ΠΡΟΛΗΨΗ - ΑΠΕΞΑΡΤΗΣΗ
Οι εργαζόμενοι σημαίνουν «συναγερμό» για τις επικίνδυνες εξελίξεις

Στο στόχαστρο τα «στεγνά» προγράμματα, προωθείται η ιδιωτικοποίηση μέσω του ΕΟΠΑΕ

Παρασκευή 24 Απρίλη 2026

Από τις μεγάλες κινητοποιήσεις ενάντια στο εγκληματικό νομοσχέδιο που ψηφίστηκε το 2024
Πάνω από δύο δεκαετίες, τα «στεγνά» προγράμματα ή αλλιώς τα προγράμματα που αποδεδειγμένα οδηγούν στην απεξάρτηση από ναρκωτικά βρίσκονται στο «μάτι του κυκλώνα». Με βάση τη στρατηγική της ΕΕ και των κομμάτων της, διαχρονικός στόχος ήταν η συρρίκνωσή τους και η πριμοδότηση της «μείωσης της βλάβης», δηλαδή των προγραμμάτων εκείνων που οδηγούν στη δια βίου συντήρηση της χρήσης, αρκεί να είναι ...«λειτουργική» και «ασφαλής».

Σε αυτή την κατεύθυνση τα τελευταία 25 χρόνια νομοθετήθηκαν μια σειρά αντιδραστικές διατάξεις, όπως ο χαρακτηρισμός της τοξικοεξάρτησης ως «αυτοπροκαλούμενη, χρόνια νόσος» (ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ, ΛΑΟΣ), ο διαχωρισμός «σκληρών και μαλακών» ναρκωτικών, η αποποινικοποίηση της χρήσης, ενώ άνοιξε ο δρόμος για την ιδιωτικοποίηση της απεξάρτησης και της πρόληψης. Βήμα - βήμα δηλαδή μέχρι τη σημερινή κατάργηση όλων των εγκεκριμένων «στεγνών» θεραπευτικών προγραμμάτων και τη συγχώνευσή τους με τα προγράμματα υποκατάστασης, στον ΕΟΠΑΕ («Εθνικός Οργανισμός Πρόληψης και Αντιμετώπισης Εξαρτήσεων»).

Πρόκειται για Οργανισμό πλήρως εναρμονισμένο με τις κατευθύνεις της ΕΕ, όπου η απεξάρτηση λογίζεται ως «κόστος προς εξορθολογισμό» τινάζοντας στον αέρα την πρόληψη, ενώ ακόμα και η λεγόμενη «μείωση της βλάβης» ταυτίζεται με τη διανομή ...καθαρών συριγγών στους χρήστες.

Εναν χρόνο από την έναρξη λειτουργίας του ΕΟΠΑΕ, ο «Ριζοσπάστης» συζητά με το ΔΣ του Συλλόγου Εργαζομένων στον Οργανισμό. Αφορμή για τη συζήτηση είναι η προφορική εντολή για την 24ωρη λειτουργία των θεραπευτικών κοινοτήτων, που έρχεται να δώσει τη χαριστική βολή στο κοινωνικό δικαίωμα για δωρεάν, υψηλού επιπέδου απεξάρτηση, καταστρατηγώντας εργασιακά δικαιώματα.

Διαλυμένες οι θεραπευτικές κοινότητες

«Το πρόβλημα αφορά όλους τους τομείς και τα πεδία του ΕΟΠΑΕ, όχι μόνο τα λεγόμενα στεγνά προγράμματα», μας λέει ο Γιώργος Παπαϊωάννου, πρόεδρος του Συλλόγου. «Δεν υπάρχει εθνικός συντονισμός και σχέδιο δράσης για τις εξαρτήσεις, η διορισμένη διοίκηση λειτουργεί με αυταρχικό τρόπο, ενώ οι εργαζόμενοι δυσκολεύονται να κάνουν τη δουλειά τους αντιμετωπίζοντας διαρκώς μετακινήσεις και πειθαρχικά. Ενώ αρχικά έλεγαν ότι στον ΕΟΠΑΕ θα διατηρηθούν όλες οι θεραπευτικές προσεγγίσεις, και δεν θα πειράξουν τα θεραπευτικά μοντέλα, παρά μόνο το διοικητικό κομμάτι, μεθοδικά αλλοιώνεται η φιλοσοφία και η λειτουργία των δομών, ειδικά των προγραμμάτων ψυχοκοινωνικής προσέγγισης. Αφαιρούνται αρμοδιότητες από τους ωφελούμενους, καθώς η θεραπευτική κοινότητα στηριζόταν στην ενεργοποίηση των ανθρώπων».

