Παράλληλα γίνεται προσπάθεια να παρουσιαστεί η πραγματικότητα αναποδογυρισμένη, να αποδοθούν πολιτικές αποφάσεις, ακόμα και ο ίδιος ο πόλεμος και η συμμετοχή κάθε χώρας σε αυτόν, πότε ως προσπάθεια να συγκαλυφθούν «αμαρτίες», πότε ως αποτέλεσμα «γραμματίων που εξοφλούνται» και πότε στενά εκλογικών σχεδιασμών.
Γίνεται προσπάθεια δηλαδή να δείξουν το δέντρο για να βγει εκτός κάδρου το δάσος, εκείνο που πραγματικά «μετακινεί τις πλάκες» του αστικού πολιτικού συστήματος, που είναι τα συμφέροντα του κεφαλαίου και οι σφοδροί ανταγωνισμοί μεταξύ των ιμπεριαλιστικών κέντρων αλλά και στο εσωτερικό της αστικής τάξης κάθε χώρας, σε συνθήκες πολεμικής προετοιμασίας, όπου τα διλήμματα και οι αντιθέσεις για το πώς αυτά θα απαντηθούν - και άρα ποιος από αυτούς θα κερδίσει και ποιος θα χάσει - αντικειμενικά χτυπάνε «κόκκινο». Οι διεργασίες γύρω από αυτά τα διλήμματα επιχειρείται να ντυθούν με τον μανδύα της «κάθαρσης» και της «κοινής λογικής», προκειμένου να στοιχηθεί ο λαός πίσω και από τις επιλογές που είτε έτσι είτε αλλιώς τον πάνε ολοταχώς προς νέες θυσίες, πολέμους και κρίσεις.
Τα παραδείγματα των ημερών είναι πολλά. Π.χ. η σφοδρή κριτική που γίνεται τις μέρες αυτές στην κυβέρνηση Στάρμερ στη Βρετανία προφανώς δεν αφορά το αν το πρωθυπουργικό γραφείο πίεσε για τον διορισμό κάποιου αξιωματούχου, αλλά πώς και με τι όρους αυτό διαχειρίζεται το μεγάλο πλήγμα στην οικονομία της από τον πόλεμο, τα αποκλίνοντα συμφέροντα και τις ρωγμές που μεγαλώνουν στις σχέσεις της με τις ΗΠΑ, τις σχέσεις με την ΕΕ, δεδομένου και του Brexit.
Αντίστοιχα, η κυβέρνηση Ορμπαν στην Ουγγαρία προφανώς δεν έγινε «διεφθαρμένη» και «αντιδημοκρατική» πριν από ενάμιση χρόνο, τότε που αποχώρησε από αυτήν ο προ ημερών εκλεγμένος νέος της Πρόεδρος, ούτε βέβαια στην Ουγγαρία φυσάει «αέρας δημοκρατίας». Εκείνο που φύσηξε αλλιώς, σε αυτή τουλάχιστον τη φάση, είναι η κατεύθυνση και οι επιλογές της αστικής τάξης και τμημάτων της (με την αντίστοιχη βοήθεια και τις συμμαχίες τους), που έγειραν την πλάστιγγα προς μια πιο «ισορροπημένη σχέση με τη Ρωσία», όπως την περιέγραψε ο ίδιος ο Μαγκιάρ μετά την εκλογή του.
Στη Βουλγαρία οι 8 εκλογικές αναμετρήσεις σε 5 χρόνια, όπου τη σκυτάλη παίρνουν εναλλάξ «φιλορώσοι» και «φιλοΝΑΤΟικοί», δεν δείχνουν ότι δεν βρέθηκε ούτε ένας «τίμιος» Πρόεδρος τόσο καιρό, αλλά αντίθετα ότι στο εσωτερικό της αστικής της τάξης διεξάγεται σφοδρή σύγκρουση, με ποιον θα πάνε και με τι όρους.
Ούτε βέβαια είναι άσχετη με τη «γραμμή» που θα επιλεγεί για να στρατευτεί ο λαός στην πολεμική προετοιμασία η «πρώτη πολιτική ήττα» της κυβέρνησης Μελόνι στην Ιταλία, με το προ εβδομάδων μπλόκο στις δικαστικές μεταρρυθμίσεις που προωθούσε (εκεί το «έργο» παίχτηκε ανάποδα, με την Μελόνι να τις προωθεί στο όνομα της «αντιμετώπισης της διαφθοράς» και την αντιπολίτευση να υπερασπίζεται την «ανεξαρτησία» της αστικής Δικαιοσύνης), λίγες μέρες πριν η ιταλική κυβέρνηση διαφοροποιηθεί από επιλογές του στενού συμμάχου της, των ΗΠΑ, στον πόλεμο στο Ιράν.
