Το β' μέρος του οδοιπορικού στη Σοβιετική Σιβηρία το 1987
Παιδιά σε σταθμό την ώρα που λαγοκοιμούνται |
Αυτό το αχανές σύμπαν υποταγμένο και συγχωνευμένο από τη δύναμη του ανθρώπου. Τα χιόνια στους παγωμένους δρόμους λιώνουν αμέσως γιατί θερμαίνονται υπογείως και βλέπεις τον ατμό, σαν άσπρα, μικρά σύννεφα. Μ' αυτόν τον τρόπο διευκολύνουν την καθημερινότητα των κατοίκων.
Το δωμάτιο στο ξενοδοχείο όπου έμενα στο Ιρκούτσκ έμοιαζε με ησυχαστήριο. Με μια όμορφη, λιτή επίπλωση. Τίποτα εντυπωσιακό. Μια γαλήνη. Ο μόνος ήχος που άκουγα ήταν το τρένο του Υπερσιβηρικού που περνούσε τα βράδια κι έβλεπες τα φωτάκια στα βαγόνια. Μια ζωγραφιά. Ενα όνειρο. Ενα ταξίδι στον χρόνο.
Ο Υπερσιβηρικός ενώνει τη Μόσχα με το Βλαδιβοστόκ, διασχίζοντας τα Ουράλια, τη Σιβηρία, μέχρι τον Ειρηνικό Ωκεανό. Αλλα τρένα φθάνουν μέχρι την Κίνα. Τη Μογγολία. Τακτικά περνούσαν με κατεύθυνση τη λίμνη της Βαϊκάλης, μέχρι τον ποταμό Σελεγκά και την πόλη Ουλάν Ουντέ, για να πάει ανατολικά, παράλληλα με τον ποταμό Αμούρ που αποτελεί το σύνορο με την Κίνα.
Τα τρένα είναι ηλεκτροκίνητα. Συνήθως, έχουν μέχρι 130 βαγόνια. Δεν μεταφέρουν μόνο ταξιδιώτες αλλά εμπορεύματα, κάρβουνο, μηχανήματα, μεταλλεύματα. Στον τομέα των σιδηροδρόμων η πλειοψηφία είναι γυναίκες μηχανοδηγοί, κλειδούχες, σταθμαρχίνες που φορώντας τις υπηρεσιακές στολές τους - φόρμες, δουλεύουν με σοβαρότητα, υπευθυνότητα και σεβασμό.
Η βιομηχανία «Ηλεκτροσύλα», που ιδρύθηκε μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, το 1922, και βρίσκεται στο Λένινγκραντ, είχε σκοπό την ηλεκτροδότηση ολόκληρης της Ρωσίας. Μέσα στους στόχους ήταν και η κατασκευή υδρογεννητριών στη Σιβηρία. Οπως επίσης και η κατασκευή μεγάλων μηχανών που χρησιμεύουν ως παγοθραυστικά σκάφη κυρίως στον Βόρειο Παγωμένο Ωκεανό. Μπορούν να σπάσουν πάγους, πάχους τεσσάρων μέτρων.
Στη Σιβηρία όπως και σε όλη τη Σοβιετική Ενωση γίνονται πολλοί γάμοι ανάμεσα και σε άτομα διαφορετικής εθνικότητας. Αυτό οφείλεται στις μετακινήσεις του πληθυσμού, στην επαφή των εργαζομένων σε χώρους δουλειάς και σπουδών. Στα νεαρά ζευγάρια παρέχονται πολλά επιδόματα και βοήθειες προκειμένου να στήσουν το σπιτικό τους.
Πριν από την αναχώρησή μας για τη δεύτερη πόλη της Σιβηρίας, το Μπρατσκ, στα βόρεια, ρωτήσαμε αν είναι μακριά. Μας απάντησαν ότι είναι κοντά. Αυτό σήμαινε 450 χιλιόμετρα. Μια ώρα περίπου πτήση. Προσαρμόστηκε ο άνθρωπος στην απεραντοσύνη της Σιβηρίας. Γι' αυτούς, το πιο «κοντινό» είναι 100 χιλιόμετρα.
Μας περίμενε ο ανταποκριτής της τηλεόρασης Νικολάι και πήγαμε κατευθείαν στον μεγαλύτερο υδροηλεκτρικό σταθμό της Σιβηρίας και στο τρίτο φράγμα στον κόσμο. Αυτό το φράγμα το έφτιαξαν οικοδόμοι, μηχανολόγοι, αρχιτέκτονες, που τώρα συνεχίζουν να χτίζουν την πόλη τους. Το φράγμα συμβολίζει το μέλλον. Εδώ προσκυνούν και οι νιόπαντροι αμέσως μετά την τελετή του γάμου και υπόσχονται αιώνια αφοσίωση.
