ΤΙΜΟΣ ΠΕΡΛΕΓΚΑΣ
Διανοούμενος της πράξης, εργάτης της Τέχνης, μαχητής της ιδέας
Σάββατο 18 Απρίλη 2026 - Κυριακή 19 Απρίλη 2026

Στην Ελλάδα του θεάτρου και των μεγάλων αντιφάσεων, λίγες μορφές κατάφεραν να ενώσουν τόσο οργανικά την Τέχνη με τη στράτευση όσο ο Τίμος Περλέγκας. Δεν ήταν απλώς ένας ηθοποιός που υπηρέτησε την Τέχνη του - τη συνέδεσε με τη ζωή του, με τους κοινωνικούς αγώνες, στρατεύτηκε στο πλευρό των εργαζομένων και των αδικημένων, μετατρέποντας τη σκηνή σε προέκταση της πολιτικής του συνείδησης. Ενας καλλιτέχνης που δεν περιορίστηκε στην αναπαράσταση ρόλων, αλλά συμμετείχε ενεργά στη διαμόρφωση της κοινωνίας. Είχα την τύχη να τον γνωρίσω στα μέσα της δεκαετίας του '80 στην ΕΡΤ. Εκείνος είχε συνήθως γυρίσματα εκεί, σε σίριαλ και στο «Θέατρο της Δευτέρας», και εγώ εργαζόμουν στο δελτίο ειδήσεων και στην τηλεοπτική εκπομπή «Τρεις στον αέρα». Συναντιόμασταν στο μπαρ του πρώτου ορόφου και πίνοντας καφέ ή τρώγοντας, συζητούσαμε για τα πάντα. Τον ζητούσα να μου πει ιστορίες από «Το μεγάλο μας τσίρκο» και το «Μινόρε της αυγής», και εκείνος δεν χάλαγε ποτέ χατίρι. Από τους πιο σεμνούς, καλλιεργημένους, ευγενείς και ευαίσθητους ανθρώπους που έχω γνωρίσει, θυμάμαι το έξυπνο χιούμορ του και το δυνατό και ανοιχτόκαρδο γέλιο του. Δεν ήταν λίγες οι φορές που με «έσωνε», όταν ακύρωνε ξαφνικά κάποιος καλεσμένος στη ζωντανή εκπομπή. Εχει τύχει - προκειμένου να με βοηθήσει - να μπει στο στούντιο για συνέντευξη ακόμα και με τα ρούχα εποχής του ρόλου του! 33 χρόνια από τον θάνατό του, σκέφτομαι αυτό που έχει πει ο Βασίλης Κολοβός για τον πολύτιμο φίλο του: «Ηταν αγαπημένος άνθρωπος, ανοιχτός σε όλους και σε όλα, σαν το πέλαγος». Ακριβώς αυτό ήταν.

