Εκθεση του Γιάννη Στεφανίδη με έργα της Κατοχής και της Αντίστασης
Σάββατο 18 Απρίλη 2026 - Κυριακή 19 Απρίλη 2026

Προσχέδιο με πυκνή ακουαρέλα (1949) που οδήγησε στον πίνακα με λάδι μετά την επιστροφή στην Αθήνα (1958)
Αναδρομική έκθεση για τον Γιάννη Στεφανίδη είχε προγραμματιστεί στην Εθνική Πινακοθήκη όταν ήταν διευθυντής ο Δημήτρης Παπαστάμος (τέλη δεκαετίας του 1980), αλλά λόγω αλλαγής της Διεύθυνσης της Πινακοθήκης δεν πραγματοποιήθηκε. Σήμερα έχουμε τη δυνατότητα αυτή χάρη στη διπλή έκθεση που φιλοξενείται στον Χώρο Πολιτισμού «Εργαστήρι Γιώργη Βαρλάμου», με τη συμβολή και της κόρης του, Φωτεινής Στεφανίδη.

Ο Γιάννης Στεφανίδης (1919 - 2010), ξεριζωμένος από την περιοχή του Πόντου, μεγάλωσε στη Ραφήνα, όπου πρωτοήρθε σε επαφή με τη ζωγραφική μέσα από την τέχνη λαϊκών ζωγράφων που, όπως σημειώνει στο μυθιστόρημά του «Πέτρα κυλησάμενη», είδε να δίνουν στα θέματα της φύσης που ζωγράφιζαν στους τοίχους ενός καφενείου που είχαν αναλάβει να διακοσμήσουν «μια δική τους μυστηριακή ζωή και ένα φως που λες κι έβγαινε από μέσα τους», και πέθανε στην Αθήνα, όπου και ανδρώθηκε μέσα από τις γραμμές της ΕΠΟΝ, ως σπουδαστής της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών στα δύσκολα και ηρωικά για την Αντίσταση χρόνια της Κατοχής. Η δράση του ως κύριου υπεύθυνου για τη σχεδίαση και παραγωγή των χαρακτικών του κρυφού συνεργείου της ΕΠΟΝ, που είχε αναλάβει το κύριο βάρος της δραστηριότητάς του από τον Μάρτη του 1943, τον ανέδειξε ως έναν από τους πιο πολυμήχανους ανάμεσα στους νεαρούς τότε αντιστασιακούς καλλιτέχνες, με δεκάδες θρυλικές αφίσες, φέιγ βολάν και πλακάτ, αλλά και το ίδιο το τιμημένο σήμα της ΕΠΟΝ να είναι δικής του έμπνευσης. Στον ίδιο οφείλεται και η επινόηση του αυτοσχέδιου κυλινδρικού πιεστηρίου (σε κατασκευή του συντρόφου του, γλύπτη, φοιτητή και αυτού της ΑΣΚΤ, Στάθη Ζυμαρίδη) στο οποίο τυπώνονταν τα χαραγμένα σε λινόλεουμ σχέδια, που το επόμενο πρωί τοιχοκολλούνταν κατά δεκάδες στην οδό Σόλωνος και στους άλλους δρόμους της Αθήνας.

Τα πορτρέτα...

Ανθρωπος και σκύλος παλεύουν για την επιβίωση, η μάχη γίνεται για ένα κόκαλο. Σχέδιο σε φύλλο από μπλοκ τσέπης, μολύβι, 1941
Η μαθητεία του δίπλα στον Κωστή Παρθένη τού έδωσε τα τεχνικά αλλά και πνευματικά εφόδια για να χειριστεί τα θέματά του με σχεδιαστική καθαρότητα και χρωματική απλότητα, που αναδεικνύει τον χαρακτήρα τους και δεν τα φορτώνει με περιττολογίες. Στα συγκινητικά πορτρέτα του, με το καθαρό βλέμμα των απεικονιζόμενων συντρόφων και την πάντα λεβέντικη, κινηματογραφική σχεδόν τοποθέτησή τους, δείχνει επίσης καταφανή ευχέρεια και συνθετική επάρκεια, αντίστοιχη της βιωματικής του σύνδεσης με το κάθε φορά αναπαριστάμενο πρόσωπο, όπως εκείνο του εμβληματικού κομμουνιστή ποιητή Γιάννη Ρίτσου. Πιστός στην παράδοση της παραστατικής ζωγραφικής, φαίνεται ότι η δημιουργική του τάση χαρακτηρίζεται από μια προτίμηση σε πρωτοπόρους για τη μοντέρνα Τέχνη καλλιτέχνες, όπως ο Γκόγια, ο Ντελακρουά και ο Βαν Γκογκ. Στο σχέδιό του από το περιοδικό της ΕΠΟΝ «Νέα Γενιά» η γυναικεία μορφή που οδηγεί τους συναγωνιστές της απηχεί την «Ελευθερία που οδηγεί τον λαό», από το αντίστοιχο, ίσως πιο στρατευμένο έργο του Ντελακρουά. Η λεπτομερής επιμονή του Στεφανίδη στην απεικόνιση των καθημερινών σκηνών και ο ευρηματικός και συνάμα αφοπλιστικός τρόπος με τον οποίο τα καθημερινά αντικείμενα παρεμβάλλονται ανάμεσα στους συνδαιτυμόνες, με χαρακτηριστικό το μακρόστενο τραπέζι που φαντάζει να είναι το στέρεο συνδετικό στοιχείο των εξόριστων (το μακρόστενο αυτό μοναστηριακό τραπέζι που ενώνει τις σκέψεις τους, τις παρουσίες τους, τον πόνο τους), θυμίζουν τα πιο ρεαλιστικά έργα του Βαν Γκογκ. Η συγκλονιστική εκφραστικότητα με την οποία αποδίδει καθημερινές σκηνές, όπως εκείνη η σπαρακτική εικόνα από την Κατοχή με το σκυλί και τον πεινασμένο, θυμίζει τη σπαρακτική ειλικρίνεια έργων του Γκόγια, αλλά και εκείνων του συντρόφου του, ζωγράφου και επίσης μαθητή του Παρθένη, επιφανούς ζωγράφου της Αντίστασης, Ηλία Φέρτη. Η τάση του, τέλος, να αποδίδει την εξορία με τρόπο που δεν επισκιάζει αλλά αποδίδει αφτιασίδωτη την καθημερινότητα, φέρνοντάς μας την πραγματική ζωή της εξορίας ανάγλυφη μπροστά μας, θυμίζει την αντίστοιχη εργασία του ομότεχνού του, συντρόφου Χρίστου Δαγκλή, από την εξορία του τελευταίου στον Αη Στράτη.