Οι κάτοικοι του Μπρατσκ φτιάξαν στο φράγμα και μια... θάλασσα, που άλλαξε το κλίμα της περιοχής. Στον σταθμό του φράγματος μας περίμεναν πολλές συγκινήσεις. Η μεγαλύτερη ήταν όταν συναντήσαμε τον αρχιτεχνίτη, τον Ελληνα Γιώργο Γεωργιάδη, Ποντιακής καταγωγής, χωρίς όμως να ξέρει ούτε μια λέξη Ελληνικά.
Η δεύτερη θύμησή μας για την Ελλάδα ήταν όταν ξεφυλλίσαμε ένα μεγάλο βιβλίο, που γράφουν τις εντυπώσεις τους για το φράγμα διάφορες προσωπικότητες. Ανάμεσα στα ονόματα πολιτικών (όπως του Κάστρο) και επιστημόνων, βλέπουμε την υπογραφή του Μίκη Θεοδωράκη, ενώ πιο κάτω είδαμε και την υπογραφή της δημοσιογράφου Μαρίας Νεοφωτίστου. Στο τέλος του βιβλίου συμπλήρωσα κι εγώ δυο φράσεις. «Ο άνθρωπος είναι τόσο μικρός μπροστά σ' αυτά τα τεράστια έργα, αλλά είναι αυτός που τα φτιάχνει. Κι αυτό είναι το σημαντικότερο...».
Ανεβήκαμε πάνω στη γέφυρα του φράγματος, για να ατενίσουμε την απέραντη παγωμένη έκταση της λίμνης. Είδαμε πως έσφυζε από ζωή. Κυκλοφορούσαν, πάνω στον πάγο, φορτηγά, μοτοσικλέτες, πατιναίρ και μανιώδεις ψαράδες, που ανοίγοντας τρύπες, ψάρευαν κάτω από τον πάγο. Βέβαια, αν ξαφνικά πέφταν σε κάποιο ρήγμα, θα κάνανε παρέα στον βυθό της λίμνης με τα ψάρια.
Νεόνυμφοι φωτογραφίζονται δίπλα στο φράγμα Μπρατσκ |
Στο Μπρατσκ μας εντυπωσίασε η ζεστασιά των ανθρώπων. Η φιλοξενία τους. Πήγαμε σε ένα σπίτι ενός Σιβηριανού ζωγράφου - ξυλογλύπτη, διάσημου σ' όλη τη Σιβηρία, γιατί επεξεργάζεται το ξύλο από τις σημύδες. Μας υποδέχτηκε οικογενειακώς προσφέροντας τσάι, γλυκά και μικρά κουτιά από τους φλοιούς των δένδρων. Αυτή η πόλη έχει παράδοση στη λογοτεχνία, στα Γράμματα, στις τέχνες.
Πολλοί ζωγράφοι στράφηκαν σε απλά, λιτά σχέδια και κατασκευές που αντανακλούν, βέβαια, την εποχή. Το Ιρκούτσκ έχει πολιτιστικό και επιστημονικό κέντρο. Ο μεγαλύτερος υδροηλεκτρικός σταθμός λειτουργεί στο Μπρατσκ.
Στο Μπρατσκ δοκιμάσαμε τη σιβηριανή κουζίνα. Σ' ένα τραπέζι στολισμένο με την ελληνική σημαία φάγαμε τις σούπες σολιάγκες, το κεφίρ (ένα είδος ανθόγαλα), το σίρνικι (σαν μυζήθρα) και φυσικά άφθονη μπρουσνίκα, ένα φυτό που κατεβάζει την πίεση, αλλά είναι τόσο νόστιμο, που μπορείς να φας ένα πιάτο. Αυτό έκανα κι εγώ, με αποτέλεσμα να κατέβει η πίεσή μου στο 8 και να τρέχω για φάρμακα, γιατί ζαλιζόμουν.
Φεύγοντας από τη Σιβηρία, νομίζω πως πήρα μια γεύση της μάχης που δίνει καθημερινά ο άνθρωπος για να την κατακτήσει. Μου 'ρχεται στον νου η εικόνα της απέραντης φύσης, που το μεγαλύτερο κομμάτι της είναι ακόμα παρθένο και η εικόνα του ανθρώπου, που νίκησε τη φύση και συμβιώνει μαζί της, χωρίς έπαρση για τη νίκη του. Με σεβασμό. Με αγάπη για το παλιό και το καινούριο. Είδα, ας πούμε, μια κορυφή - που μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος - και αυτή η κορυφή να στέκεται ένα ορόσημο της αξίας του ανθρώπου.