Από τα εργοστάσια στο θέατρο

Ο Τίμος Περλέγκας γεννιέται το 1938 στην Πάτρα, σε μια πολυμελή οικογένεια, το έβδομο και τελευταίο παιδί. Μεγαλώνει μέσα σε δύσκολες κοινωνικές συνθήκες. Η οικονομική κατάρρευση της οικογένειας και ο πρόωρος θάνατος του πατέρα του του βάζουν δύσκολα στο ξεκίνημα της ζωής του. Τα καλοκαίρια δουλεύει σε κεραμοποιείο και αργότερα ως εργάτης σε εργοστάσια, εμπειρίες που τον σφραγίζουν. Κάποια στιγμή ο νεαρός Τίμος κινδυνεύει από οξεία πνευμονία. Τον σώζει ένας κομμουνιστής γιατρός, ο οποίος τον μυεί στη λογοτεχνία αλλά και στις αριστερές ιδέες. Το 1961 μπαίνει στη Δραματική Σχολή. Δάσκαλοί του, μορφές - σύμβολα όπως ο Μάνος Κατράκης και ο Τίτος Βανδής, δεν του μεταδίδουν μόνο τεχνική, του μεταδίδουν και ήθος. Η συμμετοχή του στην ταινία «Το ποτάμι» του Νίκου Κούνδουρου, ένα έργο με έντονο πολιτικό συμβολισμό, δείχνει ήδη τη συνειδητή του κατεύθυνση. Ο ίδιος θεωρούσε ότι «ο ηθοποιός δεν είναι διακοσμητικός. Είναι φορέας ιδεών». Μια φράση που συμπυκνώνει την αντίληψή του. Η προσωπικότητά του όμως αποκτά ακόμη μεγαλύτερο βάθος αν φωτιστεί η συνδικαλιστική και πολιτική του δράση, εκεί δηλαδή που ο ηθοποιός μετατρέπεται σε ενεργό αγωνιστή και όχι απλώς σε έναν «ευαίσθητο παρατηρητή» της εποχής του. Μετά τη μεταπολίτευση εκλέγεται γραμματέας του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών, αργότερα πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Θεάματος - Ακροάματος και καλλιτεχνικός διευθυντής του Πνευματικού Κέντρου του δήμου Αμαρουσίου. Είναι από εκείνους που πίστεψαν ότι το Σωματείο, το ΣΕΗ, δεν είναι μια «λέσχη», αλλά ένα εργαλείο πάλης. Συμμετέχει ενεργά στις διαδικασίες του, σε συνελεύσεις και κινητοποιήσεις, υπερασπιζόμενος τα εργασιακά δικαιώματα των ηθοποιών, ιδιαίτερα σε μια περίοδο που η ανασφάλεια και η εκμετάλλευση στον χώρο είναι έντονες. Αντιλαμβάνεται το θέατρο ως χώρο εργασίας, όχι ως «προνόμιο». Για εκείνον, το θέατρο ήταν εργαλείο κοινωνικής παρέμβασης. Γι' αυτό και αγωνίζεται για Συλλογικές Συμβάσεις, για αξιοπρεπείς αμοιβές και για προστασία των νέων ηθοποιών. Σε μία από τις χαρακτηριστικές του τοποθετήσεις επισημαίνει: «Ο ηθοποιός δεν είναι ούτε "ψώνιο", ούτε διακοσμητικό στοιχείο. Είναι εργαζόμενος, και μάλιστα από τους πιο εκτεθειμένους». Και αλλού, με σαφή ταξική ματιά: «Οταν ο καλλιτέχνης δεν παλεύει για το ψωμί του, κάποιος άλλος θα το κάνει γι' αυτόν και σίγουρα όχι υπέρ του».

Αντίσταση και διώξεις


Η περίοδος της δικτατορίας υπήρξε καθοριστική γι' αυτόν. Η απόλυσή του από το ΚΘΒΕ τον ώθησε σε βαθύτερη πολιτικοποίηση, αφού δεν ήταν μια απλή επαγγελματική απώλεια αλλά μια πολιτική τιμωρία. Εκείνος όμως δεν συμβιβάζεται. Δεν σιωπά. Δεν «προσαρμόζεται». Οπως θα έλεγε αργότερα σε συνέντευξή του: «Δεν γίνεται να παίζεις θέατρο και να κάνεις πως δεν βλέπεις τι γίνεται γύρω σου». Ο Περλέγκας εντάσσεται ενεργά στο κίνημα αντίστασης, μέσα από τους κύκλους των καλλιτεχνών που αντιτάσσονται στη χούντα. Δεν είναι από αυτούς που περιορίζονται σε «υπόγειες» δηλώσεις, συμμετέχει σε συλλογικές δράσεις, με προσωπικό ρίσκο. Οπως αναφέρει σε συνέντευξή του χρόνια αργότερα: «Τότε δεν υπήρχαν περιθώρια για μισόλογα. 'Η ήσουν με το φόβο ή ήσουν απέναντί του». Και με μια σπάνια ειλικρίνεια: «Δεν ήμασταν ήρωες. Ημασταν άνθρωποι που δεν άντεχαν να ζουν σκυφτοί». Η πολιτική του ταυτότητα είναι πάντα σαφής και αταλάντευτη. Είναι οργανικά συνδεδεμένος με το ΚΚΕ, όχι ως «φίλος» ή «συμπαθών», αλλά ως μέλος, ως ενεργός αγωνιστής. Συμμετέχει σε πρωτοβουλίες του Κόμματος, συμβάλλοντας στην προσπάθεια σύνδεσης πολιτισμού και πολιτικής. Για τον ίδιο αυτή η σχέση δεν είναι μόνο ιδεολογική επιλογή, είναι στάση ζωής. Πιστεύει πως «δεν μπορείς να μιλάς για τον άνθρωπο και να μην παίρνεις θέση για τις πολιτικές που τον συνθλίβουν». Σε άλλη συνέντευξη είναι ακόμα πιο αιχμηρός: «Η ουδετερότητα είναι πολυτέλεια των χορτάτων. Ο καλλιτέχνης δεν δικαιούται τέτοια πολυτέλεια».

