Η ομιλία της Ελένης Μπέλλου, μέλους του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, στη βιβλιοπαρουσίαση που έγινε την περασμένη Κυριακή στην Ελευσίνα
Ο Μάκης μάς είχε υποσχεθεί, στο Τμήμα Ιστορίας, στο Κόμμα, τη μελέτη του «Εθνικού» Διχασμού στα χρόνια 1914-1917 στο φως της ταξικής πάλης. Κι εμείς, το Κόμμα, του χρωστάγαμε την ολοκλήρωση της έκδοσης αυτής της μελέτης, γιατί - όπως θα είδατε στο Προλογικό Σημείωμα - ο Μάκης δεν είχε προλάβει να την ολοκληρώσει.
«Κλείσαμε» αυτή την εκκρεμότητα στα 5 χρόνια από τότε που ο Μάκης έφυγε από τη ζωή και μας άφησε μόνους στα δικά του και στα δικά μας καθήκοντα, στην πάλη για τον σοσιαλισμό - κομμουνισμό, που ήταν ο σκοπός της ζωής του. Ειδικότερα μας άφησε μόνους στα καθήκοντα του Τμήματος Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ, του οποίου είχε την ευθύνη ως μέλος της ΚΕ.
Και είναι αλήθεια ότι ήταν βαρύ το πρόγραμμα που και με τη δική του συμβολή είχε δρομολογηθεί με επίκεντρο τη συνέχιση στην έκδοση των Τόμων του Δοκιμίου Ιστορίας του ΚΚΕ, εργασία στην οποία ήταν ιδιαίτερα αφοσιωμένος ο Μάκης Μαΐλης.
Θα έλεγα ότι η πιο ουσιαστική μνημόνευση του Μάκη Μαΐλη είναι να διδαχτούμε από την εργατικότητα, τη μεθοδικότητα και την προσήλωση που τον χαρακτήριζε στην εκπόνηση ενός τέτοιου καθήκοντος.
Και είναι γεγονός ότι ο Μάκης κατόρθωνε να ασχολείται ατομικά και συλλογικά με την Ιστορία του Κόμματος και της ταξικής πάλης ακόμα και σε συνθήκες που δεν ήταν η μοναδική του χρέωση από την ΚΕ, δηλαδή ακόμα και όταν ήταν υπεύθυνος στο Γραφείο Τύπου της ΚΕ του Κόμματος με φόρτο καθημερινών υποχρεώσεων.
Από μια άποψη, μάλλον η ίδια η τρέχουσα ιδεολογική - πολιτική πάλη τού έδινε ερεθίσματα να διερευνά ιστορικά θέματα, να επιχειρεί τη σύνδεση του παρελθόντος με το παρόν και το μέλλον της ταξικής πάλης, με την ανάδειξη διαχρονικά γενικών συμπερασμάτων, με τη συνειδητοποίηση των κοινωνικών νομοτελειών της ταξικής πάλης.
Δεν είναι τυχαίο που τον ενέπνευσε ένας από τους λεγόμενους «εθνικούς» διχασμούς, μάλλον ο πιο χαρακτηριστικός. Δεν έχουν κλείσει 2 εβδομάδες από την 25η Μάρτη, θεμελιωμένη ως μέρα μνήμης της εθνικοαπελευθερωτικής αστικής Επανάστασης του 1821 και αφετηρία για τη συγκρότηση του ελληνικού αστικού κράτους.
Αυτό το αστικό αφήγημα συνόδευε τη στρατιωτική παρέλαση στην Αθήνα, με ιδιαίτερη προβολή του εκσυγχρονισμού των οπλικών συστημάτων του ελληνικού κράτους. Το ίδιο επανέλαβε ο πρωθυπουργός στην εκδήλωση για τα «200 χρόνια από την έξοδο του Μεσολογγίου».
Σε ποιες συνθήκες γίνονται όλα αυτά; Σε συνθήκες βαθιάς εμπλοκής της Ελλάδας στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο των ΗΠΑ - Ισραήλ εναντίον του Ιράν, που έχει μετατραπεί ήδη σ' έναν εκτεταμένο πόλεμο στη Μέση Ανατολή, ενώ είχε προηγηθεί ο πόλεμος του Ισραήλ στην Παλαιστίνη. Είχε προηγηθεί και η ιμπεριαλιστική αναμέτρηση ΗΠΑ - ΝΑΤΟ από τη μια, Ρωσίας από την άλλη στο έδαφος της Ουκρανίας, με εμπλοκή της Ελλάδας για λογαριασμό των ΗΠΑ - ΝΑΤΟ.
