Με μεγάλο ενδιαφέρον η εκδήλωση για την ποιητική αναπαράσταση του ηρωικού Μάη από τον ποιητή της εργατικής τάξης, στο πλαίσιο της Εκθεσης
Ο Γ. Σαραντόπουλος τόνισε ότι ο «Επιτάφιος» αποτελεί πανθομολογουμένως ιερό κειμήλιο της νεοελληνικής ποίησης και παράλληλα κειμήλιο της πολιτικής μας Ιστορίας.
Αφηγούμενος τα γεγονότα, θύμισε ότι ο Γιάννης Ρίτσος, μέλος του ΚΚΕ από το 1934 και συνεργάτης του «Ριζοσπάστη», συγκλονίζεται διαβάζοντας το ρεπορτάζ στην εφημερίδα την Κυριακή 10 Μάη και βλέποντας τη φωτογραφία της μάνας κλείνεται στη σοφίτα του, άγρυπνος δύο μερόνυχτα, και κάνοντας συνεχώς αιμοπτύσεις γράφει αυτό το μεγαλειώδες έργο, τον «Επιτάφιο».
Η έκδοση του «Επιταφίου» από τον «Ριζοσπάστη» κυκλοφόρησε σε 10.000 αντίτυπα, αριθμό - ρεκόρ για τα εκδοτικά δεδομένα της εποχής. Στις 14 σελίδες του περιλήφθηκαν τα 14 ποιήματα του Ρίτσου που γράφηκαν το διάστημα 10 - 12 Μάη. Το βιβλίο γίνεται ανάρπαστο, και μάλιστα από την εφημερίδα θα υπάρξει προσπάθεια επανέκδοσης. Το καθεστώς της 4ης Αυγούστου βέβαια θα ματαιώσει την επανέκδοση των ποιημάτων.
«Αυτές οι συνθήκες είναι που θα γεννήσουν στους αγώνες, στις φυλακές, στις εξορίες, τους αλύγιστους της ταξικής πάλης, θα αποτελέσουν τη μαγιά του αγώνα κατά της ξένης κατοχής και των ντόπιων συνεργατών τους, θα γεννήσουν τα περήφανα βήματα των 200 της Καισαριανής. Αυτά τα υλικά θα εμπνεύσουν και τους καλλιτέχνες που θα επιλέξουν να δώσουν το "παρών" στο κάλεσμα της εποχής τους.
Ο Μεσοπόλεμος υπήρξε η μήτρα που γέννησε τη νεότερη λογοτεχνία μας και τη διαδρομή πολλών λογοτεχνών μας. Μαζί με τα νέα λογοτεχνικά ρεύματα, η κομμουνιστική ιδεολογία και το εργατικό κίνημα έπαιξαν σημαντικό ρόλο σε αυτόν τον τοκετό».
Συνοπτικά ανέδειξε ότι «ο Γιάννης Ρίτσος είναι ο ποιητής που εξέφρασε με τη δράση του και το έργο του τις κορυφαίες στιγμές του αγώνα του λαού για την κοινωνική ελευθερία, και την αγωνία του ανθρώπου στις οριακές καταστάσεις ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο.
Το έργο του στέκεται μπροστά στις μεγαλειώδεις στιγμές της Ιστορίας του λαού μας, τις οποίες βίωσε και ο ίδιος ο ποιητής, μαζί με τους συντρόφους και συναγωνιστές του στις διώξεις, στις εξορίες. Ο Ρίτσος εμπνέεται και συγκλονίζεται από τους αδιάκοπους αγώνες της Ρωμιοσύνης να σταθεί όρθια και πραγματικά ελεύθερη, με ισότητα και ισοπολιτεία. Ξέρει πως η Ιστορία αποτελεί ένα "ανοιχτό παράθυρο" που στον ορίζοντα βρίσκεται ο σοσιαλισμός - κομμουνισμός», ενώ ο «Επιτάφιος» αποτελεί «το σημείο αναφοράς των αγώνων του ηρωικού λαού της Θεσσαλονίκης, του λαού μας και ολόκληρου του παγκόσμιου προλεταριάτου. Συνεπώς, χωρίς υπερβολή θα λέγαμε πως η ποίηση του Ρίτσου είναι η πνευματική προσφορά του εργατικού κινήματος στην ελληνική Ιστορία, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο το εργατικό κίνημα αντίκρισε και συνεχίζει την Ιστορία των ταξικών αγώνων, του λαϊκού κινήματος στη χώρα μας».
