Στην εκδήλωση θα προβληθούν οι ταινίες «Η αλήθεια για τα παιδιά της Ελλάδας», σε παραγωγή του ΔΣΕ (1948) και «Γωνία Αρμπάτ και Μπουμπουλίνας», σε παραγωγή «Mosfilm» (1972).
Στις ταινίες του Μάνου Ζαχαρία στο επίκεντρο βρίσκονται τα μεγάλα διλήμματα, η απόφαση που καλείται να πάρει ο ήρωας... Και δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς, αφού ο στιβαρός και λυρικός του κινηματογράφος βασίζεται σε δυο σπουδαία υλικά, όπως είχε πει ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, «την περιπέτεια της γενιάς του και τη μνήμη μιας Ελλάδας που είχε οράματα, ελπίδες και πίστη σε μια ιστορική αλλαγή».
Ο Μάνος Ζαχαρίας γεννήθηκε το 1922 στην Αθήνα. Παράλληλα με τις σπουδές του στο Χημικό ξεκινά να σπουδάζει θέατρο στη σχολή Ρώτα - Σαραντίδη. Το «Θεατρικό Σπουδαστήρι» του Ρώτα τον καιρό της Κατοχής ήταν πηγή αντίστασης και στρατολόγησης. Οργανώνεται στην ΕΠΟΝ, ενώ συμμετέχει και στο «Θέατρο του Λαού», στην Πατησίων, που ο θίασός του απαρτιζόταν από ΕΑΜίτες ηθοποιούς. «Χαμός γινόταν! Περιφρούρηση το βράδυ για να μη φάμε ξύλο...», με αυτά τα λόγια θυμόταν εκείνη την περίοδο.
«Η αλήθεια για τα παιδιά της Ελλάδας» |
Το 1945, χάρη στην υποτροφία Μερλιέ, επιβιβάζεται στο πλοίο «Ματαρόα» και βρίσκεται στη Γαλλία. Εκεί γράφεται στην IDHEC (Institut des Hautes Etudes Cinematographiques), ενώ παράλληλα παρακολουθεί μαθήματα Ιστορίας της Τέχνης στη Σορβόνη. Ενώ ετοιμαζόταν να ξεκινήσει πρακτική στη Φαμπιόλα του Ρενέ Κλερ, στην Ελλάδα βρόντηξε ο Ολυμπος και πάλι. Αποφασίζει να επιστρέψει.
«Φεύγω από τη Γαλλία και κατεβαίνω στην ελεύθερη Ελλάδα κουβαλώντας μια μηχανή δεκαεξάρα και μια Μπόλεξ τριανταπεντάρα μικρή».
Εκεί συναντά τον Γιώργο Σεβαστίκογλου, τον αγαπημένο του φίλο που γνωρίζονταν από τα χρόνια της Κατοχής, που τον έμαθε, όπως ο ίδιος έλεγε, να σέβεται «την τέχνη και τους ανθρώπους». Οι δυο τους μαζί με τον Απόστολο Μουσούρη, τον Φώτη Ματσάκα και άλλους αποτελούν το φωτο-κινηματογραφικό συνεργείο του ΔΣΕ, το οποίο συγκροτήθηκε το 1948.
Το συνεργείο κινηματογραφεί «Επίκαιρα» και τραβάει φωτογραφίες από τη ζωή και τη δράση του ΔΣΕ. Τα φιλμ μεταφέρονταν στο εξωτερικό για την τεχνική επεξεργασία με σκοπό τη διανομή τους. «...Επρεπε να μάθουμε πέντε πράγματα για τον Δημοκρατικό Στρατό και για την τακτική του. Σε μια εβδομάδα αρχίσαμε τις αποστολές. Πηγαίναμε στις διάφορες μονάδες, βγάζαμε φωτογραφίες, γυρίζαμε κομμάτια από τη ζωή των μαχητών. Ηταν ένας άλλος στρατός. Γυναίκες και άνδρες μαζί στις μονάδες και στην πρώτη γραμμή και στα μετόπισθεν, παντού...».
Το κινηματογραφικό συνεργείο του ΔΣΕ |
Σε απάντηση των κατηγοριών για το «παιδομάζωμα» γυρίζουν μαζί με τον Σεβαστίκογλου το ντοκιμαντέρ «Η Αλήθεια για τα παιδιά της Ελλάδας». Η ταινία γυρίστηκε στις περιοχές στον Γράμμο και στο Βίτσι, όπου βρίσκονταν υπό τον έλεγχο του ΔΣΕ, καθώς και στις Λαϊκές Δημοκρατίες της Ουγγαρίας και της Τσεχοσλοβακίας. Καταγράφει τις συνθήκες ζωής των παιδιών στις εμπόλεμες περιοχές. Αποτυπώνει και τη μεταφορά τους σε σοσιαλιστικές χώρες, αποτελώντας σημαντικό ιστορικό τεκμήριο.