Ομως γι' αυτή την εμπλοκή της Ελλάδας δεν ευθύνονται μόνο οι κυβερνήσεις της ΝΔ, την τελευταία 7ετία.
Η ενίσχυση και ισχυροποίηση παλιών και νέων αμερικανικών βάσεων, από την Κρήτη έως την Αλεξανδρούπολη, δρομολογήθηκε, υπηρετήθηκε και απ' την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, και απ' το ΠΑΣΟΚ, με τη λειτουργία τους άλλοτε ως κυβερνητικά κι άλλοτε ως κόμματα της αστικής αντιπολίτευσης.
Ολα αυτά τα κόμματα, κι άλλα που φύτρωσαν ως παρακλάδια τους, αλλά και δυνάμεις της ΝΔ που σήμερα μπορεί να μη συμφωνούν σε όλους τους χειρισμούς με τον πρωθυπουργό ή με το κυρίαρχο επιτελείο του, ήταν σταθερά προσανατολισμένοι στη ΝΑΤΟική και ευρωενωσιακή συμμαχία.
Συνέβαλαν στη χειραγώγηση εργατικών - λαϊκών δυνάμεων για τον μονόδρομο συμμετοχής σε αυτές τις ιμπεριαλιστικές συμμαχίες και κυρίως ότι αυτή η συμμετοχή ήταν προϋπόθεση για την ειρήνη, την «εθνική» προστασία. Βέβαια, από κάποιους με μεγαλύτερη ειλικρίνεια λέγεται ότι αφορά «την αναβάθμιση της ελληνικής αστικής τάξης», δεν λέγεται ότι αφορά τη μοιρασιά της λείας στην ευρύτερη περιοχή.
Είναι τα ίδια κόμματα ή πολιτικοί ηγέτες που ανταποκρίθηκαν στο σχετικά φρέσκο ενδιαφέρον των ΗΠΑ για οικονομικές επενδύσεις στην Ελλάδα, σε ναυπηγεία και αλλού, ως υποδομές υποστήριξης των νέων και παλιότερων στρατιωτικών τους βάσεων, για τον έλεγχο της ΝΑ Μεσογείου.
Ετσι, το ελληνικό αστικό κράτος βρέθηκε βαθιά χωμένο στο σύγχρονο, στον τρέχοντα πόλεμο με τη βήμα - βήμα κλιμάκωσή του και τον άμεσο κίνδυνο μεγαλύτερης γενίκευσής του, με ομολογημένο κίνδυνο ελληνικό έδαφος να γίνει μαγνήτης αντιποίνων, αλλά και ο πόλεμος να πάρει διαστάσεις παγκόσμιου πολέμου.
Σε αυτές τις συνθήκες έχει ιδιαίτερη σημασία να φωτιστεί η τρέχουσα ιδεολογική - πολιτική ταξική πάλη απέναντι στα αστικά ιδεολογικά - πολιτικά συνθήματα για «εθνική ομόνοια» και «εθνική υπερηφάνεια», αφού - όπως λένε - το ελληνικό κράτος έστειλε πρώτο τις φρεγάτες στην Κύπρο, διαθέτει συστοιχίες Πάτριοτ στη Σαουδική Αραβία, έστειλε οπλικά συστήματα στην Ουκρανία. Οι σημερινές συνθήκες απαιτούν να φωτιστεί τι σημαίνει η αναζήτηση ξένων συμμάχων και προστατών με ισχυρή δύναμη σε πολεμικά μέσα - συστήματα για τη δήθεν υπεράσπιση της «εθνικής ακεραιότητας».
Τι σημαίνει «εθνική ομόνοια» ή αντίθετα «εθνικός διχασμός», με ταξικά κριτήρια, «στο φως» της ταξικής πάλης;
Αυτός είναι ο λόγος που κάνει επίκαιρη τη θεματική του βιβλίου του Μάκη Μαΐλη, που παρουσιάζουμε σήμερα.