Τον τόνο σε κάθε περίπτωση τον δίνει η μάχη για την πρωτοκαθεδρία ΗΠΑ - Κίνας, αλλά και οι «παράπλευρες» μεγάλες αντιθέσεις που φουντώνουν εντός του ευρωατλαντικού άξονα, ανάμεσα σε ΗΠΑ και ΕΕ, όπως και μέσα στο εσωτερικό της ΕΕ, την ώρα που η πορεία οδηγεί «ολοταχώς» προς την κλιμάκωση του ιμπεριαλιστικού πολέμου και προς μια νέα καπιταλιστική κρίση.
Αντιθέσεις που έχουν ως υπόβαθρο τα «αποκλίνοντα» συμφέροντα σε μια σειρά ζητήματα, από τον τρόπο αντιμετώπισης της Κίνας και την ιεράρχηση των μετώπων Ουκρανίας και Μ. Ανατολής μέχρι την «προτεραιοποίηση» των διαφορετικών ενεργειακών σχεδιασμών, των εμπορικών διαδρομών και «σφαιρών επιρροής», σε συνθήκες που ο πόλεμος προκαλεί ανακατατάξεις σε όλα τα μέτωπα. Παράλληλα φέρνει σε ακόμη πιο δύσκολη θέση την ΕΕ, εξαιτίας της ενεργειακής εξάρτησης, της μεγάλης επιβράδυνσης των ρυθμών ανάπτυξης, των σχετικά μειωμένων περιθωρίων δημοσιονομικής διαχείρισης (εξαιτίας και των μεγάλων χρεών που δημιούργησε η διαχείριση και των προηγούμενων κρίσεων), η δε στροφή στην πολεμική οικονομία και στους εξοπλισμούς για «αυτοτελή» υπεράσπιση των ιδιαίτερων συμφερόντων της γεννάει γκρίνιες για τη μοιρασιά π.χ. στο πλαίσιο του νέου Πολυετούς Δημοσιονομικού Πλαισίου, ενώ αντιφάσκει έως έναν βαθμό και με την επιχείρηση ενσωμάτωσης λαϊκών στρωμάτων. Αδιέξοδα που η ιμπεριαλιστική ένωση επιχειρεί να λύσει με «φυγή προς τα εμπρός», δηλαδή με ακόμα πιο επιθετική υπεράσπιση των συμφερόντων της, που σηματοδοτεί και νέες θυσίες για τους λαούς.
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες προσπαθεί να «χαράξει πορεία» για τα συμφέροντά της η αστική τάξη στη χώρα μας, και το πολιτικό της προσωπικό, με τα διλήμματα να πολλαπλασιάζονται σε όλα τα μέτωπα, αφού όπως έλεγαν μια σειρά αστικά επιτελεία στο Φόρουμ των Δελφών μέσα στη βδομάδα, υπάρχει «ανάγκη να ισορροπούμε ανάμεσα σε δύο στρατηγικές ενώ χάσκει το ρήγμα στον δυτικό κόσμο».
Τέτοιου τύπου «διλήμματα» αποτυπώνονται π.χ. στις αντιθέσεις που προσπαθεί να διαχειριστεί η κυβέρνηση με τις αντιδράσεις της ΕΕ για τον «Κάθετο Διάδρομο», που προωθεί τον αμερικανικό ενεργειακό σχεδιασμό στην Ανατ. Ευρώπη με πύλη εισόδου την Ελλάδα, και από τον οποίο προσδοκούν μεγάλα κέρδη εφοπλιστές, ενεργειακοί και κατασκευαστικοί όμιλοι. Στους εξοπλισμούς, με τις «ισορροπίες» να επιχειρούνται να κρατηθούν την ώρα που «πέφτουν κορμιά» για τα εξοπλιστικά συμβόλαια ανάμεσα σε ΗΠΑ, Γαλλία, Ισραήλ κ.ά., ενώ το εγχώριο κεφάλαιο προσδοκά κέρδη από τη συμμετοχή στο εξοπλιστικό φαγοπότι. Για την κατανομή του κονδυλίων, τις επιδοτήσεις στο κόστος της Ενέργειας κ.ο.κ., με τον πρόεδρο του ΣΕΒ, Σπ. Θεοδωρόπουλο, να λέει μέσα στη βδομάδα ότι «έχουν επαναπροσδιοριστεί τα πάντα», ότι «η βιομηχανία πληρώνει το σπασμένο τζάμι» και για τα μέτρα της κυβέρνησης ότι «έδωσαν μια ανάσα μόνο στις βιομηχανίες οι οποίες είχαν έσοδα από το διοξείδιο», δείχνοντας δηλαδή εμμέσως πλην σαφώς ως ένοχο και τη στρατηγική της ΕΕ.