Κλείνοντας τόνισε ότι αυτές τις αρετές, που χαρακτήρισαν ποιητές που με το έργο τους υπηρέτησαν τον λαό μας και τους αγώνες του, μπορούμε να τις σμιλέψουμε και να τις εμπνεύσουμε στις νέες και στους νέους συγγραφείς: «Οι λαοί έχουν τη δύναμη και μπορούν να γίνουν πρωταγωνιστές. Στήριγμα της πλευράς που αμφισβητεί την αστική εξουσία, και κατανοεί ότι αυτή μόνο ανατρέπεται, μπορεί και πρέπει να είναι κάθε προοδευτικός καλλιτέχνης, δημιουργός, συγγραφέας».
Στη δική του παρέμβαση ο Μ. Ανδρουλιδάκης επεσήμανε: «Ενα ενδιαφέρον ερώτημα είναι αν μπορεί η Τέχνη να μην είναι πολιτικοποιημένη, έστω και σε κάποιο βαθμό, αλλά και κατά πόσο ορίζει τις καλλιτεχνικές επιλογές η ταξική συνείδηση του δημιουργού της. Αν δηλαδή κάτι που το ορίζουμε ως έργο Τέχνης κάποιου επιπέδου μπορεί να μην έχει ταξική έμπνευση και ένταξη, να είναι απολιτίκ». «Κατά τη γνώμη μου, εξ ορισμού η πραγματική Τέχνη έχει πολιτικοκοινωνική διάσταση και άποψη», απάντησε, εξηγώντας για τον Επιτάφιο ότι τόσο για τον Ρίτσο όσο και τον Θεοδωράκη «ήταν ακριβώς η ιδεολογία τους, τα βιώματά τους, τα Μακρονήσια και οι διώξεις που όρισαν το πλαίσιο και την αισθητική κατεύθυνση, αλλά και την ανάγκη να το δημιουργήσουν. Δεν μπορούσαν να ξεφύγουν απ' την ταξική τους τοποθέτηση, ακόμα κι αν το ήθελαν. Και αν το κατάφερναν να ξεφύγουν από την ταξική τους τοποθέτηση, το έργο θα αποτύγχανε».
Μιλώντας για τους τους αποδέκτες του έργου, τον ακροατή, θεατή, ανέδειξε ότι το έργο Τέχνης «έρχεται στην πλήρη του διάσταση ενταγμένο στις πολιτικοκοινωνικές και ιστορικές συνθήκες της εποχής του. Τώρα, αν ένα έργο καταφέρει να συγκινεί εις το διηνεκές είναι θεμιτό και καλό, αλλά και πάλι η γνώση των συνθηκών, του βίου του δημιουργού του, δηλαδή η παιδεία του ακροατή - θεατή, είναι αυτό που το απογειώνει, που συγκινεί βαθιά τον αποδέκτη και τον καθιστά κοινωνό της Τέχνης».
Στάθηκε ακόμα στην επιρροή του έργου στην καθημερινότητα, στους αγώνες, στη λειτουργία του ως θεματοφύλακα της μνήμης: «Δεν χρειάζεται πολλή κουβέντα για το αν ένα έργο Τέχνης μπορεί να επηρεάσει, να διαμορφώσει συνειδήσεις, να εκφράσει καλύτερα απ' το καθετί τις ανάγκες κάθε εποχής, να είναι μέσο πολιτικής επιρροής ή προπαγάνδας. Ειδικά η μουσική και τα τραγούδια έχουν τη δύναμη να ξεσηκώσουν, να ενθουσιάσουν αλλά και να περιγράψουν την εποχή τους - το ίδιο και ένας πίνακας, μια ταινία κ.λπ.
Η δύναμη του έργου Τέχνης είναι μεγάλη. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η Τέχνη είναι ένα όπλο, όπως έλεγε ο Πικάσο. (...) Πόσο ενέπνευσαν και στήριξαν τον αντιδικτατορικό αγώνα οι μουσικές του Μίκη, οι στίχοι των ποιητών, το "Ζ" του Γαβρά κ.λπ. Και πόσο λειτουργούν και σήμερα σαν θεματοφύλακες της μνήμης. Δεν μπορούμε να θυμηθούμε για παράδειγμα τη χούντα χωρίς να μας έρθουν στο μυαλό οι μουσικές του Θεοδωράκη, το "Μεγάλο μας Τσίρκο" του Καμπανέλλη, με τους ηθοποιούς, τη μουσική του Ξαρχάκου και τον Ξυλούρη.