Μια βιβλιοπαρουσίαση δεν έχει σκοπό να υποκαταστήσει το διάβασμα του βιβλίου, αλλά να συμβάλει στην εμπέδωση των κεντρικών νοημάτων του ή να προκαλέσει το ενδιαφέρον, με δεδομένο ότι και το κάθε μυαλό, διαβάζοντας ένα βιβλίο, κάνει και τις δικές του σκέψεις.
Αλλωστε και ο ίδιος άνθρωπος διαβάζοντας το ίδιο βιβλίο σε διαφορετική χρονική περίοδο ανακαλύπτει κάτι καινούργιο, γιατί και ο ίδιος άνθρωπος εξελίσσεται μέσα στις οικονομικές - κοινωνικές - πολιτικές συνθήκες και μέσα από τη δική του κοινωνική δράση.
Ομως, και σε κάθε βιβλίο υπάρχει μια κεντρική ιδέα, ένας στόχος του συγγραφέα. Και ο στόχος του Μάκη Μαΐλη στο παρόν βιβλίο είναι η αποκάλυψη της ταξικότητας του «εθνικού διχασμού», το ότι ο διχασμός αφορούσε την αστική τάξη, την αστική εξουσία.
Διαβάζουμε στις σελίδες 140-141, στο Κεφάλαιο που φέρει τον τίτλο «Περιπλοκή των διεθνών και εσωτερικών ενδοαστικών αντιθέσεων - Αναμόρφωση του αστικού πολιτικού συστήματος»:
«Από τη μια, το τμήμα της αστικής τάξης της Παλαιάς Ελλάδας, ένα σημαντικό μέρος του τραπεζικού και βιομηχανικού κεφαλαίου και έμποροι που είχαν οικονομικές συναλλαγές με τη Γερμανία. Ολοι αυτοί εκφράζονταν πολιτικά από τον Κωνσταντίνο. Μαζί με τον βασιλιά Κωνσταντίνο και τις κυβερνήσεις του, πρωτεύοντα ρόλο στην πολιτική της "ουδετερότητας" έπαιζε το Γενικό Επιτελείο Στρατού (Δούσμανης, Μεταξάς). (...)
Από την άλλη, τα πιο δυναμικά τμήματα του κεφαλαίου, εφοπλιστές, και τμήματα του παροικιακού ελληνισμού (βιομήχανοι - τραπεζίτες), που μετεγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα ή επρόκειτο να μετεγκατασταθούν, αλλά και αυτά των Νέων Χωρών που είχαν στενούς δεσμούς κυρίως με τη Μ. Βρετανία και ανέμεναν ευοίωνες προοπτικές κερδοφορίας από τον πόλεμο και την επέκταση των συνόρων. Οι Ελληνες εφοπλιστές θα έκαναν με τον πόλεμο χρυσές δουλειές, έχοντας την προστασία του βρετανικού και του γαλλικού στόλου, ενώ σειρά βιομήχανων και άλλων αστών τάχτηκαν με την πολιτική του Βενιζέλου, αφού "οι πολεμικές συνθήκες -πέρα του Ελληνικού Πυριτιδοποιείου- ευνόησαν κυρίως τη βιομηχανία τροφίμων και τον κλάδο του δέρματος. Τα μισά περίπου νέα εργοστάσια του πολέμου ήταν βιομηχανίες τροφίμων"» (με πηγή: Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας).
Επίπλαστη, λοιπόν, η έννοια του «εθνικού» διχασμού. Οπως επίπλαστη είναι και η αντίθετη έννοια, της «εθνικής ενότητας». Γιατί μέσα σ' ένα έθνος, όπως έχει ιστορικά διαμορφωθεί, υπάρχουν αντίπαλες τάξεις, η αστική εκμεταλλεύτρια που ζει σε βάρος της εκμεταλλευόμενης εργατικής τάξης, αλλά και σε βάρος των λαϊκών μεσαίων στρωμάτων, δηλαδή σε βάρος των ατομικών παραγωγών, εμπόρων, των κάθε είδους εργασίας αυτοαπασχολούμενων στις πόλεις και στην ύπαιθρο.
Και σήμερα, την επίπλαστη «εθνική ενότητα» θέλουν να επιβάλουν, αφορίζοντας γενικά τον «εμφύλιο πόλεμο», αναφερόμενοι στον εργατικό - λαϊκό ένοπλο αγώνα του ΔΣΕ ενάντια στην τρομοκρατία και βία που εξαπέλυσε πριν 80 χρόνια το μπλοκ των εγχώριων και βρετανικών αστικών δυνάμεων.