Σήμερα, οι θεραπευτές στις Κοινότητες καλούνται να γίνουν ανθρωποφύλακες. «Δεν ήταν μοντέλο φύλαξης, ούτε αντιμετώπιζε την εξάρτηση ως ιατρικό πρόβλημα. Ενώ δεκαετίες όλοι μιλούν για "αποασυλοποίηση" και μάλιστα στις ψυχιατρικές δομές, εδώ έχουμε "ασυλοποίηση" σε ένα μοντέλο που είχε άλλα χαρακτηριστικά. Καταργείται η επαφή με την τοπική κοινωνία, οι δράσεις, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που είχαν οι άνθρωποι».

Οι θεραπευτικές κοινότητες, όπως μας εξηγεί η Λεμονιά Φακάρου, μέλος του ΔΣ του Σωματείου, λειτουργούσαν 24 ώρες/7 ημέρες «γιατί και οι άνθρωποι ήταν σε θεραπεία 24 ώρες το 24ωρο. Ηταν ένα κομμάτι της ζωής τους που αφιέρωναν κατά προτεραιότητα στην απεξάρτησή τους, δεν σταματούσε, όταν οι θεραπευτές δεν ήταν εκεί. Το προσωπικό δούλευε 8ωρο - πολλές φορές πολύ περισσότερο εάν υπήρχε ανάγκη - ήταν μαζί τους σε γιορτές, αργίες, εκδηλώσεις, εκδρομές... Οταν το προσωπικό έφευγε, η ζωή της κοινότητας συνεχιζόταν οργανωμένη, χωρίς κενούς χρόνους, και την ευθύνη αναλάμβαναν τα μέλη, υπό την εποπτεία του προσωπικού που εφημέρευε "on call", σε ετοιμότητα να παρέμβει σε περίπτωση ανάγκης. Η ανάληψη ευθύνης και η εμπιστοσύνη στις δυνατότητες των ανθρώπων ήταν κομμάτι της θεραπείας, της φιλοσοφίας των κοινοτήτων, και δείκτες ότι η θεραπεία εξελίσσεται αποτελεσματικά. Οπως και η παραμονή στη θεραπεία.

Με τον ΕΟΠΑΕ αυτό έχει γυρίσει ανάποδα. Αντί να μετρά ως αποτελεσματικότητα την παραμονή στη θεραπεία και την ολοκλήρωση της κοινωνικής επανένταξης, την αποχή από τις ουσίες, μετρά την ένταξη σε οποιαδήποτε υπηρεσία, τη συντήρηση. Εφαρμόζει τη Στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ενωσης: Στόχος γίνεται ο "λειτουργικός χρήστης" και όχι η απεξάρτηση, το "είμαι λίγο καλύτερα από πριν", "δεν πεθαίνω στον δρόμο", "κάνω λιγότερο χρήση". Στην πρόληψη θεωρείται επιτυχία η καθυστέρηση έναρξης της χρήσης και όχι να μη φτάσει ποτέ να ξεκινήσει τη χρήση. Τα προγράμματα πλέον έχουν διαλυθεί».

Χαρακτηριστικό της επιτυχίας και της αποτελεσματικότητας των «στεγνών» προγραμμάτων του ΚΕΘΕΑ ήταν η εμπλοκή της οικογένειας και γενικότερα το θεραπευτικό συνεχές. Σήμερα, όπως σημειώνει ο Γ. Παπαϊωάννου, «αυξάνονται τα στεγανά ανάμεσα σε συμβουλευτικό κέντρο, κοινότητα, οικογένεια, επανένταξη, ενώ υποτίθεται ότι στόχος του ΕΟΠΑΕ θα ήταν η διασύνδεση και διαλειτουργικότητα».

«Αυτή η αποσύνδεση - εξηγεί η Λ. Φακάρου - έχει δημιουργήσει πρόβλημα στις εισαγωγές στη θεραπευτική κοινότητα. Οι άνθρωποι μπαίνουν χωρίς προετοιμασία από τη συμβουλευτική όπως γινόταν πριν, με αποτέλεσμα την πρόωρη διακοπή της θεραπείας». Ενώ αφαιρέθηκαν ακόμα και τα οχήματα που χρησιμοποιούνταν για τις μετακινήσεις των θεραπευόμενων (σε νοσοκομεία, εκδρομές, διακοπές κ.α.), πολλά από τα οποία ήταν δωρεές από το υστέρημα των συλλόγων οικογένειας. Σε αυτές τις συνθήκες δεκάδες εργαζόμενοι παραιτούνται και τμήμα αυτών αντικαθίσταται από εργαζόμενους με πανσπερμία ελαστικών εργασιακών σχέσεων, χωρίς εμπειρία και εκπαίδευση, σε έναν χώρο που «ενώ χρειάζεσαι τουλάχιστον έναν χρόνο ως εκπαιδευόμενος για να αρχίζεις να στέκεσαι στα πόδια σου, πλέον εργαζόμενοι κάπου εκεί απολύονται».