Η Τέχνη ως όπλο


Ο Περλέγκας δεν αντιμετώπισε ποτέ την πολιτική δράση ως κάτι «παράλληλο» με την Τέχνη του. Τα δύο ήταν αξεχώριστα. Επέλεγε παραστάσεις με σαφές κοινωνικό και πολιτικό περιεχόμενο, δίνοντας προτεραιότητα σε έργα που μιλούσαν για τον άνθρωπο, την εκμετάλλευση, την αντίσταση. Δεν τον ενδιέφερε η εύκολη επιτυχία, ούτε η εμπορικότητα. Οπως είχε δηλώσει: «Δεν με αφορά το θέατρο που χαϊδεύει τα αυτιά. Με αφορά το θέατρο που ταρακουνάει συνειδήσεις». Και ακόμα πιο χαρακτηριστικά: «Αν ο θεατής φύγει όπως ήρθε, τότε κάτι κάναμε λάθος». Δεν δίσταζε να ασκήσει κριτική και στον ίδιο τον χώρο του θεάτρου. Σε μια περίοδο που πολλοί καλλιτέχνες επέλεγαν τη σιωπή ή τον συμβιβασμό, εκείνος ήταν αιχμηρός: «Το χειρότερο δεν είναι η λογοκρισία. Είναι η αυτολογοκρισία». Και αλλού: «Οταν ο ηθοποιός φοβάται να μιλήσει, έχει ήδη χάσει τη μισή του φωνή». Δεν επρόκειτο για εύκολες κουβέντες. Ηταν τοποθετήσεις που συχνά τον έφερναν σε σύγκρουση, αλλά δεν τον έκαναν ποτέ να υποχωρεί. Μετά το 1974 ο Περλέγκας δεν «χαλαρώνει», όπως πολλοί της γενιάς του. Αντίθετα, συνεχίζει να συμμετέχει ενεργά σε κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες. Στηρίζει απεργίες και πολιτιστικές εκδηλώσεις με κοινωνικό περιεχόμενο, και συμβάλλει στη διατήρηση μιας αγωνιστικής κουλτούρας στον χώρο των καλλιτεχνών. Οπως έλεγε, «η δημοκρατία δεν είναι κατάσταση. Είναι διαδικασία, και θέλει διαρκή υπεράσπιση».

Η ηθική του στάση

Ισως το πιο εντυπωσιακό στοιχείο του Περλέγκα δεν ήταν μόνο η δράση του, αλλά η συνέπεια του λόγου με την πράξη. Δεν πλούτισε από το θέατρο. Δεν επιδίωξε δημόσια προβολή. Δεν εκμεταλλεύτηκε τη φήμη που του χάρισαν οι σπουδαίες ερμηνείες του στο θέατρο, στον κινηματογράφο και σε τηλεοπτικές σειρές. Αντίθετα, έμεινε πιστός σε μια λιτή ζωή και σε μια καθαρή στάση. «Δεν θέλω να με θυμούνται ως ηθοποιό, αλλά ως άνθρωπο που δεν έκανε πίσω», έλεγε. Σήμερα, σε μια εποχή που η έννοια της «στράτευσης» συχνά παρεξηγείται ή αποφεύγεται, ο Τίμος Περλέγκας λειτουργεί ως υπενθύμιση. Οχι ενός «παλιού κόσμου», αλλά μιας στάσης που παραμένει επίκαιρη, ότι ο καλλιτέχνης έχει ευθύνη. Και όπως ο ίδιος θα έλεγε, με την απλότητα που τον χαρακτήριζε, «δεν χρειάζεται να είσαι μεγάλος για να είσαι χρήσιμος. Χρειάζεται μόνο να είσαι έντιμος». Αλλά και «η Τέχνη που δεν παίρνει θέση, παίρνει ήδη θέση υπέρ των ισχυρών».