Ο Μάκης ασχολούμενος ιστορικά με τον αστικό διχασμό των χρόνων 1914-1917 είχε ως στόχο του να φωτίσει ότι μέσα σε μια χώρα, συγκροτημένη σ' ένα αστικό κράτος που εξ αντικειμένου διαμορφώνει μια εθνική συνείδηση, π.χ. ελληνική, ιταλική, γερμανική, ταυτόχρονα αυτή η εθνική συνείδηση δεν μπορεί να είναι υπεράνω της ταξικής συνείδησης και πάλης, δεν σβήνει τα αντίπαλα ταξικά συμφέροντα.
Γι' αυτό και υπάρχουν δύο πατρίδες μέσα στην ίδια χώρα. Γι' αυτό και η στρατηγική του επαναστατικού εργατικού, του κομμουνιστικού κινήματος δεν μπορεί να συμπέσει με τη στρατηγική έστω ενός τμήματος της αστικής τάξης, ακόμα κι όταν συγκυριακά συμπίπτει σε κάποιες πολιτικές θέσεις, π.χ. για τη λεγόμενη «ουδετερότητα» σ' έναν ιμπεριαλιστικό πόλεμο, γιατί στην πραγματικότητα δεν υπάρχει «ουδετερότητα» των καπιταλιστών.
Ο Μάκης Μαΐλης, με πηγή την Παγκόσμια Ιστορία της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ, εύστοχα αναφέρει στη σελ. 117: «Η αστική τάξη αρχικά "ουδέτερων" κρατών έβλεπε την ουδετερότητα και ως στοιχείο διαπραγμάτευσης για τη συμμετοχή σε εδαφικές προσαρτήσεις, ενώ και τα ήδη εμπόλεμα κράτη και των δύο ιμπεριαλιστικών συνασπισμών υπολόγιζαν στην ενίσχυση των θέσεών τους, με την είσοδο και άλλων κρατών. Καθένας από τους εμπόλεμους προσπαθούσε να πάρει με το μέρος του τα κράτη αυτά ή να εξασφαλίσει ευνοϊκή ουδετερότητα έως το τέλος του πολέμου».
Μήπως μας θυμίζει τη σημερινή διαπάλη μεταξύ ΗΠΑ - ευρωπαϊκών κρατών του ΝΑΤΟ σε σχέση με νέα γενίκευση του πολέμου στη Μέση Ανατολή με αποστολή ναυτικών δυνάμεων στα Στενά;
Στη συνέχεια, στο βιβλίο αναφέρεται ο διχασμός που εκφράστηκε στην αστική τάξη της Ιταλίας για τη συμμετοχή στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο ή για την ουδετερότητα.
Το διαχρονικό συμπέρασμα είναι ότι το εργατικό κίνημα μόνο συγκυριακά μπορεί να συμπέσει με κάποιες επιλογές ενός μέρους της αστικής τάξης, αλλά όχι ως πολιτική συνεργασία, γιατί πάντα θα υπάρχει το χάσμα των αντίπαλων στρατηγικών επιδιώξεων. Φυσικά μπορεί να αξιοποιήσει αυτές τις αντιθέσεις, τη διάσπαση της αστικής τάξης με σκοπό να αποδυναμώσει τη χειραγωγική δύναμή της προς τις εργατικές - λαϊκές δυνάμεις και όχι για να δώσει το «φιλί της ζωής» στην καπιταλιστική εξουσία.
Αυτό το συμπέρασμα έχει τεράστια σημασία σήμερα. Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή δεν είναι ένας ευρύτερος τοπικός πόλεμος και δεν είναι μόνο για τα πετρέλαια και το φυσικό αέριο στον Περσικό Κόλπο. Είναι πόλεμος των ΗΠΑ μαζί με το σύμμαχο Ισραήλ, για ν' ανακόψουν τον κινεζικό δρόμο προς την Ευρώπη μέσω της Μεσογείου. Είναι έκφραση του ανταγωνισμού ΗΠΑ - Κίνας στον οποίο κάποια κράτη, όπως το τουρκικό, ανάλογα και με τα δικά τους καπιταλιστικά συμφέροντα, συχνά πατάνε σε δυο βάρκες, και με τις ΗΠΑ - ΝΑΤΟ και με την Κίνα - BRICS.
