων» και της «ασφάλειας κρίσιμων υποδομών». Δηλαδή υποτάσσει κάθε πτυχή της δημόσιας διοίκησης και των φυσικών πόρων - όπως τα δάση, το νερό, η Ενέργεια και οι μεταφορές - στις ανάγκες της ιμπεριαλιστικής στρατηγικής. Η Ελλάδα όχι μόνο υιοθετεί πιστά αυτές τις κατευθύνσεις, αλλά πρωτοστατεί στην υλοποίησή τους, προβάλλοντας τη δική της «στρατηγική ανθεκτικότητας» εντός ΝΑΤΟ, με ενεργό ρόλο σε όλα τα σχετικά όργανα. Σύμφωνα με την ιστοσελίδα του υπουργείου Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας, στο πλαίσιο του σχεδιασμού πολιτικών εκτάκτων αναγκών έχουν αναπτυχθεί οι επτά βασικές απαιτήσεις, επί των οποίων γίνεται κάθε έτος αξιολόγηση των χωρών του ΝΑΤΟ. Στην αξιολόγηση συμμετέχει σε περιορισμένο βαθμό και η Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας.
Αλλωστε ο μηχανισμός της Πολιτικής Προστασίας, ως προς τον προσανατολισμό και το περιεχόμενο της πολιτικής του, είναι ενταγμένος στις συμφωνίες των ιμπεριαλιστικών ενώσεων και των κατασταλτικών μηχανισμών τους, που συμμετέχει η Ελλάδα. Στο πλαίσιο των οποίων αξιοποιείται ως εργαλείο διαφόρων ειδών παρεμβάσεων και επεμβάσεων αυτών των ενώσεων σε άλλες χώρες με πρόσχημα τις φυσικές καταστροφές, τη λεγόμενη ανθρωπιστική κρίση, πολέμους, τρομοκρατικές ενέργειες κ.λπ. Αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της στρατηγικής της λεγόμενης «Εσωτερικής και Εξωτερικής ασφάλειας της Ευρωπαϊκής Ενωσης» και του ΝΑΤΟ, με τις Ενοπλες Δυνάμεις ως εργαλείο υλοποίησης της σύνδεσης με την Πολιτική Προστασία.
Σε αυτό το πλαίσιο επίσης η κυβέρνηση της ΝΔ εκχώρησε με σύμβαση τον Μάρτη του 2025, σε επιχειρηματικό όμιλο, μεγάλο μέρος της ψηφιακής υποδομής της χώρας (ΕΜΥ, Αστεροσκοπείου, υδρολογικών και σεισμολογικών ινστιτούτων, δασικοί και άλλοι θεματικοί χάρτες, κτηματολογίου κ.λπ.), μέσω της δημιουργίας ενός λεγόμενου «Πληροφοριακού Συστήματος Διαχείρισης Κινδύνων και Πρόληψης». Σ' αυτόν θα πρέπει πλέον να απευθύνονται ως πελάτες οι κρατικοί φορείς (Πυροσβεστική, Δασική Υπηρεσία, Πολιτική Προστασία, Αστυνομία, Λιμενικό, Ενοπλες Δυνάμεις κ.λπ.), προκείμενου να αξιοποιήσουν τα στοιχεία τα οποία μέχρι σήμερα δημιούργησαν και διαχειρίζονται οι ίδιες.
Η αλήθεια είναι ότι το «Στρατηγικό Σχέδιο Διαχείρισης Δασικών Πυρκαγιών», στο πλαίσιο του οποίου η κυβέρνηση επιδιώκει να θεσμοθετήσει την καθιέρωση της προδιαγεγραμμένης καύσης, εντάσσεται στο πλαίσιο των αποφάσεων της ΕΕ και του ΝΑΤΟ για την ανθεκτικότητα και την πολεμική προετοιμασία.
Το Στρατηγικό Σχέδιο Διαχείρισης Δασικών Πυρκαγιών που προβλέπει το νομοσχέδιο θα αποτύχει, γιατί γενικεύει την προδιαγεγραμμένη καύση, που δεν είναι ουδέτερο εργαλείο διαχείρισης αλλά μια υψηλού ρίσκου οικολογική διαταραχή, με μικρό περιθώριο διόρθωσης του σφάλματος. Πρόληψη δασικών πυρκαγιών δεν σημαίνει νομιμοποίηση τέτοιων πράξεων, αλλά υλοποίηση της ολοκληρωμένης διαχείρισης και προστασίας των δασών που εξασφαλίζει μείωση της καύσιμης ύλης.