Και, βέβαια, ακόμα πιο «ακραία» γίνονται τα διλήμματα στην περίπτωση των Ελληνοτουρκικών και της Ανατ. Μεσογείου (του «ζωτικού χώρου» της αστικής τάξης), με τον πόλεμο στη Μ. Ανατολή να δημιουργεί νέα δεδομένα και να περιπλέκει σε μεγαλύτερο βαθμό τα πράγματα, επιταχύνοντας π.χ. τη «στρατηγική σχέση» της ΕΕ με την Τουρκία σε τομείς όπως η «Αμυνα» και η Ενέργεια, με τα ανάλογα ανταλλάγματα, την ώρα που η κυβέρνηση «ποντάρει» τη γεωστρατηγική αναβάθμιση της αστικής τάξης στην περιοχή στη στρατηγική συμμαχία με το κράτος - δολοφόνο Ισραήλ και τη «ΝΑΤΟποιημένη» Κύπρο υπό τη σκέπη των ΗΠΑ, ενώ οι σχέσεις Τουρκίας - Ισραήλ βρίσκονται σε τροχιά σύγκρουσης.
Είναι προφανές ότι τα παραπάνω δεν έχουν τις ίδιες «απαντήσεις» για όλα τα τμήματα του κεφαλαίου, αλλά και ότι οι κοινοί στρατηγικοί στόχοι όλων τους απαιτούν και προσαρμογές στο πώς αυτοί προωθούνται μέσα «στον καπνό και την ομίχλη» του πολέμου. Οπως προφανές είναι πως τμήματα του κεφαλαίου, ριγμένα στη μοιρασιά ή με άλλους προσανατολισμούς, προσπαθούν να αξιοποιήσουν τη μεγάλη και δικαιολογημένη λαϊκή οργή για τις ρεμούλες και τα σκάνδαλα της κυβέρνησης της ΝΔ για να την εκτρέψουν στον δικό τους «μύλο», πάντα εντός των τειχών του σάπιου συστήματος, που γεννάει τα σκάνδαλα.
Εξάλλου, τα διλήμματα που πολλαπλασιάζονται απαιτούν και «αναβαπτισμένη» τη «συναίνεση» του λαού στους «εθνικούς» στόχους του κεφαλαίου, με νέα κάλπικα διλήμματα και αυταπάτες, όπως και με προσπάθεια «να πάμε με τον καιρό για να μην ανατραπεί το σκάφος», όπως χαρακτηριστικά έλεγε στους Δελφούς ο πρώην πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ Ευ. Βενιζέλος, προσθέτοντας: «Αν δεν έχεις εσωτερικές προϋποθέσεις συναίνεσης, αν δεν μπορείς να σκεφτείς με άλλους όρους, να κάνεις αναλύσεις οι οποίες δύσκολα γίνονται δημόσια, αλλά πρέπει να γίνουν μεταξύ αυτών που έχουν την ευθύνη για τη χάραξη της στρατηγικής, δεν θα μπορέσεις να αντιμετωπίσεις αυτό το πολύπλοκο τοπίο, το οποίο το αντιμετωπίζαμε με μια αδράνεια, με έναν μηχανιστικό τρόπο, ως μια ρουτίνα (...) έχουμε μια επιτάχυνση χρονική, έχει αλλάξει η αίσθηση του χρόνου, άρα (...) πρέπει να κάνουμε μια ουσιώδη επικαιροποίηση της στρατηγικής μας, και αυτό δεν το κάνουμε με επεξεργασμένο τρόπο».