...και τα τοπία


Ενα άλλο χαρακτηριστικό της Τέχνης του Στεφανίδη είναι η λυρική δωρικότητα στα τοπία του, δείγμα βαθιάς κατανόησης της ελληνικής φύσης, αλλά και της ατόφιας έμπνευσης που ένιωθε μπροστά της. Οπως σημειώνει ο ίδιος στον «Ριζοσπάστη» στις 2/5/2004: «[το τοπίο] σε προκαλούσε με τη λιτότητά του, την αυστηρή του ομορφιά. Τα σπιτάκια, ενσωματωμένα στο τοπίο, έμοιαζαν έργα της φύσης παρά των ανθρώπων. Οι καταχνιές, οι αμυγδαλιές οι σακατεμένες απ' τον αγέρα, τι καλύτερο για ζωγραφική;». Ενώ σε μια πιο αναλυτική αναφορά του, στον κατάλογο της ατομικής έκθεσής του με τίτλο «Ζωγραφική στην εξορία» στο Καλλιτεχνικό Πνευματικό Κέντρο «Ωρα» το 1987, σημειώνει: «Γύρω μας ένα τοπίο λιτό, αυστηρό, μπορώ να πω, χωρίς φτηνές γραφικότητες. Λίγες καταχνιές και πολλή ευωδιά από βότανα που φύτρωναν παντού. Τα σπίτια σκυθρωπά, μουντά, παλιωμένα. Πού και πού μυγδαλιές σακατεμένες από τον αγέρα. Ολα αυτά ήταν μια πρόκληση για ζωγραφική. Από σύνεργα είχα μόνο κάτι νερομπογιές, μερικές κόλλες χαρτί και μια σινική. Αρχισα τη ζωγραφική απ' τον περίγυρο. Σιγά - σιγά βγήκα κι απ' το συρματόπλεγμα για να βρίσκω καινούριες όψεις. Οταν έπιασε το κρύο άρχισα και μέσα στον θάλαμο να δουλεύω σχέδια, γρήγορα στιγμιότυπα και συνθέσεις με χρώμα». Ο Γιάννης Στεφανίδης ως τοπιογράφος γίνεται έτσι συνεχιστής μιας αφετηριακής τάσης στην απόδοση του ελληνικού τοπίου, όπως τη συνέλαβε και την απέδωσε ήδη ο Βαυαρός ρομαντικός ζωγράφος Carl Rottman, όταν είχε επισκεφτεί το νεοσύστατο ελληνικό κράτος, από όπου υπογράμμιζε σε επιστολή του από το Ναύπλιο στις 20/9/1834: «Η Ελλάδα είναι η χώρα της καταστροφής, είναι αποτρόπαια ωραία...».

Κρατάμε τη ζωή ξανά

Ο Στεφανίδης με τα έργα του αυτά αποδίδει το μυστηριακό στοιχείο της φύσης, των ανθρώπων και των τοπίων, με την ίδια άνεση που είχε δει τους ζωγράφους στο καφενείο της γενέτειράς του να το ζωντανεύουν στους γυμνούς τοίχους. Ο κομμουνιστής καλλιτέχνης Γιάννης Στεφανίδης αποδίδει με την ίδια ευκολία τους ανθρώπους και τις ασχολίες τους και καταφέρνει σχεδόν χωρίς προσπάθεια να μας κάνει συμμέτοχους στην αυθεντική εμπειρία της Αντίστασης και σε εκείνη την πιο μοναχική της εξορίας, μέσα από την πίστη στο αύριο και την καθημερινή επαφή με την αλήθεια της ζωής. Μαζί με εκείνον ξεπερνάμε τα συρματοπλέγματα και την εξουσία του θανάτου και κρατάμε τη ζωή ξανά, πιστοί στο όραμα μιας κοινωνικής απελευθέρωσης χωρίς τις διακρίσεις που η αδικία επιβάλλει, ονειροπολώντας, όπως ο αγαπημένος του Γιάννης Ρίτσος, πάνω και πέρα από τον πόνο και τη ματαίωση του παρελθόντος.


Ανέστης ΜΕΛΗΔΟΝΗΣ
Ιστορικός Τέχνης