Τα ελληνικά μεσογειακά δάση δεν είναι ούτε σαβάνες, ούτε απέραντα ψυχρά δάση του Βορρά. Είναι μεικτά δάση από θάμνους, φρύγανα και μεγάλα δένδρα (κυρίως θερμόβια πεύκα), σε ρηχά, πετρώδη και ευάλωτα εδάφη. Εδώ η φωτιά δεν λειτουργεί ως εργαλείο εξισορρόπησης, αλλά ως διαταράκτης. Γιατί είναι πολύ εύκολη η μετατροπή της έρπουσας σε επικόρυφη πυρκαγιά, ενώ υπάρχει γρήγορη αναγέννηση των θάμνων. Σε αυτές τις συνθήκες θα πρέπει αναγκαστικά να επαναλαμβάνεται σχεδόν κάθε χρονιά η προδιαγεγραμμένη καύση που οδηγεί μεσο-μακροπρόθεσμα σε αύξηση της υποβάθμισης της συγκεκριμένης δασικού χαρακτήρα έκτασης (παράσυρση εδάφους, ανοσοποίηση) και την καθιστά ευπαθή στη διάβρωση, αντί να επιδιώκει την οικολογική ισορροπία και την αναβάθμισή τους.
Η ΕΕ, εξειδικεύοντας τις παραπάνω κατευθύνσεις, μέσω της στρατηγικής της ΕΕ 2030 (ΕU Forest Strategy 2030) και του rescEU, προωθεί την καύση ως προγραμματισμένο εργαλείο για την ανθεκτικότητα των ελληνικών δασών, εστιάζοντας σε μείωση καύσιμης ύλης και τη λεγόμενη κλιματική κρίση. Ωστόσο, αυτή η πολιτική προτάσσει την προστασία κρίσιμων υποδομών, όχι την οικολογική ισορροπία. Αποκρύπτει, εκτός των άλλων, ότι σε μεσογειακά δάση η καύση και μάλιστα επαναλαμβανόμενη οδηγεί σε ένταση της υποβάθμισης των δασών. Γι' αυτό το βάρος δίνεται σε «μέσα και πλατφόρμες» και όχι σε μόνιμη δασική διαχείριση από τις κρατικές υπηρεσίες (Δασική Υπηρεσία).
Η ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ, ο ΣΥΡΙΖΑ είτε από θέση κυβέρνησης είτε από θέση αντιπολίτευσης, αλλά και όλα τα υπόλοιπα αστικά κόμματα ταυτίζουν την προστασία των δασών μόνο με την κατάσβεση των δασικών πυρκαγιών. Αυτό είναι επιστημονικά, πολιτικά και επιχειρησιακά απαράδεκτο και χρεοκοπημένο. Η πολιτική αυτή υπονομεύει την ολοκληρωμένη διαχείριση και προστασία των δασών, τα αντιμετωπίζει ως εμπόρευμα, και σύμφωνα με την αντίληψη του κόστους - οφέλους. Πρόληψη δασικών πυρκαγιών δεν σημαίνει να νομιμοποιούμε υψηλού ρίσκου πράξεις. Σημαίνει να αποκαταστήσουμε την κανονική δασοπονική διαχείριση (σχέδια, αραιώσεις, βόσκηση με σχέδιο, ζώνες μίξης, μόνιμη παρουσία). Αυτό είναι το εργαλείο μείωσης της καύσιμης ύλης. Θυμίζουμε ότι στα ελληνικά - μεσογειακά δάση η προδιαγεγραμμένη καύση δεν είναι ουδέτερο εργαλείο διαχείρισης, αλλά μια υψηλού ρίσκου οικολογική διαταραχή, με μικρό περιθώριο διόρθωσης του σφάλματος.
Η πολιτική αυτή είναι σε αντίθετη κατεύθυνση, δεν εξυπηρετεί τις πραγματικές ανάγκες προστασίας των δασών και υπονομεύει την ολοκληρωμένη διαχείριση και προστασία των δασικών οικοσυστημάτων.
Αγνοεί σκόπιμα τις μορφές της επιστημονικής διαχείρισης της δασικής βλάστησης που θα μπορούσαν να εφαρμοστούν με κριτήριο την προστασία των δασών και την ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών. Αντίθετα υποτάσσει τα επιτεύγματα της επιστήμης και της τεχνικής στις επιδιώξεις και τα συμφέροντα των επιχειρηματικών ομίλων και της άρχουσας τάξης.
Η ελληνική δασική πολιτική γίνεται καθημερινά όλο και πιο δασοκτόνα. Με τις ανεμογεννήτριες να τεμαχίζουν βουνά και να διασπούν τη συνέχεια των δασών και προστατευόμενων περιοχών, συμβάλλουν στην ένταση των πλημμυρικών φαινομένων και την παράσυρση εδαφών. Με το Antinero να διαλύει εδάφη και να επιταχύνει τη διάβρωση. Με την εκχώρηση της διαχείρισης των δασών σε ξυλοβιομηχανίες και ξυλέμπορους. Με τη Δασική Υπηρεσία απαξιωμένη και τους δασικούς υπαλλήλους ουσιαστικά αποκλεισμένους από τη διαχείριση και προστασία των δασών.
Μόνο ο σοσιαλισμός μπορεί να κατοχυρώσει ότι τα δάση είναι κοινωνικό αγαθό. Λαϊκή περιουσία και ιδιοκτησία και όχι εμπορεύματα για την ενίσχυση των κάθε φορά επενδυτικών επιδιώξεων κερδοφορίας των επιχειρηματικών ομίλων.