Μετά την ήττα εγκαθίσταται στην Τασκένδη, όπου σπουδάζει για τέσσερα χρόνια στο Κρατικό Ινστιτούτο Θεάτρου και στη συνέχεια διδάσκει εκεί υποκριτική. Ο κινηματογράφος όμως παραμένει η μεγάλη του αγάπη, έτσι αποφασίζει να συμμετάσχει σε έναν πανσοβιετικό διαγωνισμό για σπουδές κινηματογράφου στη Μόσχα. Σε αυτόν τον διαγωνισμό οι υποψήφιοι απ' όλες τις σοβιετικές Δημοκρατίες ξεπερνούν τους 400. Μετά από αλλεπάλληλες κρίσεις προκρίνονται 15, ανάμεσά τους και ο Μάνος Ζαχαρίας, ο μόνος μη Σοβιετικός πολίτης.
«Στη Σχολή Κινηματογράφου ευτύχησα να έχω καθηγητές μερικούς από τους κορυφαίους της σοβιετικής κινηματογραφίας. Ο Ντοβζένκο μας δίδασκε πώς ένα λογοτεχνικό κείμενο μεταφέρεται στον κινηματογράφο, ο Ρομ μας έκανε σκηνοθεσία, ο Ράισμαν μας δίδασκε τη δουλειά με τον ηθοποιό, ο Τράουμπεργκ μας μάθαινε σενάριο, ο Γιουτκέβιτς μας έκανε το μάθημα Εικαστική τέχνη και κινηματογράφος, ο Μπάρνετ μας έκανε Ιστορία και βλέπαμε ταινίες, πολλές ταινίες, υπήρχε στη Σχολή μια μεγάλη και ανοιχτή ταινιοθήκη με τις καλύτερες ταινίες του παγκόσμιου κινηματογράφου».
Μόλις τέλειωσε τη σχολή, δούλεψε στη Μόσφιλμ, όπου αμέσως του δόθηκε η δυνατότητα να γυρίσει την πρώτη του ταινία, που ήταν οι «Σφουγγαράδες» σε σενάριο του Γ. Σεβαστίκογλου στηριγμένη στο διήγημα «Ο μηχανικός» του Νίκου Κασδαγλή. Στην πρώτη προβολή της στη Μόσχα και τις μεγάλες πόλεις της ΕΣΣΔ έκοψε 18 εκατομμύρια εισιτήρια.
Στην ΕΣΣΔ γυρίζει 7 ταινίες μεγάλου μήκους και 3 μικρού. Κάθε περίπου δύο χρόνια ολοκλήρωνε και μια ταινία. Είναι αποκαλυπτικά τα λόγια του για τις συνθήκες που επικρατούσαν, αλλά και για το συντροφικό κλίμα, το γεμάτο αλληλεγγύη και σεβασμό που υπήρχε μεταξύ των σκηνοθετών. «Οι σκηνοθέτες είχαν όλα τα μέσα για να γυρίσουν την ταινία τους. Ο προϋπολογισμός καταρτιζόταν επάνω στο σενάριο που είχε δουλέψει ο σκηνοθέτης, το οποίο από τη στιγμή που εγκρινόταν, ο δημιουργός έκανε ό,τι ήθελε».
Το 1972 γυρίζει την ταινία «Γωνία Αρμπάτ και Μπουμπουλίνας», η οποία περιέχει αρκετά αυτοβιογραφικά στοιχεία και μερικές από τις συγκλονιστικότερες σκηνές που αποτυπώθηκαν στον κινηματογράφο από τις μάχες, τις διαδηλώσεις και τους λαϊκούς αγώνες της Κατοχής και της Αντίστασης.
Στην υπόθεσή της ο Ελληνας σκηνοθέτης Μέμος έρχεται στη Μόσχα για να ψάξει υλικό για το ντοκιμαντέρ που ετοιμάζει. Η Ρωσίδα δημοσιογράφος Ξένια θα τον ξεναγήσει και θα τον βοηθήσει στις αναζητήσεις του. Μέσα απ' αυτή τη σχέση, θα μάθουμε για τη ζωή του Μέμου, που είναι άρρηκτα δεμένη με τη σύγχρονη ελληνική Ιστορία, από την Κατοχή, τα δύσκολα μεταπολεμικά χρόνια και τη δικτατορία των Συνταγματαρχών. Η Γκαλίνα Σέργκοβα, συγγραφέας του ομώνυμου μυθιστορήματος και σεναριογράφος της ταινίας, λέει ανάμεσα σε άλλα... «Παρά το γεγονός ότι ήρωας αυτού του βιβλίου δεν είναι ο Μάνος, αλλά ένας άνθρωπος με τα χαρακτηριστικά της βιογραφίας του, μέσα σε αυτά υπάρχει η Ελλάδα που μου γνώρισε ο Μάνος Ζαχαρίας... Αυτή την Ελλάδα κουβαλούσε μαζί του στο στρατιωτικό σακίδιό του, τη μετέφερε στις ταινίες του και τη χάρισε στους σοβιετικούς θεατές. Την κουβαλούσε πάντα μέσα στην ψυχή του...».
Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1979. Από τότε μέχρι και σήμερα ο κινηματογράφος εξακολουθεί να είναι η μεγάλη του αγάπη...