Αν η Τέχνη είναι το όπλο, ο καλλιτέχνης - σκοπευτής οφείλει να έχει μια στάση ζωής που να συμβαδίζει με τη βολή του όπλου».
Στη συνέχεια αναφέρθηκε στο ιστορικό της μελοποίησης και ηχογράφησης του «Επιτάφιου».
Η Δήμητρα Μήττα εστίασε στην ιστορική και κοινωνική διάσταση της φωτογραφίας, στο πώς η φωτογραφία μπορεί να εμπνεύσει όχι την Τέχνη γενικά, αλλά ειδικότερα τη λογοτεχνία. Τι «Επιτάφιους» μπορεί να προκαλέσει.
Παρουσίασε φωτογραφίες που ενέπνευσαν συγγραφείς όπως ο Τζον Στάινμπεκ, που εμπνεύστηκε τα «Σταφύλια της Οργής» από τη φωτογραφία της μητέρας μετανάστριας, ο Αναγνωστάκης, ο Ρίτσος, ο Καββαδίας, που εμπνεύστηκαν από τη φωτογραφία του νεκρού Τσε, αλλά και νεότεροι λογοτέχνες, όπως ο Θ. Τριαρίδης.
Παρουσίασε τη φωτογραφία της μάνας πάνω από τον νεκρό Τάσο Τούση που αναδημοσίευσε η εφημερίδα «Μακεδονία» από τον «Ριζοσπάστη» σημειώνοντας ότι «μόνο αυτή η εφημερίδα φιλοξένησε τη φωτογραφία μετά τον "Ριζοσπάστη". Ολες οι άλλες - "Νέα Αλήθεια", "Φως", "Απογευματινή" - προτίμησαν να εξυμνήσουν τη χωροφυλακή και τον στρατό, που "έφεραν την ηρεμία στην πόλη", η οποία άφησε πίσω της 21 νεκρούς».
Παρουσίασε το βιβλίο που έγραψε η αδελφή του Τάσου Τούση, η Μαρίκα Μπόχαλη Τούση, για τον θάνατο του αδελφού της, το πώς τον βίωσαν η ίδια και η μητέρα τους.
Ακόμα μίλησε για την πολιτική διάσταση του πένθους και το πώς το ιδιωτικό πένθος μπορεί να γίνει δημόσιο, παρουσιάζοντας και πάλι φωτογραφίες, π.χ. από τις Μητέρες της Πλατείας του Μαΐου, ένα κίνημα Αργεντινών γυναικών που απαιτούσε την επιστροφή των παιδιών τους που «εξαφανίστηκαν» κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής δικτατορίας (1976 - 1983), αντιστεκόμενες στη βία του «βρώμικου πολέμου».
Επίσης παρουσίασε φωτογραφίες από τις κηδείες του Γρηγόρη Λαμπράκη, που δολοφονήθηκε το 1963, και του Σωτήρη Πέτρουλα, που δολοφονήθηκε το 1965, οι οποίες εξελίχθηκαν σε μεγάλες λαϊκές διαδηλώσεις. Φωτογραφίες από τις μανάδες της Κύπρου, τις κηδείες του Αλέξανδρου Παναγούλη, του Πιερ Πάολο Παζολίνι.
Και έδωσε το στίγμα της προσέγγισής της με στίχους από τον «Επιτάφιο» του Ρίτσου:
«Για το αίμα που 'βαψε τη γης αντρειεύτηκαν τα πλήθια
- δάσα οι γροθιές, πέλαα οι κραυγές, βουνά οι καρδιές, τα στήθεια».
«Είναι ένας θάνατος ο οποίος προκαλεί δημόσια αντίδραση. Ο "Επιτάφιος" ξεκινάει με τον ατομικό θρήνο της μάνας, αλλά μετατρέπεται από την ίδια τη μάνα σε κάτι που αφορά περισσότερους».
«Και γω η φτωχή και γω η λιγνή, μεγάλη μέσα σ' όλους,
με τα μεγάλα νύχια μου κόβω τη γη σε σβώλους
(...) Κι ως το 'θελες (ως το 'λεγες τα βράδια με το λύχνο)
ασκώνω το σκεβρό κορμί και τη γροθιά μου δείχνω».
Ολοκλήρωσε την παρέμβασή της αναφερόμενη στην πολιτική διάσταση του θρήνου, με αναφορά στην αρχαιότητα, επισημαίνοντας ότι διαχρονικά «ο θρήνος και η κηδεία έχουν και ιδεολογική και πολιτική διάσταση».