«Εκείνο το βράδυ σώπαιναν οι λύκοι, γιατί ουρλιάζανε οι άνθρωποι»

Μενέλαος Λουντέμης

Σάββατο 9 Ιούνη 2018 - Κυριακή 10 Ιούνη 2018

Ξυλογραφία του Γ. Φαρσακίδη «Μακελειό στη χαράδρα»
Σκαλίζοντας την εκατοντάχρονη Ιστορία του Κόμματός μας, πολλές είναι οι στιγμές με πρωταγωνιστές κομμουνιστές φαντάρους, που με τη στάση τους έδειξαν τη γνήσια λαϊκή αγάπη για την πατρίδα τους. Οι σελίδες σταματούν στη Μακρόνησο, στον «Παρθενών της Ελλάδας», στο γνήσιο στρατόπεδο συγκέντρωσης, στο «αναμορφωτήριο συνειδήσεων». Η «Σφαγή της Μακρονήσου» ήταν μία από τις πιο ακραίες μεθόδους που αξιοποίησε το αστικό κράτος του Σοφούλη, σε συνεργασία με τον Αμερικανό στρατηγό Βαν Φλιτ. Σκοπός η τρομοκρατία, η πτώση του ηθικού, το «άρπαγμα» δηλώσεων.

Τα γεγονότα ξεκινούν στις 29 Φλεβάρη του 1948. 4.500 σκαπανείς του Α' Τάγματος οδηγούνται στο γήπεδο της Μακρονήσου. Οσοι ήταν ελεύθεροι υπηρεσίας, λόγω ασθενείας, σέρνονται στον ίδιο χώρο, από τους Αλφαμήτες, με τη βία, κάτι που προκαλεί τις διαμαρτυρίες των υπόλοιπων φαντάρων. Σαν προσχεδιασμένη αντίδραση, ο ανθυπολοχαγός Κωνσταντίνος Μπέσκος, που εκτελούσε χρέη διοικητού εκείνη τη μέρα, λόγω απουσίας του διοικητή Βασιλόπουλου, απαντά με πυροβολισμούς στον αέρα. Αυτό ήταν και το σύνθημα για να ξεκινήσει η αιματοχυσία. Ο λόχος ασφαλείας, που ήταν ακροβολισμένος, αρχίζει να πυροβολεί. Πέφτουν οι πρώτοι νεκροί και τραυματίες.

Η επέμβαση κάποιων αξιωματικών, που ενέπνεαν τον σεβασμό των στρατιωτών, ηρεμούν κάπως τα πράγματα. Η επιστροφή του διοικητή Βασιλόπουλου στο στρατόπεδο καθησυχάζει τους φαντάρους, αφού τους εγγυήθηκε προσωπικά την ασφάλειά τους, δέχτηκε τα αιτήματά τους, που, μεταξύ άλλων, ήταν η εξέταση της υπόθεσης από διακομματική επιτροπή, η πλήρης διαλεύκανση και η παραδειγματική τιμωρία των ενόχων.

Ξημερώνοντας το επόμενο πρωί, 1η Μάρτη, η σάλπιγγα του Τάγματος για εγερτήριο δεν θα σημάνει. Πολλοί εξόριστοι περνούν μπροστά από τη σκηνή των νεκρών για να τους τιμήσουν. Ολο το βράδυ οι φαντάροι του Α' Τάγματος κάθε δέκα λεπτά άλλαζαν τιμητική φρουρά στη σκηνή των νεκρών συντρόφων τους. Οι σκαπανείς ετοιμάζουν τον τάφο των νεκρών, όμως η διοίκηση του στρατοπέδου έχει άλλα σχέδια. Ενα φορτηγό φορτώνει τους νεκρούς και τους παίρνει. Κανείς δεν έμαθε πού κατευθύνθηκε.

Τις πρωινές ώρες, στις ακτές του Α' Τάγματος εμφανίστηκε ένα πολεμικό πλοίο, που πλησίασε αρκετά στην ακτή. Ηταν από παντού περικυκλωμένοι. Από τα μεγάφωνα του πλοίου ακούστηκε η φωνή του συνταγματάρχη Μπαϊρακτάρη. Καλούσε τους στρατιώτες του Α' Τάγματος να διαχωρίσουν τη θέση τους από τα «ολίγα καθάρματα κομμουνισταί» που οδήγησαν σε αυτήν τη στάση κατά της πατρίδας. Τους καλούσε να εγκαταλείψουν τους κομμουνιστές, να μεταμεληθούν και η πατρίδα θα τους συγχωρέσει. Με λίγα λόγια, τους καλούσε να υπογράψουν δήλωση.

Την ίδια ώρα, περίπου 250 ένοπλοι και ροπαλοφόροι από το Γ' Τάγμα κύκλωσαν τους σκαπανείς του Α' τάγματος από αριστερά, με επικεφαλής τους Μιχάλη Μπαρούχο και Μιχάλη Σφακιανό, ενώ το κέντρο και τη δεξιά πλευρά κάλυψε η μονάδα ασφαλείας. Τέσσερα πολυβόλα, έτοιμα να χτυπήσουν ανά πάσα στιγμή, δεν άφηναν το παραμικρό περιθώριο διαφυγής στους στρατιώτες του Α' Τάγματος.

Με εντολή του Μπαϊρακτάρη ξεκινά η επίθεση. Ρόπαλα και όπλα πέφτουν πάνω στους άοπλους σκαπανείς. Νεκροί έπεφταν πάνω σε ζωντανούς. Ορισμένοι αρχίζουν να αμύνονται, πετώντας πέτρες, μια κίνηση που υιοθετήθηκε σταδιακά από όλο το Τάγμα. Κάποιοι στρατιώτες καταφεύγουν στη θάλασσα, για να σωθούν πέφτοντας στο νερό, και εκεί δέχονται τα πυρά του πλοίου. Τη θέση του μακελειού παίρνουν τα βασανιστήρια, οι βρισιές, οι εξευτελισμοί και η λαφυραγωγία από μέρους των «νικητών». Την ώρα που μαζεύονταν οι νεκροί, 12 σκαπανείς συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν στις στρατιωτικές φυλακές ως αρχηγοί της «εξέγερσης» και άλλοι 142 ως πρωταίτιοι.

Τα γεγονότα της μεγάλης σφαγής της Μακρονήσου είναι βαθιά χαραγμένα στη μνήμη και στη συνείδηση όλων όσοι τα έζησαν. Για όσους από εμάς τα διαβάζουμε ή τα ακούμε, μας γεμίζουν, από τη μία, συγκίνηση και μίσος ταξικό γι' αυτούς που θέλουν να λένε ότι αγαπούν την πατρίδα μας, μα στην ουσία στέκονται απέναντι από τα λαϊκά πατριωτικά αισθήματα, στο πλάι των εκμεταλλευτών αυτού του τόπου. Από την άλλη, μας γεμίζουν τιμή γι' αυτούς τους ιστορικούς μας προγόνους, τους κομμουνιστές - φαντάρους, που μένοντας αλύγιστοι στις πιέσεις να υπογράψουν, να απαρνηθούν την πάλη για το σοσιαλισμό, θυσίασαν τη ζωή τους. Τα σώματά τους δεν βρέθηκαν ποτέ, οι μανάδες τους δεν τα έκλαψαν, πετάχτηκαν με καΐκια κάπου στα ανοιχτά του Κάβο Ντόρο. Ολοι εμείς που διδασκόμαστε από τον ηρωισμό αυτών των νέων κομμουνιστών, είμαστε εδώ, γνήσιοι συνεχιστές τους.


Φ. Κ.