Αυτά που προβάλλονται δημόσια από κάθε είδους αναλυτές, ότι οι ΗΠΑ δεν έχουν στρατηγική στον πόλεμό τους ενάντια στο Ιράν, είναι προσχηματικά. Οι αντιθέσεις μεταξύ ΗΠΑ και ευρωπαϊκών κρατών του ΝΑΤΟ σχετίζονται και με ήδη υπάρχουσες επενδύσεις της Κίνας σε λιμάνια - και όχι μόνο - της Ευρώπης, σε όλη τη Μεσόγειο, από τον Πειραιά (με την COSCO) έως το Ρότερνταμ.
Το πολυδιαφημισμένο ΝΑΤΟ ως ο ανίκητος στρατιωτικός - πολιτικός συνασπισμός, απαραίτητος για τη δήθεν εξασφάλιση της προστασίας μιας «εθνικής - κρατικής οντότητας», τρώει τις σάρκες του από τα δικά του «καρκινώματα», τις αντιφάσεις του, τους ανταγωνισμούς του.
Οι ρωγμές στις ιμπεριαλιστικές συμμαχίες, στο εσωτερικό κάθε κράτους δεν πρέπει να ορθώνονται ως διλήμματα στο εργατικό - λαϊκό κίνημα, πρώτα απ' όλα ως διλήμματα στα ΚΚ, για επιλογή συμμάχων. Οι ρωγμές πρέπει να αξιοποιούνται για να κερδίζει έδαφος η ιδεολογική - πολιτική χειραφέτηση των εργατικών - λαϊκών δυνάμεων, η οργάνωση της πάλης τους για τη σύγκρουση και την ανατροπή της καπιταλιστικής εξουσίας.
Σήμερα επιμένουμε σε αυτό το συμπέρασμα, γιατί το αντίθετο ταλαιπώρησε το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, ευθύνεται ίσως και για τον σημερινό συσχετισμό.
Επιμένουμε γιατί ήδη αστικό τμήμα των ΗΠΑ, όχι μόνο με την πολιτική ταυτότητα του Δημοκρατικού Κόμματος αλλά και μέσα από το ίδιο το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, εστιάζει στις συνέπειες για την καπιταλιστική οικονομία από το ιρανικό κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, αναδεικνύει τους κινδύνους από το δρομολογούμενο ενδεχόμενο απόβασης αμερικανικών χερσαίων στρατιωτικών δυνάμεων. Επικαλούνται τις συνέπειες που είχε στο Βιετνάμ, στο Αφγανιστάν, στο Ιράκ.
Είναι αισιόδοξο ότι οι λαοί βγαίνουν στους δρόμους σε συλλαλητήρια καταδίκης του πολέμου ΗΠΑ - Ισραήλ στη Μέση Ανατολή, αλλά δεν θα πρέπει να επιλέξουν τη στήριξη του ενός ή του άλλου τμήματος της αστικής τάξης της χώρας τους, ή της μιας ή άλλης ιμπεριαλιστικής συμμαχίας, παλιάς ή νέας.
Στενά σχετιζόμενο και διαφωτιστικό το κεντρικό θέμα του βιβλίου του Μάκη Μαΐλη για τον «εθνικό διχασμό» είναι το 2ο Κεφάλαιο, που αφορά τη «Μεγάλη Ιδέα», δηλαδή το ιδεολογικό σύνθημα της αστικής στρατηγικής για την εδαφική επέκταση του ελληνικού κράτους.
Φυσικά, ο επεκτατισμός είναι θεμελιακό συστατικό του κάθε καπιταλιστικού έθνους - κράτους, που βέβαια εκδηλώνεται με διαφορετικό τρόπο ανάλογα με την ιστορική εποχή και τις ιδιαίτερες εθνικές συνθήκες συγκρότησής του.
Η ιδιαιτερότητα στην Ελλάδα χαρακτηρίζεται από τα πολύ περιορισμένα εδαφικά όρια της συγκρότησης του ελληνικού αστικού κράτους, που άφησε έξω σημαντικά αστικά - βιομηχανικά κέντρα, λόγω και της στρατιωτικής ήττας των δυνάμεων της επανάστασης, αλλά και λόγω των ιστορικά διαμορφωμένων συμφερόντων των πιο ισχυρών τμημάτων των ομογενών καπιταλιστών, των διασυνδέσεών τους με την Αγγλία, τη Γαλλία, των αντιθέσεων Αγγλίας - Γαλλίας με τη Ρωσία.
