Από τη μία οι «αθώοι και τίμιοι» που παλεύουν για τη διαφάνεια και από την άλλη οι «ένοχοι και κακοί» που προσωρινά εκτίθενται, μέχρι να έρθει η σειρά των πρώτων. Ενα παιχνίδι εντυπώσεων, όπου η ουσία χάνεται κάτω από τόνους κραυγών και ψευτοαντιπαραθέσεων. Τα δίπολα στήνονται με ακρίβεια χειρουργού: «Πρόοδος ή οπισθοδρόμηση», «σταθερότητα ή χάος», «ευθύνη ή λαϊκισμός». Στην πραγματικότητα, πρόκειται για την ίδια επιλογή σε διαφορετική συσκευασία.
Οσο για τη λέξη «σταθερότητα», αυτή έχει καταντήσει το πιο πολυχρησιμοποιημένο άλλοθι. Κυβέρνηση και συμπολιτευόμενη αντιπολίτευση την επικαλούνται, σαν να πρόκειται για ιερό δόγμα. Σταθερότητα στην οικονομία, σταθερότητα στους θεσμούς, σταθερότητα στις διεθνείς σχέσεις. Μόνο που στη γλώσσα τους, σταθερότητα σημαίνει ακινησία. Μια ακινησία που πληρώνεται ακριβά από εκείνους που δεν συμμετέχουν στα τραπέζια των αποφάσεων. Γιατί όσο οι «νέοι Μεσσίες» σχεδιάζουν το μέλλον, οι πολλοί καλούνται να χρηματοδοτήσουν το παρόν τους, με αυξήσεις, φόρους, περικοπές και ανασφάλεια.
Και μέσα σε όλο αυτό το σκηνικό, οι σωτήρες που λέγαμε εμφανίζονται ως φορείς ελπίδας. Παλεύουν να εκφραστούν σε μια γλώσσα πιο σύγχρονη, πιο «φιλική», πιο κοντά στην καθημερινότητα. Αρέσκονται σε λέξεις όπως «καινοτομία και πρόοδος», «βιωσιμότητα και ασφάλεια», «συμπερίληψη και ευαισθησία».
Οι νέοι «σωτήρες» θεωρούν ότι έχουν μάθει καλά το παιχνίδι της επικοινωνίας, ότι ξέρουν πότε να μιλήσουν, πότε να σωπάσουν, πότε να συγκρουστούν και πότε να συναινέσουν. Διαχειρίζονται την εικόνα τους με την ίδια προσοχή που μια εταιρεία διαχειρίζεται το brand της. Και έτσι η πολιτική μετατρέπεται σε προϊόν. Ενα προϊόν που πρέπει να πουληθεί, να πλασαριστεί, να καταναλωθεί.
Και ο πολίτης; Πελάτης. Οχι συμμέτοχος, όχι δημιουργός, αλλά αποδέκτης ενός κακόγουστου θεάματος, όπως αυτό στη Βουλή, όπου δήθεν οι τόνοι ανεβαίνουν, τα χέρια χτυπούν τα έδρανα απειλητικά, οι ύβρεις εκτοξεύονται, τα ουρλιαχτά τρυπάνε τα αυτιά και οι δήθεν «συγκρούσεις» των θερμόαιμων μολύνουν τα βράδια, την έννοια της ενημέρωσης.
Ετσι, παρατηρούμε το πιο κακοπαιγμένο δράμα. Λόγια βαριά, καταγγελίες, αποχωρήσεις και γυρολόγοι που πηδάνε - σαν αφιονισμένα καγκουρό - από κόμμα σε κόμμα. Από άσυλο σε άσυλο.
Κι όμως, μόλις τελειώσουν Επιτροπές και Ολομέλειες και σβήσουν τα φώτα, η ένταση εξατμίζεται. Οι ίδιοι που λίγο πριν «σφάζονταν», βρίσκουν κοινό τόπο σε κρίσιμα νομοσχέδια, σε αποφάσεις που περνούν αθόρυβα και βαραίνουν την κοινωνία. Ενα πολιτικό θέατρο που εξαντλείται στην εικόνα, αφήνοντας την ουσία ανέγγιχτη.
Και μετά έρχονται οι συμβολισμοί. Τα γαρύφαλλα στην Καισαριανή, οι φωτογραφίες με φόντο την Ιστορία, οι δηλώσεις για «σεβασμό» και «μνήμη». Από ανθρώπους και χώρους που δεν δίστασαν να βάλουν την υπογραφή τους σε μνημόνια, σε πολιτικές που συνέθλιψαν ζωές, που μετέτρεψαν την αξιοπρέπεια σε αριθμούς. Που αλλάζουν ιδεολογίες σαν τα πουκάμισα, ανάλογα με το ...αντίτιμο. Η Ιστορία όμως δεν είναι σκηνικό για δημόσιες σχέσεις. Δεν είναι φόντο για πολιτική ανακύκλωση. Κι όταν χρησιμοποιείται έτσι, εκείνη ευτελίζεται και οι γυρολόγοι γελοιοποιούνται.
