ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΤΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ
Ασυλία στα εργοδοτικά εγκλήματα, ασπίδα για τα κέρδη
Σάββατο 16 Μάη 2026 - Κυριακή 17 Μάη 2026

Motion Team

Το χρονικό τροποποίησης του νομοθετικού πλαισίου για τον έλεγχο των επιχειρήσεων είναι η ιστορία των προδιαγεγραμμένων εργοδοτικών εγκλημάτων στους χώρους δουλειάς.

Το αστικό κράτος, με όλες τις κυβερνήσεις ανεξαιρέτως, έχει διαμορφώσει εδώ και δεκαετίες την ολοένα και μεγαλύτερη «ασυλία» στη δράση της εργοδοσίας, δημιουργώντας τους όρους έντασης της εκμετάλλευσης των εργαζομένων για περισσότερα κέρδη. Ετσι η προστασία της υγείας και της ασφάλειας στην εργασία αντιμετωπίζεται σαν «κόστος», οπότε και όταν χάνονται ζωές των εργατών γίνονται «παράπλευρες απώλειες».

Κρίσιμο σημείο για την κατανόηση του ζητήματος είναι ότι τουλάχιστον τα τελευταία 20 χρόνια βρίσκεται σε εξέλιξη μια διαδικασία τροποποποίησης δύο αλληλένδετων νομοθετικών πλαισίων, με γνώμονα τη στήριξη της κερδοφόρας δράσης των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων:

- Το ένα αφορά την αδειοδότηση εγκατάστασης και λειτουργίας των επιχειρήσεων.

- Το άλλο τον ρόλο της Επιθεώρησης Εργασίας και ειδικότερα το τμήμα της Επιθεώρησης Ασφάλειας και Υγείας της Εργασίας.

Αρκεί μια ...γνωστοποίηση

- Ο νόμος 3325/2005 όριζε ότι την άδεια εγκατάστασης «χορηγεί η Αδειοδοτούσα Αρχή ύστερα από αυτοψία της» (άρθρο 4) και πως η άδεια λειτουργίας χορηγείται «εφόσον διαπιστωθεί (...) ότι έχουν τηρηθεί οι όροι και περιορισμοί που αναγράφονται στην άδεια εγκατάστασης και ότι από τη λειτουργία της δραστηριότητας εξασφαλίζεται η προστασία του περιβάλλοντος, η ασφάλεια των εργαζομένων και των περιοίκων».


RIZOSPASTIS

- Τον τρόπο αδειοδότησης άλλαξε ο νόμος 4442/2016, που ψηφίστηκε από την τότε κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ, με τη σύμφωνη γνώμη και ψήφιση από τα άλλα αστικά κόμματα.

Ο συγκεκριμένος νόμος είναι «γέννημα» της Ομάδας Εργασίας που συγκρότησε το 2014 η τότε κυβέρνηση της ΝΔ και τον παρέλαβε ο ΣΥΡΙΖΑ, σε μια ακόμα επιβεβαίωση της αντιλαϊκής «συνέχειας» του αστικού κράτους και των κυβερνήσεών του.

Ο στόχος του νόμου περιγράφεται με σαφήνεια στη σχετική Αιτιολογική Εκθεση: «Το μέχρι σήμερα αδειοδοτικό καθεστώς εξακολουθούσε να βασίζεται πρωτίστως στην "εκ των προτέρων αδειοδότηση", με αρνητικές συνέπειες για την οικονομική ανάπτυξη, τον ανταγωνισμό...».

Ηταν η περίοδος που θεσμοθετήθηκαν διάφορα «κίνητρα» για την προσέλκυση επενδύσεων, ώστε να ανακτηθεί η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Ετσι, αν η μία όψη των «κινήτρων» ήταν το «ζεστό» κρατικό χρήμα, οι φοροαπαλλαγές και οι εισφοροαπαλλαγές, η άλλη όψη ήταν τα αντεργατικά μέτρα (επίθεση στους μισθούς, ξήλωμα ΣΣΕ, ένταση της «ευελιξίας» κ.λπ.) και η λεγόμενη «αντιμετώπιση της γραφειοκρατίας».

Στο πλαίσιο αυτό, λοιπόν, για να αρθούν τα λεγόμενα «εμπόδια» στην επιχειρηματική δράση, ο παραπάνω νόμος των ΝΔ - ΣΥΡΙΖΑ όρισε ότι στο εξής για την εγκατάσταση και λειτουργία μιας επιχείρησης αρκεί μια «γνωστοποίηση» ή και «έγκριση» από την αρμόδια αρχή, ανάλογα με την ομάδα επικινδυνότητας στην οποία κατατάσσεται μια επιχείρηση.

