Γρηγοριάδης Κώστας |
Ο «Παμεινώντας», όπως τον φώναζε, όταν πρωτόρθε ήταν ξελιγωμένος από την πείνα. Τραυματίας του ελληνοϊταλικού πολέμου στην Αλβανία καθώς ήταν, δεν πρόλαβε ν' αναρρώσει και τον βρήκε η Κατοχή. Μη μπορώντας να εργαστεί στα χτήματα και έχοντας ανάγκη δυναμωτικής τροφής το έριξε στη χελωνοφαγία, τις έβραζε και είχε να λέει για τη νοστιμιά τους. Κι αυτές ήταν ατέλειωτες, θα μπορούσαν να τον κρατήσουν στη ζωή και χωρίς τη βοήθεια κανενός. Με τα κράνη τους που ήταν όμοια με τα γερμανικά, είχε γεμίσει ο τόπος. Ο άνθρωπος αυτός, όπως ο συνονόματός του αρχαίος στρατηγός και πολιτικός της Θήβας, είχε στρατηγικό μυαλό, έκανε σπουδαία δουλιά στην Αντίσταση χωρίς να το πάρει χαμπάρι, ώσπου έφυγε στο βουνό να πολεμήσει τους κατακτητές με την πείρα που είχε αποκτήσει στην Αλβανία. Εντυπωσίαζε ο τρόπος της ομιλίας του και προβλημάτιζε τους συνομιλητές του η ευρύτητα της σκέψης του. Και να πεις ότι διδάχτηκε πολλά στο σχολειό; Ο διωγμός του ελληνισμού από τα Μικρασιατικά παράλια τον βρήκε μαθητή του Δημοτικού. Αυτά ήταν όλα κι όλα που πρόλαβε να πάρει από την Εκπαίδευση, τα άλλα τα έμαθε στον Πειραιά όπου κατέφυγε η οικογένεια και ρίχτηκε ανήλικος στη μάχη του βιοπορισμού, πουλώντας κουλούρια στο μεγάλο λιμάνι, κάνοντας αρκετές φορές την ημέρα τη διαδρομή από το Χατζηκυριάκειο ως τη Δραπετσώνα. Ερχόταν καθημερινά σε επαφή με τους εργάτες που ξεφόρτωναν ξυλοκάρβουνα στα καρβουνιάρικα και ήταν μη αναγνωρίσιμοι μες στη μουντζούρα, με τους θερμαστές των φορτηγών πλοίων και άλλους πολυταξιδεμένους και, ό,τι έντυπο έπεφτε στα χέρια του το καταβρόχθιζε, λέξη δεν πήγαινε χαμένη. Στα «λιπάσματα» που δούλεψε στη συνέχεια μέσα στα οξέα και τη φυματίωση συνειδητοποίησε ότι σαν προλετάριος πρέπει ν' αγωνιστεί για τα συμφέροντα της τάξης στην οποία ανήκει και μπήκε στο συνδικαλιστικό κίνημα και στη φυλακή επί δικτατορίας Μεταξά ως κομμουνιστής, όπου, τον πότισαν ρετσινόλαδο και τον κάθισαν στον πάγο!
Το αγγλικό αεροπλάνο ήρθε ξανά και ξανά αποφασισμένο θαρρείς να μην αφήσει τίποτα που να επιπλέει στο μικρό κόρφο, διαψεύδοντας κάποιους χωρικούς που απέδωσαν την πρώτη του επιδρομή σε λάθος του πιλότου που κατέβαινε τόσο χαμηλά που θα 'λεγε κανείς ότι προτίθεται να προσθαλασσωθεί μετατρέποντάς το σε ...υδροπλάνο! Μια του κλέφτη δυο του κλέφτη, που λέει ο λαός, ένας Ιταλός καραμπινιέρος τού έστησε ενέδρα και μόλις πρόβαλε αμέριμνος ο χειριστής, που θα μπορούσε κάποιος ν' αποτυπώσει και τα χαρακτηριστικά του ακόμη, δέχτηκε τη ριπή πολυβόλου από τον σκοπευτή, που έκοψε το νήμα της ζωής του! Ηταν ένα ολόξανθο παλικάρι που, οι δικοί του δεν ξαναείδαν πια, που μπλέχτηκε στα γρανάζια του πολέμου και νόμισε ότι μπορούσε να παίξει μαζί του...
Κάτι που εντυπωσίασε τους κατοίκους ήταν οι τιμές ήρωα που του έγιναν από τους Ιταλιάνους, ως και στρατηγός κατέφθασε από την Πάτρα για να παραβρεθεί στην κηδεία του και να καταθέσει στεφάνι! Τέτοια συμπεριφορά απέναντι σε εχθρό δεν την περίμεναν. Ο Ιταλός στρατιώτης που δε σταμάτησε να κλαίει από τη στιγμή της πτώσης του αεροπλάνου ήταν αυτός που το έριξε με το ελληνικότατο όνομα Αποστόλης. Περίλυπος, τα 'χει με τον πόλεμο και με αυτούς που τον προξενούν για λόγους συμφέροντος με αποτέλεσμα την ανθρώπινη δυστυχία.