Η δασική γη δεν πρέπει να αποτελεί πεδίο διεύρυνσης της κερδοφορίας, «ιδιοκτησία» και πηγή πλούτου για τις μεγάλες επιχειρήσεις και μονοπωλιακούς ομίλους, που οδηγεί ταυτόχρονα και σε μεγάλες καταστροφές.
Απαιτείται η κατάργηση της εξουσίας της αστικής τάξης, της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας και του κεφαλαίου.
Απαιτείται ανατροπή του χαρακτήρα της εξουσίας. Εργατική εξουσία, Σοσιαλισμός - Κομμουνισμός, με επιστημονικό κεντρικό σχεδιασμό της οικονομίας και εργατικό έλεγχο.
Δυναμώνοντας αυτόν τον προσανατολισμό, το εργατικό - λαϊκό κίνημα, οι υπάλληλοι στην Πυροσβεστική και στη Δασική υπηρεσία, οι βιοπαλαιστές αγρότες και αυτοαπασχολούμενοι, η νεολαία, οι γυναίκες, οι συνταξιούχοι, οι εργαζόμενοι, τα λαϊκά στρώματα πρέπει να υψώσουν φραγμό. Με αποφασιστικότητα να παλέψουν για:
- Την κατάργηση όλου του αντιλαϊκού νομικού πλαισίου για τα δάση και τη χρήση γης γενικότερα, που ψήφισαν οι κυβερνήσεις της ΝΔ του ΠΑΣΟΚ και του ΣΥΡΙΖΑ, που εξυπηρετεί το κεφάλαιο και τις κερδοφόρες επιδιώξεις του.
- Συνολική ενιαία και συνδυασμένη διαχείριση και προστασία των δασών και σε αυτό το πλαίσιο, για την εκπόνηση δασοτεχνικών μελετών και εκτέλεση των δασοτεχνικών έργων διαχείρισης και αντιπυρικής προστασίας, που θα αφορούν εκτός των άλλων και προστασίας του εδάφους, αντιμετώπισης πλημμυρικών φαινόμενων, μετρά βοήθειας της φυσικής αναγέννησης και αναδάσωσης από τη δασική υπηρεσία.
- Ενιαίο σύγχρονο αντιπυρικό σχεδιασμό, με κύριο βάρος στην πρόληψη, την ειδική διαχείριση της δασικής βλάστησης και τη διαφορετική οργάνωση των επίγειων δυνάμεων με κύριο βάρος στην ενίσχυση των επίγειων δυνάμεων και μέσων.
- Ενίσχυση των αρμόδιων δυνάμεων πυροπροστασίας με διαφορετική δομή, οργάνωση, με προσλήψεις του αναγκαίου προσωπικού όλων των κατηγοριών και ειδικοτήτων στις αρμόδιες υπηρεσίες, (Πυροσβεστική, Δασική, Τοπική και Περιφερειακή Διοίκηση, υγειονομικές υπηρεσίες κ.λπ.), με πλήρωση των αναγκαίων και όχι των μειωμένων οργανικών θέσεων και μονιμοποίηση όλων των άλλων εργασιακών σχέσεων.
- Να είναι αποκλειστική μέριμνα και ευθύνη του κράτους η οργάνωση της δασοπυροπροστασίας της χώρας σε επίπεδο δομής, υποδομών, εξοπλισμού, σχεδιασμού και αντιμετώπισης. Καμία εμπλοκή των ιδιωτών.
- Εξασφάλιση των αναγκαίων μέσων υποδομών και αύξηση της χρηματοδότησης από τον κρατικό προϋπολογισμό για τον τομέα δάση.
- Να γίνουν οι απαραίτητες μελέτες από τις αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες και τα αναγκαία δασοτεχνικά έργα.
- Να εκφράσουν την αντίθεσή τους στην ιδιωτικοποίηση της δασοπυρόσβεσης σε ιδιωτικές υπηρεσίες σεκιούριτι.
- Μέτρα προστασίας από καταπατήσεις, εκχερσώσεις και άλλες προσπάθειες αλλαγής του χαρακτήρα των καμένων δασών και δασικών εκτάσεων.
- Κήρυξη όλων των καμένων δασών και δασικών εκτάσεων ως αναδασωτέων, ανεξάρτητα από το ιδιοκτησιακό καθεστώς. Καμία αλλαγή στον χαρακτήρα και τη χρήση γης. Να θεωρηθεί παράνομη η οικοπεδοποίηση των καμένων δασών και δασικών εκτάσεων με τα κτίσματα που περιέχουν.
- Να εκπονηθεί ολοκληρωμένος σχεδιασμός πολιτικής προστασίας (χωρίς μετάθεση της κρατικής ευθύνης σε επιχειρηματικούς ομίλους) και κυρίως για να μπορεί να υλοποιηθεί και να μη μείνει την κρίσιμη ώρα ξανά στα χαρτιά.