INTIME NEWS

Εργοδοτικό έγκλημα στη «Βιολάντα»: Τα τραγικά αποτελέσματα της λογικής «πρώτα λειτουργία - μετά έλεγχος»
Το ποια επιχείρηση τελικά «ελέγχεται» ή όχι, και με ποια κριτήρια, είναι τόσο αμφίσημο ώστε μεγάλες επιχειρήσεις μπορούν έτσι να περνάνε «κάτω από τα ραντάρ» των ελεγκτικών υπηρεσιών. Αλλωστε η πείρα δείχνει ότι και για όσες επιχειρήσεις προβλέπεται έλεγχος, δεν σημαίνει ότι ελέγχονται...

Ως «γνωστοποίηση» ορίζεται η διαδικασία «με την οποία ο ενδιαφερόμενος ενημερώνει εκ των προτέρων την αρμόδια αρχή για την έναρξη λειτουργίας της οικονομικής δραστηριότητας, την οποία προτίθεται να ασκήσει (...) χωρίς να απαιτείται εκ των προτέρων έλεγχος».

Ως «έγκριση» ορίζεται «κάθε πράξη (...) η οποία μπορεί να περιλαμβάνει και εκ των προτέρων έλεγχο από τις αρμόδιες αρχές ως έγκριση».

«Ελεγκτής» ο ελεγχόμενος

Αξίζει να αναφερθούν δύο τοποθετήσεις στελεχών με διαδρομή στις κυβερνήσεις της ΝΔ οι οποίες επιβεβαιώνουν την αντεργατική κατεύθυνση των νόμων.

Στην Ομάδα Εργασίας του 2014, που έφερε και το νομοσχέδιο του ΣΥΡΙΖΑ το 2015, συμμετείχε μεταξύ άλλων η Παγκόσμια Τράπεζα, η οποία έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στην κατεύθυνση των αλλαγών. Μέλος αυτής της ομάδας της Παγκόσμιας Τράπεζας ήταν η Θέμις Ευτυχίδου, που αργότερα τοποθετήθηκε στη θέση της γενικής γραμματέα του υπουργείου Ανάπτυξης και με αυτήν την ιδιότητα είχε μιλήσει σε ημερίδα της Ανεξάρτητης Αρχής Επιθεώρησης Εργασίας το 2024.

Αναφερόμενη στους σκοπούς που υπηρετούσε η δημιουργία της Ομάδας Εργασίας, σημείωσε: «Ελήφθη μία κυβερνητική τότε απόφαση να απλουστεύσουμε το επιχειρηματικό περιβάλλον και συγκεκριμένα να βοηθήσουμε τις επιχειρήσεις να συναντούν απλές διαδικασίες όταν πρέπει να αδειοδοτηθούν». Η προσπάθεια αυτή «συστηματοποιήθηκε τέλη του 2015 - αρχές του 2016, όπου με τη βοήθεια του τότε συμβούλου μας της Παγκόσμιας Τράπεζας, που υπήρξα και εγώ μέλος αυτής της ομάδας της Παγκόσμιας Τράπεζας (...), και βεβαίως τα στελέχη της υπηρεσίας, βάλαμε κάτω το πώς θα μπορούσαμε να απλουστεύσουμε πραγματικά και να συστηματοποιήσουμε την απλούστευση της αδειοδότησης σε αυτήν τη χώρα (...) αρχίσαμε να κάνουμε μια ευρύτερη συζήτηση, γιατί τελικά χρειαζόμαστε άδεια για τα πάντα; (...) Αρα, λοιπόν, προτάξαμε την καλή πρακτική τότε της ανάλυσης κινδύνου, και είπαμε ότι θα πρέπει να φτιάξουμε ένα μοντέλο, το οποίο εν συνεχεία ήταν ο νόμος 4442/16».

Στη συνέχεια, μιλώντας με την ιδιότητα της γγ του υπουργείου Ανάπτυξης, επεσήμανε: «Σε εμάς, στο υπουργείο Ανάπτυξης, μας ενδιαφέρει η ανάπτυξη. Αρα μας ενδιαφέρουν οι επιχειρήσεις». Και εξήγησε το ...όραμα των κυβερνήσεων.

