Τα πολλά πρόσωπα του Αρη

Ενα από τα ρομποτικά οχήματα της NASA βρήκε μια αρχαία έρημο. Το άλλο βρήκε έναν κόσμο που κάποτε ήταν πλούσιος σε νερό. Η ποικιλομορφία του Κόκκινου Πλανήτη ανταγωνίζεται αυτή της Γης

Κυριακή 28 Αυγούστου 2005

Ο λόφος της φωτογραφίας σχηματίζει μέρος του χείλους του κρατήρα Εντούρανς. Τα βράχια στο πάνω μέρος είναι πλούσια σε θειικά άλατα (κόκκινο, κίτρινο στη φωτογραφία με τα ψευδοχρώματα) που εναποτέθηκαν στις διαδοχικές φάσεις που η περιοχή πλημμύριζε και στέγνωνε. Πιο κάτω είναι στρώματα από υδρογενή αιματίτη και βασαλτικά πετρώματα(πράσινο). Πρόκειται για αρχαίες θίνες που γενικά ήταν ξηρές, αλλά βρίσκονταν κοντά σε λεκάνη νερού. Ο πάτος του κρατήρα καλύπτεται από βασαλτική άμμο (μπλε)
Ενας γεωλόγος, μελετώντας τα πετρώματα, μπορεί να πει πολλά για την ιστορία μιας περιοχής του πλανήτη μας, που ανεξάρτητα από τη σημερινή μορφή της στο παρελθόν μπορεί να ήταν θάλασσα, μετά έρημος, μετά παγετώνας, μετά λίμνη, να είχε ηφαίστεια που έσβησαν, τμήματά της να βυθίστηκαν κάτω από τεκτονικές πλάκες και μετά να ξαναβγήκαν στην επιφάνεια κ.ο.κ. Κάθε τέτοια γεωλογική αλλαγή αφήνει το αποτύπωμά της στα πετρώματα και αυτό το αποτύπωμα «διαβάζει» ο γεωλόγος.

Αυτό το είδος αναλυτικής περιγραφής της γεωλογικής ιστορίας ήταν μέχρι πρότινος αδύνατο για τον Αρη. Μέσα στη διάρκεια της ζωής ενός ανθρώπου, ο Κόκκινος Πλανήτης μετασχηματίστηκε από κάτι περισσότερο από ένα φωτεινό σημείο στο νυχτερινό ουρανό σε έναν κόσμο με τεράστια ηφαίστεια, κοίτες αποξηραμένων ποταμών, αρχαίες λίμνες και εκτεταμένες πεδιάδες καλυμμένες από λάβα. Επί δεκαετίες οι επιστήμονες ταλανίζονταν από το ερώτημα: Είναι ο Αρης «ζεστός και υγρός» παρόμοιος με τη Γη, ή «ψυχρός και ξηρός» όπως η Σελήνη, λες και η ιστορία και η πραγματικότητα ενός ολόκληρου κόσμου μπορούσε να ειπωθεί με δυο λέξεις.

Την τελευταία δεκαετία, όμως, άρχισε μια νέα εποχή εξερεύνησης του Αρη (οι προηγούμενες δύο ήταν η εποχή των τηλεσκοπικών παρατηρήσεων και οι αρχικές αναγνωριστικές διαστημικές αποστολές των δεκαετιών του 1960 και 1970). Τα διαστημόπλοια που σήμερα βρίσκονται σε τροχιά και τα ρομποτικά οχήματα που διατρέχουν την επιφάνεια του Αρη έχουν κάνει μια πλήρη τοπογραφική ανάλυσή του, έχουν προσδιορίσει την ορυκτολογία του, έχουν φωτογραφίσει την επιφάνειά του με αρκετή λεπτομέρεια ώστε να μπορούν να ερμηνευτούν οι διάφορες γεωλογικές διαδικασίες που οδήγησαν στους σημερινούς σχηματισμούς και έχουν οδηγήσει στην επιβεβαίωση τροχιακών παρατηρήσεων από παρατηρήσεις επιτόπου, πάνω στην επιφάνεια του πλανήτη. Ο Αρης έχει γίνει ένα μέρος που μπορεί να μελετήσει ένας γεωλόγος, χρησιμοποιώντας τα πετρώματα, τα ορυκτά και τους γεωλογικούς σχηματισμούς του, για να εξιστορήσει την εξέλιξή του.

Ανατολή πάνω από την Αράμπια Τέρα, κοιτάζοντας ανατολικά προς την Ουτόπια Πλανίσια. Αυτή η καλλιτεχνική αναπαράσταση φωτογραφικού υλικού, που τραβήχτηκε από διαστημόπλοια σε τροχιά, δείχνει τα άκρα της πεδιάδας Βαστίτας Μπορεάλις, στην οποία ίσως κάποτε κατέληγαν τα νερά από πολλά κανάλια. Προς το κέντρο της εικόνας, οι πρώτες ηλιαχτίδες φωτίζουν το δυτικό χείλος του κρατήρα Λιοτ
Εκείνο που διαπιστώθηκε είναι ότι ο Αρης έχει περάσει από διάφορες φάσεις και διαδικασίες. Εχει «δει» περιόδους απόλυτης ξηρασίας, υγρασίας «ως το κόκαλο», κάλυψης με χιόνι και κάλυψης με πάγο. Αντί για «ζεστός» ή «ψυχρός», τώρα οι επιστήμονες ρωτάνε: Πόσο ζεστός; Πόσο υγρός; Για πόσο χρονικό διάστημα; Σε ποια περιοχή του; Οι απαντήσεις που παίρνουν είναι ενθαρρυντικές ως προς εκείνο που κάνει πολλούς απ' αυτούς να μελετούν τον Κόκκινο Πλανήτη: τη δυνατότητά του να υποστηρίζει ζωή, σήμερα ή στο παρελθόν.

Ο Αρης πρόσφερε και προσφέρει ακόμα μια ποικιλία περιβαλλόντων. Νερό υπήρχε για μεγάλες περιόδους (αν και με διακοπές) μέσα σε λίμνες, όπου ίσως η ύλη να οργανώθηκε σε μορφές ζωής, όσο απλές κι αν ήταν αυτές. Μικροοργανισμοί ίσως να επιβιώνουν ακόμα, διαχειμάζοντας στις κρύες περιόδους και επανεμφανιζόμενοι όταν οι κλιματολογικές συνθήκες βελτιώνονται. Οι λωρίδες χιονιού που έχουν απομείνει, οι ξεροπόταμοι και οι ανάλογες περιοχές του Αρη είναι εξαιρετικά μέρη προς διερεύνηση για ύπαρξη ζωής, από μελλοντικές ρομποτικές αποστολές.


Επιμέλεια:
Σταύρος ΞΕΝΙΚΟΥΔΑΚΗΣ
Πηγή: «Scientific American»