Και όλα αυτά επέδρασαν στην παρέμβαση των ξένων δυνάμεων για τη συγκρότηση του ελληνικού κράτους, επιχειρώντας να εξισορροπήσουν και τα διαφορετικά δικά τους συμφέροντα σε σχέση με την κρίση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Ολα αυτά επέδρασαν στο να φέρουν αρχικά τον Καποδίστρια ως ηγεμόνα του ελληνικού κράτους, στη συνέχεια τον Οθωνα ως βασιλιά.
Εχει σημασία να προσέξει ο αναγνώστης το εξής που αναδεικνύεται στο βιβλίο: Παρά την ύπαρξη διαφορετικών τμημάτων της ελληνικής και της ομοεθνούς αστικής τάξης που τα συμφέροντά τους αποτυπώνονται σε διαφορετικά αστικά πολιτικά κόμματα, αλλά και στον νεοφερμένο θεσμό της Βασιλείας στην Ελλάδα, που - σημειωτέον - αντανακλά και τις σχέσεις των αστικών κομμάτων με τα άλλα κράτη, παρά τις όποιες διαφορές τους, τα κόμματα δεν διαφοροποιούνται ως προς τη Μεγάλη Ιδέα, ως προς τον στρατηγικό στόχο για τη Μεγάλη Ελλάδα. Διαφοροποιούνται μόνο ως προς το σε ποια εδάφη θα επιδιωχτεί η επέκτασή της, πότε και με ποιους συμμάχους.
Αυτό αποτέλεσε και τη βάση και για τον «εθνικό διχασμό» στα χρόνια 1914-1917, στις συνθήκες του ιμπεριαλιστικού Α' Παγκοσμίου Πολέμου, δηλαδή αν έπρεπε να στραφούν προς την Αντάντ ή προς τις Κεντρικές δυνάμεις. Αυτός αρχικά ο «διχασμός» δεν αφορούσε γενικά το έθνος, όπως θέλουν να το παρουσιάζουν, αλλά την αστική τάξη.
Φυσικά, ο «διχασμός» της αστικής τάξης κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις μπορεί να αποτελέσει σημαντικό παράγοντα και για τον κλονισμό της αστικής εξουσίας, κάτι που αντικειμενικά δεν μπορούσε να συμβεί εκείνη την περίοδο, που ούτε το Κόμμα δεν είχε ιδρυθεί.
Ομως, βγαίνουν συμπεράσματα που αφορούν και την εργατική τάξη ως αντίπαλη της αστικής: Αφορούν τον βαθμό της ιδεολογικής αφύπνισης - χειραφέτησής της και τον βαθμό αυτοτελούς οργάνωσής της, δηλαδή την ύπαρξη ή όχι Κομμουνιστικού Κόμματος. Αφορούν και το τι Πρόγραμμα έχει το ΚΚ, αν θέτει στόχο την ανατροπή της αστικής εξουσίας για την επαναστατική κατάκτηση της εργατικής εξουσίας με σκοπό να κοινωνικοποιήσει τα μέσα παραγωγής, να γίνουν η βάση της σοσιαλιστικής οικοδόμησης.
Η αστική τάξη -μέσω των κυβερνητικών ή άλλων πολιτικών στελεχών της, μέσω ιδεολογικών μηχανισμών, όπως τα Σχολεία και τα Πανεπιστήμια, τα ΜΜΕ και τα ΜΚΔ, μέσω των μηχανισμών της για παρέμβαση μέσα στο ίδιο το συνδικαλιστικό εργατικό κίνημα (όπως είναι οι παρατάξεις ΔΑΚΕ, ΠΑΣΚΕ κ.λπ.), όπως έχει εξελιχθεί η ίδια η ΓΣΕΕ και τα επιτελεία της όπως το ΙΝΕ, αλλά και μέσα από Εμπορικά - Βιομηχανικά Επιμελητήρια και τόσα άλλα- όλοι αυτοί όταν μιλάνε για «εθνική ενότητα» ή αντίθετα για «εθνικό διχασμό», ξέρουν ότι στην ουσία αφορά τις αστικές δυνάμεις. Αλλά γνωρίζουν επίσης ότι η πραγματοποίηση των καπιταλιστικών επιδιώξεων απαιτεί τη συστράτευση, τη χειραγώγηση των εργατικών - λαϊκών δυνάμεων.