«Πρώτα ξεκινώ την επιχειρηματική δραστηριότητά μου. Δεν περιμένω κανέναν να με ελέγξει και είμαι υπόλογος και υπεύθυνος, το οποίο είναι σημαντικό, γιατί έτσι κάνεις και τον επιχειρηματία υπεύθυνο γι' αυτά που πρέπει να τηρεί. Είμαι υπεύθυνος και υπόλογος και αναμένω τον έλεγχο. Πάμε λοιπόν τώρα στον έλεγχο. Οταν έγινε όλη αυτή η συζήτηση και η άσκηση, η πρώτη αντίδραση ήταν: "Θα αφήσω μια επιχείρηση να ανοίξει χωρίς να την έχω ελέγξει;".

Η απάντησή ήταν ναι. Σαφώς θα αφήσουμε τις επιχειρήσεις να ανοίξουν, να πάρουν την ευθύνη τους, να ξέρουν τη νομοθεσία, να είναι σαφής η νομοθεσία, για να μπορούμε μετά να ελέγξουμε. Και εδώ ερχόμαστε στα εργαλεία που θέσπισε ο 4512/16».

Και ξεκαθάρισε: «Αν πρέπει να ελέγχουμε το 100% των επιχειρήσεων, δεν θα τελειώσουμε ποτέ. Δεν είναι λογικό, και σύμφωνα με τις διεθνείς καλές πρακτικές γίνεται η παραδοχή ότι είναι αδύνατον μία χώρα να ελέγχει το 100% των επιχειρήσεων».

Ως προς την αποτελεσματικότητα του νόμου 4442/2016 για την έναρξη μιας επιχείρησης με απλή «γνωστοποίηση», διαφωτιστική είναι η τοποθέτηση - επίσης στην ημερίδα της Επιθεώρησης Εργασίας - του Διονύση Τσαγκρή, υψηλόβαθμου στελέχους του υπουργείου Ανάπτυξης:

«Η πρώτη πλατφόρμα που ξεκίνησε να λειτουργεί το 2017 όσον αφορά την αδειοδότηση, σήμερα έχει 240.000 γνωστοποιήσεις» επιχειρήσεων οι οποίες έκαναν για πρώτη φορά και «πάνω από 100.000» γνωστοποιήσεις που αφορούσαν τροποποιήσεις.

Από την άλλη, δεν υπάρχει κανένα δημοσιοποιημένο στοιχείο για το πόσοι και τι είδους έλεγχοι έχουν γίνει, έστω και εκ των υστέρων. Με δεδομένα βέβαια τον κατακερματισμό και την απαξίωση των αρμόδιων υπηρεσιών, είναι σίγουρο ότι οι έλεγχοι είναι ελάχιστοι, με ό,τι αυτό σημαίνει για το πόσες «Βιολάντες» λειτουργούν σε όλη τη χώρα.

Νέο μοντέλο αδειοδότησης συνεπάγεται νέο μοντέλο εποπτείας

Με το επόμενο νομοθετικό βήμα γίνεται πλέον ορατή η στενή σχέση των αλλαγών στην αδειοδότηση των επιχειρήσεων και του ρόλου της Επιθεώρησης Εργασίας. Πρόκειται για τον νόμο 4512/18, που κι αυτός ψηφίστηκε από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ, με τη σύμφωνη γνώμη και ψήφιση από τα άλλα αστικά κόμματα.

Σε ημερίδα της Ανεξάρτητης Αρχής Επιθεώρησης Εργασίας στέλεχος της Επιθεώρησης, δείχνοντας πώς συμπλέκονται οι νόμοι προστασίας των εργαζομένων και εγκατάστασης - λειτουργίας των επιχειρήσεων, σημείωσε: «Το πιο σημαντικό γεγονός για την υγεία και την ασφάλεια στην εργασία, αυτό το πρώτο έτος της Ανεξάρτητης Αρχής, ήταν η προετοιμασία για την έκδοση της δευτερογενούς νομοθεσίας για τον καθορισμό του νέου Πλαισίου Εποπτείας και Εφαρμογής, ενός πολύ σημαντικού για τη Δημόσια Διοίκηση νόμου, του 4512/18, περί Εποπτείας των Οικονομικών Δραστηριοτήτων».

Πιο κάτω επισήμαινε ότι ο νόμος 4512/18 συνδέεται με τον 4442/2016, γιατί «ένα νέο μοντέλο στην αδειοδότηση θα απαιτούσε και ένα νέο μοντέλο για την εποπτεία των αδειοδοτούμενων επιχειρήσεων (...) αυτοί οι δύο νόμοι συνδέονται μεταξύ τους και κινούνται κατά κάποιον τρόπο παράλληλα και συμπληρωματικά».

Οπως θα φανεί παρακάτω, η εφαρμογή του νόμου 4512/2018 οδηγεί ουσιαστικά στην κατάργηση της Επιθεώρησης Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασίας, που είναι τμήμα της Επιθεώρησης Εργασίας.