Στο μεταξύ, τα πραγματικά προβλήματα δεν περιμένουν. Οι κοινωνικές ανισότητες διευρύνονται, η ανασφάλεια μεγαλώνει. Κι όμως, η συζήτηση επιμένει να περιστρέφεται γύρω από το ποιος μπορεί να εγγυηθεί καλύτερα τη «σταθερότητα». Λες και δεν έχει σημασία προς ποια κατεύθυνση κινείται μια κοινωνία, αρκεί να μην... ταράζεται.
Οι θεσμοί, που υποτίθεται ότι προστατεύουν τη δημοκρατία, γίνονται συχνά μέρος του ίδιου παιχνιδιού. Ατέρμονες συζητήσεις για το αν πρέπει να είναι πιο «ευέλικτοι» ή πιο «αυστηροί», πιο «κεντρικοί» ή πιο «αποκεντρωμένοι». Η ουσία, όμως, ανέγγιχτη: Ποιος έχει τον έλεγχο και προς όφελος ποιου; Γιατί όποια κι αν είναι η μορφή, το περιεχόμενο καθορίζεται αλλιώς. Από αλλού. Από άλλους. Και μέσα σε όλα αυτά, η κοινωνία καλείται να επιλέξει ανάμεσα σε εκδοχές του ίδιου μοντέλου.
Ισως ένα από τα πιο ανατριχιαστικά στοιχεία της εποχής είναι αυτή η αντίφαση, ότι ποτέ δεν μιλήσαμε τόσο πολύ για αλλαγή και ποτέ δεν είδαμε τόση λίγη. Οι λέξεις περισσεύουν, οι πράξεις σπανίζουν. Οι εξαγγελίες πληθαίνουν, τα αποτελέσματα καθυστερούν. Και οι «μεσσίες» και «σωτήρες» συνεχίζουν να εναλλάσσονται, κρατώντας ζωντανό το ίδιο έργο.
Το ερώτημα, τελικά, δεν είναι ποιος απ' όλους αυτούς θα σώσει την κατάσταση... Είναι αν κάποιοι θα συνεχίσουν να τους ψάχνουν. Αν θα δεχτούν ότι η πολιτική δεν είναι θέαμα, αλλά συμμετοχή. Οτι δεν είναι υπόθεση λίγων, αλλά ευθύνη πολλών. Και ότι τα «οράματα» δεν κρίνονται από τα λόγια, αλλά από το ποιον υπηρετούν.
Τελικά το πρόβλημα δεν είναι ότι λείπουν οι «σωτήρες». Το πρόβλημα είναι ότι περισσεύουν. Περισσεύουν οι πρόθυμοι διαχειριστές, οι ευέλικτοι μεταρρυθμιστές, οι επαγγελματίες της ελπίδας που αλλάζουν λέξεις αλλά όχι κατεύθυνση, προϊσταμένους και συμφέροντα. Και όσο η συζήτηση εγκλωβίζεται στο ποιος θα κρατήσει καλύτερα το τιμόνι και όχι στο προς τα πού πάει αυτό το καράβι και ποιοι πληρώνουν ακριβά το εισιτήριο, τα παγόβουνα θα πολλαπλασιάζονται.
Σε μια εποχή που όλα μοιάζουν ρευστά, που οι θέσεις, οι σύμμαχοι και οι απόψεις αλλάζουν σαν τις τιμές στα σούπερ μάρκετ, η σταθερότητα της στάσης των κομμουνιστών (όχι η «σταθερότητα» που αναμασούν οι άλλοι) αποκτά ιδιαίτερη σημασία, ως σημείο αναφοράς. Ως υπενθύμιση ότι υπάρχει και πολιτική χωρίς εκπτώσεις, χωρίς μεταμφιέσεις, χωρίς τη δέσμευση να βολεύει τους λίγους.
Η έντιμη στάση τους μπορεί να είναι αιχμηρή, συχνά ενοχλητική, αλλά παραμένει σταθερή. Σε μια πολιτική σκηνή όπου οι ρόλοι αλλάζουν και οι γραμμές θολώνουν, αυτή η συνέπεια δεν είναι μικρό πράγμα. Είναι υπενθύμιση ότι η πολιτική δεν είναι μόνο λόγια και εικόνες, αλλά και αγώνας και επιλογές με κόστος. Και, τελικά, ο καθένας καλείται να διαλέξει. Θα αρκεστεί στο θέαμα ή θα αναζητήσει την ουσία πίσω από αυτό;