Πόσοι νέοι και νέες, μαθητές και μαθήτριες, παιδιά της εργατικής τάξης και των λαϊκών μεσαίων στρωμάτων σήμερα γνωρίζουν σωστά τον χαρακτήρα του στρατιωτικού κινήματος στου Γουδή (1909) και δεν θεωρούν ότι ήταν «μια επανάσταση»; Πόσοι μαθητές αλλά και φοιτητές, νέοι εργαζόμενοι, υπό την επίδραση και δυνάμεων της σοσιαλδημοκρατίας και του οπορτουνισμού - που κυριαρχούν σε Σχολές Κοινωνικών Επιστημών - λαθεμένα θεωρούν ότι η πραγματική αστική επανάσταση ήταν το 1909 και όχι το 1821; Σε αυτό το ζήτημα αναφέρονται οι σελ. 52-57.
Σημειωτέον ότι προβληματικές αναλύσεις και πολιτικές προσεγγίσεις ιστορικά άγγιξαν και το ΚΚΕ, γίνεται κάποια σχετική αναφορά σε αυτές τις σελίδες.
Στη γενική παρουσίαση του βιβλίου θα ήθελα να επισημάνω την προσήλωσή του στη μέθοδο της μαρξιστικής ανάλυσης. Δηλαδή εξετάζει τα γεγονότα της πολιτικής και στρατιωτικής διάσπασης της αστικής τάξης στη βάση της εξέλιξης των οικονομικών συμφερόντων διαφορετικών τμημάτων της και μάλιστα σ' ένα χρονικό βάθος, ανατρέχοντας στο τέλος του 19ου αιώνα.
Θα ήθελα να υπογραμμίσω ότι το 1ο Κεφάλαιο με τίτλο «Ανάπτυξη του καπιταλισμού στην Ελλάδα - Επαναπατρισμός και εξαγωγή κεφαλαίων» έχει και αυτοτελή σημασία. Γιατί συνοπτικά αλλά περιεκτικά αποτυπώνει ότι η εξωστρέφεια των Ελλήνων ή ομογενών καπιταλιστών είναι σύμφυτη, και βέβαια δεν πηγαίνει χέρι χέρι με το επίπεδο της εργατικής - λαϊκής ευημερίας.
Οι μεγαλύτεροι θυμούνται το παραπλανητικό αφήγημα της «ψωροκώσταινας», που χρησίμευε για να υποτάσσονται οι λαϊκές μάζες στη φτώχεια και εξαθλίωση που έθρεφε εφοπλιστικό και εξαγωγικό κεφάλαιο. Χρησιμοποιήθηκε όμως και από την προοδευτική διανόηση, λαθεμένα υιοθετήθηκε και σε ορισμένες οικονομικές - πολιτικές αναλύσεις του Κόμματός μας. Εχει σημασία, λοιπόν, να προσέξουμε τα γραφόμενα στις σελίδες 31-32:
«Η εξαγωγή κεφαλαίων, που έγινε ισχυρή και πάγια τάση της ελληνικής καπιταλιστικής οικονομίας από τα τέλη του 19ου αιώνα, αποτέλεσε σε πρώτο επίπεδο το συνδετικό νήμα ανάμεσα στο ελλαδικό κέντρο και στις περιοχές τις οποίες η αστική στρατηγική είχε συμπεριλάβει στον χάρτη της "Μεγάλης Ελλάδας". Ως βάση υποστήριξης της παραπάνω οικονομικής κυριαρχίας λειτουργούσε και η ίδρυση ελληνικών εμπορικών επιμελητηρίων στη Σμύρνη, την Κωνσταντινούπολη και την Αλεξάνδρεια».