Σε ιδιώτες ο «έλεγχος», προειδοποιήσεις των ελεγχόμενων και κατοχύρωση της ασυδοσίας

Πάνω στις ράγες αυτού του νομοθετικού πλαισίου, λοιπόν, έγιναν τα επόμενα βήματα:

- Ο νόμος 4808/2021 (νόμος Χατζηδάκη) μετέτρεψε το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας (ΣΕΠΕ), που μέχρι τότε υπάγονταν στο υπουργείο Εργασίας, σε Ανεξάρτητη Αρχή, η οποία ξεκίνησε επίσημα τη λειτουργία της το 2023. Ετσι, και τυπικά η Επιθεώρηση δεν είναι υποχρεωμένη να λογοδοτεί, ενώ ξεπλένεται και η κυβέρνηση, αφού, επικαλούμενη την «ανεξαρτησία της Αρχής», σε κάθε ερώτημα απαντά ότι «δεν παρεμβαίνει στο έργο της».

- Μόλις τον περασμένο μήνα ψηφίστηκε ο νόμος της ΝΔ 5297/2026, που μεταξύ άλλων στόχο έχει την εφαρμογή των διατάξεων του νόμου 4512/2018, επιφέροντας νέα συντριπτικά πλήγματα στο έργο της Επιθεώρησης Ασφάλειας και Υγείας. Βασικοί άξονες της επίθεσης στο έργο της Επιθεώρησης:

Ο νόμος λοιπόν προβλέπει ότι οι επιθεωρητές:

α) Δεν θα μπορούν να αποφασίζουν οι ίδιοι πότε και σε ποιες επιχειρήσεις θα κάνουν έλεγχο.

β) Δεν θα μπορούν να επιβάλλουν κυρώσεις.

γ) Το αντικείμενο, το εύρος και το βάθος του ελέγχου θα είναι προκαθορισμένο και δεν θα λαμβάνει υπόψη τους τις ιδιαίτερες συνθήκες του εκάστοτε χώρου εργασίας.

Σε ό,τι αφορά τη μεθοδολογία, τα κριτήρια και τη διαδικασία ελέγχου, ο νόμος 4512/2018, που ενεργοποιείται με τον νόμο 5297/2026, εξομοιώνει την Επιθεώρηση Ασφάλειας και Υγείας με άλλες ελεγκτικές υπηρεσίες, αρμόδιες για τον έλεγχο εγκατάστασης και λειτουργίας μιας επιχείρησης, που αφορά κυρίως κτιριακές υποδομές, εγκαταστάσεις και τεχνικές διαδικασίες. Ομως η Επιθεώρηση Ασφάλειας και Υγείας είναι επιφορτισμένη με τον έλεγχο της σχέσης του ανθρώπου με το εργασιακό περιβάλλον, του εργαζόμενου με τον χώρο εργασίας (που με τη σειρά της καθορίζεται από τη σχέση εκμετάλλευσης του εργαζόμενου από τον εργοδότη).

Η αντιμετώπιση του εργαζόμενου σαν απρόσωπο τμήμα μιας διαδικασίας, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη η συνθετότητα αυτής της σχέσης και κυρίως οι άτυπες πλευρές της που επηρεάζουν καθοριστικά το εργασιακό περιβάλλον, αυξάνει τον κίνδυνο που απειλεί την υγεία - σωματική και ψυχική - των εργαζομένων, αλλά και του λαού που συγκατοικεί με τον κίνδυνο αυτόν. Τα παραδείγματα της «Βιολάντα» και των καζανιών του θανάτου στο Πέραμα είναι πολύ πρόσφατα, και μαρτυρούν ότι αυτό που προωθείται είναι άλλος ένας κρίκος στην εγκληματική πολιτική κράτους - εργοδοσίας.

Αλλωστε, η διαμόρφωση των διατάξεων που αφορούν την Επιθεώρηση Εργασίας από ομάδα στελεχών των υπουργείων Ανάπτυξης και Εργασίας με επικεφαλής κεντρικό στέλεχος του υπουργείου Ανάπτυξης, αλλά και η ένταξη της Επιθεώρησης Εργασίας σε ενιαίο εποπτικό μηχανισμό επιβεβαιώνει και το πώς αντιμετωπίζει η κυβέρνηση την Επιθεώρηση - σαν μια υπηρεσία που εντάσσεται στο πλαίσιο στήριξης της επιχειρηματικής δράσης, επομένως αποσυνδέεται και τυπικά από την προστασία των εργαζομένων.