Ακόμα πιο χαρακτηριστική ήταν η «έκρηξη» του βουλευτή της ΝΔ Δ. Καλογερόπουλου σε πάνελ μέσα στη βδομάδα, ότι «είμαστε μια Βουλή η οποία άγεται και φέρεται ανάλογα με τις κόντρες που υπάρχουν. Και είναι κρίμα αυτό. Αυτήν τη στιγμή είναι ένας πόλεμος. Και γίνεται με το Ιράν. "Δεν έχει σχέση η Ελλάδα". Δεν έχει σχέση η Ελλάδα; Η Ελλάδα που γίνεται διαμετακομιστικός κόμβος; Η Ελλάδα που κατάφερε επιτέλους να μην πάρουν οι Κινέζοι για τα υπόλοιπα κομμάτια και να πάρουν οι Αμερικάνοι; Γιατί αυτό είναι το παιχνίδι που παίζεται. Γεωπολιτικά. Και να γίνουν σημαντικοί οι Ελληνες προκειμένου να μπορούν και τα ελληνικά πλοία με ελληνική σημαία να κυκλοφορούν και να μεταφέρουν καύσιμα, την Ενέργεια, να παίξουμε μπάλα. Κάπου πρέπει να προασπίσεις κάτι. Αν έχεις μακρύ βλέμμα, πρέπει να τα βλέπεις αυτά. Είμαστε εκεί, κοντόφθαλμοι. (...) Εντάξει, όποιον τον πιάσανε με τη γίδα στην πλάτη, φυλακή. Αλλά από εκεί και πέρα να πάμε παρακάτω; (...) Ακούστε, παλικάρια. Εμείς βλέπω ότι εδώ γνωριζόμαστε, βρισκόμαστε. Και κάνουμε κάποιες κουβέντες και μεταξύ μας. Και έχουμε κοινές συνισταμένες. Τώρα, το αν θα γίνει ο πρόεδρος του κόμματός μου πρωθυπουργός για να μπορέσω και εγώ να τακτοποιηθώ και κάποιος άλλος, εμένα ποσώς με ενδιαφέρει. (...) Γιατί όταν έρχεται ο δρόμος και σου λέει, αυτοί είναι όλοι φυγόποινοι, φυγόδικοι (...) δεν μπορείς να ταυτίζεις τα πάντα. Και μετά ζητάς τα αστικά κόμματα να λειτουργήσουν. Οχι. Στο τέλος θα λειτουργεί μόνο το ΚΚΕ. Γιατί όλοι θα απεχθάνονται τα αστικά κόμματα. Γιατί έχουν εξαλειφθεί, έχουν υποβαθμιστεί, μέχρι το τέλος έχουν πάει. Γι' αυτό λοιπόν, πώς θα ανορθώσουμε το κοινοβούλιο».
Να λοιπόν και «ποιο είναι το παιχνίδι που παίζεται» και τι είναι αυτό που τους καίει στην προσπάθειά τους να «ανορθώσουν» τη χαμένη τιμή του αστικού πολιτικού συστήματος. Αγωνία που συμμερίζονται εξάλλου και ο ΣΥΡΙΖΑ και το ΠΑΣΟΚ, που κατηγορούν την κυβέρνηση ακριβώς ότι με το «διεφθαρμένο κράτος της» υπονομεύει την πολιτική σταθερότητα που έχουν ανάγκη οι «εθνικοί» τους στόχοι, και ο Τσίπρας, ο οποίος έλεγε την Πέμπτη ότι επανέρχεται για να φέρει «κανονικότητα και σταθερότητα» και ότι «χρειαζόμαστε ένα άλλο κράτος, όχι πελατειακό και διεφθαρμένο, αλλά που να στηρίζει τον πολίτη και την παραγωγική ανασυγκρότηση της οικονομίας».
Οι εργαζόμενοι και ο λαός όμως δεν χρειάζονται μπαγιάτικες αυταπάτες με νέο περιτύλιγμα, περί «αστικού κράτους για όλους» και μούφα «πολιτικών αλλαγών», με τον Μανωλιό να βάζει τα ρούχα του αλλιώς. Αντίθετα, έχουν κάθε συμφέρον να κάνουν πραγματικότητα αυτό που όλοι αυτοί φοβούνται: Να δυναμώσουν το πραγματικό αντίπαλο δέος στην κυβέρνηση της ΝΔ και σε κάθε αντιλαϊκή κυβέρνηση, στην αντιλαϊκή σταθερότητα και στην υποταγή του λαού στο «εθνικό συμφέρον» της αστικής τάξης. Με τον αγώνα τους για να μην πληρώσουν εκείνοι τους πολέμους και τις κρίσεις των καπιταλιστών, να στοχεύσουν την «καρδιά» του προβλήματος, το σύστημα της εκμετάλλευσης και το καπιταλιστικό κέρδος. Σε συμπόρευση με το ΚΚΕ να βαδίσουν τον δρόμο της ανατροπής, για τον σοσιαλισμό, την κοινωνία την απαλλαγμένη από την εκμετάλλευση και τους πολέμους των ιμπεριαλιστών.