Η Τέχνη ως πολιτική πράξη

Η προσωπική του ζωή ήταν άρρηκτα δεμένη με την ιδεολογική του πορεία. Παντρεύτηκε την ηθοποιό, δημοσιογράφο και θεατρική κριτικό Αριστούλα Ελληνούδη, με την οποία απέκτησαν έναν γιο, τον επίσης ηθοποιό Γιάννο Περλέγκα. Μαζί συγκρότησαν μια οικογένεια όπου η Τέχνη και η ιδεολογία δεν ήταν ξεχωριστά πεδία, αλλά ενιαία στάση ζωής. Δεν έτρεφαν αυταπάτες για τον ρόλο του καλλιτέχνη. Δεν πίστευαν στη «λαμπερή» πλευρά του θεάτρου. Σε συνεντεύξεις του, τόνιζε: «Δεν με ενδιαφέρει να είμαι αρεστός. Με ενδιαφέρει να είμαι χρήσιμος». Και αλλού: «Το θέατρο δεν είναι καταφύγιο. Είναι πεδίο μάχης». Σήμερα, σε μια εποχή που η Τέχνη συχνά εμπορευματοποιείται, η στάση του αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Η κληρονομιά του δεν βρίσκεται μόνο στους ρόλους που ερμήνευσε, αλλά κυρίως στο παράδειγμα που άφησε, ότι ο καλλιτέχνης οφείλει να έχει θέση. Οπως θα μπορούσε να συνοψιστεί σε μια δική του στάση ζωής: «Δεν υπάρχει ουδέτερη Τέχνη. Υπάρχει μόνο τίμια ή συμβιβασμένη».

Αυτός που δεν «χώρεσε»

Ο Τίμος Περλέγκας δεν «χώρεσε» ποτέ στα στενά όρια του επαγγελματικού ηθοποιού. Ηταν κάτι περισσότερο, ένας διανοούμενος της πράξης, ένας εργάτης της Τέχνης, ένας μαχητής της ιδέας. Δεν άφησε πίσω του μόνο αξιόλογους ρόλους. Αφησε μια παρακαταθήκη στάσης ζωής, και αυτό - τελικά - είναι το πιο δύσκολο έργο που μπορεί να ερμηνεύσει κάποιος. Σε μια κοινωνία που ζητά από τους καλλιτέχνες να σιωπούν ή να διασκεδάζουν μόνο το κοινό, εκείνος επέλεξε να μιλά. Και αυτή είναι ίσως η πιο σημαντική του συμβολή, ότι απέδειξε πως το θέατρο μπορεί να είναι όχι μόνο καθρέφτης της κοινωνίας, αλλά και το εργαλείο που τη διαμορφώνει.

Εφυγε από τη ζωή σαν σήμερα, στις 19 Απρίλη 1993. Ηταν μόλις 53 ετών. Η απώλειά του άφησε ένα κενό που δεν καλύπτεται. Δεν έλειψε ένας ακόμα ηθοποιός, έλειψε μια συγκεκριμένη στάση, αυτή του καλλιτέχνη που δεν διαπραγματεύεται τις αξίες του, που πιστεύει στον άνθρωπο, στα δικαιώματά του στην ευτυχία, στην εργασία, στον πολιτισμό, σε μια δίκαιη κοινωνία.


Της
Σεμίνας Διγενή