«Ανωθεν» εντολές για 24ωρη λειτουργία

Την πείρα της από τη λειτουργία της θεραπευτικής κοινότητας στα Ιωάννινα μεταφέρει από το θεραπευτικό προσωπικό η Ελπίδα Σδούκου, κοινωνική λειτουργός.

«Το τελευταίο χρονικό διάστημα έχει εφαρμοστεί καθεστώς 24ωρης λειτουργίας στη θεραπευτική κοινότητα, με ένταξη του προσωπικού σε κυλιόμενο πρόγραμμα βαρδιών. Η αλλαγή αυτή πραγματοποιήθηκε χωρίς προηγούμενη ουσιαστική ενημέρωση ή διαβούλευση με το προσωπικό και χωρίς να έχει καθοριστεί σαφές πλαίσιο λειτουργίας.

Μέχρι σήμερα δεν έχει κοινοποιηθεί εγγράφως καθηκοντολόγιο, ούτε υπάρχουν σαφείς οδηγίες σχετικά με τις αρμοδιότητες, τις ευθύνες και τη διαχείριση περιστατικών κατά τη διάρκεια των βαρδιών, ιδίως σε συνθήκες μονοβάρδιας. Παράλληλα, απουσιάζει οργανωμένη εποπτεία και υποστηρικτικό πλαίσιο για το προσωπικό, γεγονός που δημιουργεί επαγγελματική ανασφάλεια και δυσχέρεια στην άσκηση των καθηκόντων.

Επιπλέον, στο πλαίσιο εφαρμογής του νέου μοντέλου λειτουργίας, πραγματοποιήθηκε ένταξη νέου προσωπικού με ελαστικές σχέσεις εργασίας (κυρίως με μετακινήσεις από άλλες υπηρεσίες του ΕΟΠΑΕ στα Ιωάννινα), το οποίο δεν έχει λάβει την απαραίτητη εκπαίδευση και εποπτεία για την εργασία σε θεραπευτική κοινότητα. Το γεγονός αυτό εντείνει την απορρύθμιση του θεραπευτικού πλαισίου και δημιουργεί πρόσθετες δυσκολίες στη συνεργασία και στη συνοχή της ομάδας».

Η Ελπ. Σδούκου σημειώνει για τις παραπάνω αλλαγές ότι «επηρεάζουν ουσιαστικά τον τρόπο λειτουργίας της κοινότητας, καθώς μεταβάλλουν το θεραπευτικό πλαίσιο και τη συνέχεια της θεραπευτικής σχέσης, η οποία αποτελεί βασικό στοιχείο της λειτουργίας των θεραπευτικών κοινοτήτων. Η αποσπασματική παρουσία προσωπικού μέσω βαρδιών δυσχεραίνει τη σταθερότητα και τη συνοχή της θεραπευτικής διαδικασίας.

Παράλληλα, παρατηρείται περιορισμός της ενεργού συμμετοχής των μελών της κοινότητας στη λήψη αποφάσεων και στη διαμόρφωση της καθημερινής λειτουργίας, στοιχείο που αποτελεί θεμελιώδη αρχή του θεραπευτικού μοντέλου. Τα μέλη εμφανίζουν μειωμένη ανάληψη ευθυνών και πρωτοβουλιών, ενώ ενισχύεται μια περισσότερο παθητική στάση, η οποία δεν συνάδει με τους στόχους της θεραπευτικής διαδικασίας και της ενδυνάμωσης.

Η κατάσταση αυτή επηρεάζει τόσο την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών όσο και τη βιωσιμότητα του θεραπευτικού μοντέλου. Συνολικά, διαμορφώνεται ένα πλαίσιο λειτουργίας χωρίς σαφή οργάνωση, καθορισμένες αρμοδιότητες και επαρκή υποστήριξη, το οποίο δημιουργεί δυσχέρειες τόσο στην άσκηση των επαγγελματικών καθηκόντων όσο και στη διασφάλιση της ομαλής και αποτελεσματικής λειτουργίας της θεραπευτικής κοινότητας».