Αρνηση ελέγχου και καταγγελία του επιθεωρητή

Συγκεκριμένα ο πρόσφατος αυτός νόμος στο άρθρο 126 ορίζει την εφαρμογή του νόμου 4512/2018, που πρακτικά σημαίνει:

- Δυνατότητα ανάθεσης του ελέγχου σε ιδιώτες και ιδιωτικές επιχειρήσεις. Ο ελεγκτής μπορεί να είναι «α) ο δημόσιος υπάλληλος της εποπτεύουσας αρχής με αρμοδιότητα την άσκηση εποπτείας, β) κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο στο οποίο ανατίθεται, κατά παραχώρηση αρμοδιότητας από την εποπτεύουσα ή άλλη δημόσια αρχή, αρμοδιότητα άσκησης ελέγχων» (άρθρο 128).

- Ο εργοδότης και οι εκπρόσωποί του μπορούν μεταξύ άλλων να αρνηθούν τον έλεγχο και να καταγγείλουν τον επιθεωρητή! Συγκεκριμένα:

«Κατά τη διενέργεια εποπτείας ο οικονομικός φορέας, ο νόμιμος εκπρόσωπός του και κάθε άλλο πρόσωπο που έχει έννομο συμφέρον μπορεί:

(...) β. να αρνείται την υποβολή του σε έλεγχο ή σε τμήμα του ελέγχου,

(...) ε. να αρνείται να συμμορφωθεί σε αίτημα ελεγκτή σχετικά με την επίδειξη εγγράφων και υλικών, αν αυτά δεν σχετίζονται με τον έλεγχο ή αν ο ελεγκτής δεν έχει δικαίωμα να ελέγξει τα έγγραφα αυτά,

(...) ζ. να προβαίνει σε καταγγελία (σ.σ. του ελεγκτή) αν ο ελεγκτής υποδεικνύει ανάρμοστη ή παράνομη συμπεριφορά, ή αν προκύπτει σύγκρουση ιδιωτικού και δημοσίου συμφέροντος,

η. να αιτείται την εξαίρεση του ελεγκτή, αν υπάρχει εύλογη και αιτιολογημένη αμφιβολία για την αμεροληψία του» (άρθρο 155).

«Προετοιμαστείτε, ερχόμαστε για έλεγχο»

- Οι εργοδότες θα προειδοποιούνται για τη διενέργεια ελέγχου, με αποτέλεσμα να μπορούν να «κουκουλώσουν» τα «κακώς κείμενα».

Δίνεται έτσι ένα ακόμα συντριπτικό χτύπημα στο έργο του επιθεωρητή και στην όποια «ανεξαρτησία» τους, αφού μέχρι τώρα μπορούσε, τουλάχιστον σύμφωνα με τα οριζόμενα, να ερευνά «οποιαδήποτε ώρα κατά τη διάρκεια της ημέρας ή της νύχτας τους χώρους εργασίας, όταν κρίνει αναγκαίο, χωρίς προειδοποίηση προς τον εργοδότη, και έχει ελεύθερη πρόσβαση σε οποιοδήποτε από τα βιβλία, μητρώα, έγγραφα, αρχεία και κάθε άλλου είδους στοιχείο που τηρούνται από την επιχείρηση, λαμβάνει αντίγραφα και έχει πρόσβαση στη δομή της παραγωγικής διαδικασίας...».

Οι αρμοδιότητες αυτές περιορίζονται ασφυκτικά από τον 4512/2018, που ορίζει: «1. Οι έλεγχοι διενεργούνται ύστερα από απόφαση της εποπτεύουσας αρχής, η οποία αναφέρει κατ' ελάχιστον τον εποπτευόμενο οικονομικό φορέα, το προϊόν, την εγκατάσταση, το αντικείμενο του ελέγχου, την ημερομηνία του ελέγχου, τα ονόματα των ελεγκτών, τα φύλλα ελέγχου που θα χρησιμοποιηθούν και τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του εποπτευόμενου φορέα.

2. Αντίγραφο της απόφασης κοινοποιείται στον εποπτευόμενο φορέα πριν από τη διενέργεια του ελέγχου, εφόσον κατά την κρίση της εποπτεύουσας αρχής η κοινοποίηση δεν ματαιώνει τον σκοπό του ελέγχου» (άρθρο 146).

Ακόμα, ο επιθεωρητής δεν θα μπορεί πλέον να επιβάλλει κυρώσεις, αφού «τα μέτρα και οι κυρώσεις που επιβάλλονται συνοδεύονται από πράξη (απόφαση) που εκδίδεται από την εποπτεύουσα αρχή, η οποία επικυρώνει την επιβολή τους» (άρθρο 151).