Επίσης γίνεται αναφορά σε στοιχεία του Ανδρέα Συγγρού για το ιδιοκτησιακό καθεστώς των περισσότερων τσιφλικιών της Θεσσαλίας που ανήκαν σε μόνιμους κατοίκους του εξωτερικού, εξάγοντας τα κέρδη τους. Επίσης αναφέρεται ο Παύλος Σκουζές «ιδιοκτήτης 14.000 στρεμμάτων γης, (που) "όχι μόνο εξειδικεύεται στην αμπελοκαλλιέργεια, αλλά παράγει επώνυμα προϊόντα, εμφιαλωμένα κρασιά που κατά μία πληροφορία εξάγονται στο Παρίσι, όπου συνοδεύουν τα εδέσματα του Grand Hotel"». Δεν είναι ψωροκώσταινα για το κεφάλαιο.
Αξιοπρόσεκτο είναι και το κλείσιμο του Κεφαλαίου: «Λίγα χρόνια μετά από τη Μικρασιατική Καταστροφή, ο τότε διοικητής της Εθνικής Τράπεζας αναρωτήθηκε "εάν σε ολόκληρη την τραπεζική ιστορία υπήρξαν πολλά παραδείγματα τραπεζών, οι οποίες συγκέντρωσαν στα χέρια τους επιχειρήσεις όλων σχεδόν των κλάδων της εθνικής οικονομίας σε βαθμό αντίστοιχο με την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας"».
Κατά τ' άλλα, δύο δεκαετίες αργότερα, το Πρόγραμμα του Κόμματος μιλούσε για αστικοδημοκρατική επανάσταση.
Και σε άλλα κεφάλαια και ενότητες κεφαλαίων υπάρχουν σημαντικά ιδεολογικά - πολιτικά μηνύματα, συμπεράσματα χρήσιμα για τη διαμόρφωση ταξικής πολιτικής συνείδησης, κάτι που είναι ιδιαίτερα αναγκαίο για τις νεαρές και νεότερες ηλικίες (να το κάνουμε δώρο).
Για παράδειγμα, η σχέση οικονομίας - πολιτικής αναδεικνύεται και στο υποκεφάλαιο για την ίδρυση του Κόμματος Εθνικοφρόνων (σελ. 124-125), όπου διαπιστώνουμε πόσο παλιές είναι αστικές ορολογίες - στόχοι, όπως «κοινωνικό κράτος» ή περί «μεταρρύθμισης της δικαιοσύνης», που σήμερα πλασάρονται ως φρέσκιες - προοδευτικές ή αριστερές ιδέες (βλ. από ΠΑΣΟΚ και Πλεύση Ελευθερίας μέχρι τους βαθιά συντηρητικούς Καρυστιανού, Βελόπουλο).
Το ίδιο επίκαιρα είναι και τα συμπεράσματα για τον ρόλο των ΜΜΕ, τότε του Τύπου, των διασυνδέσεών τους με αστούς πολιτικούς. Γράφει ο Μαΐλης στη σελ. 136:
«Είναι χαρακτηριστικό ότι, ενώ αρχίζοντας ο πόλεμος από τις 14 αθηναϊκές εφημερίδες οι 12 υποστήριζαν τον Βενιζέλο και την Αντάντ, μετά από το 1915 οι 10 από τις 14 είχαν πάρει το μέρος των Κεντρικών Δυνάμεων και μόνο 4 παρέμεναν πιστές στον Βενιζέλο. Μιλώντας ο τελευταίος στη Βουλή, κατηγόρησε συγκεκριμένους δημοσιογράφους ότι είχαν πουλήσει τους εαυτούς τους στη γερμανική προπαγάνδα» (με πηγή από την Εφημερίδα των συζητήσεων της Βουλής).
Αλλά κι άλλη γνώση προσφέρει, πώς κόμματα παλιά, φθαρμένα, δίνουν το υλικό τους για συγκρότηση νέων στο «όνομα» κομμάτων, εξίσου παλιών στους σκοπούς.
Στον Επίλογο επισημαίνεται ότι «στη μεταπολεμική ελληνική ιστορία οι ενδοαστικές αντιθέσεις δεν ξαναέφτασαν σε επίπεδο "εθνικού" διχασμού». Να συμπληρώσουμε ότι και στον ιμπεριαλιστικό Β' Παγκόσμιο Πόλεμο υπήρξε το πολιτικό - στρατιωτικό αστικό τμήμα που άμεσα συνεργάστηκε με τις τριμερείς κατοχικές δυνάμεις, αλλά υπήρχε και το τμήμα που μεταφερόμενο εκτός Ελλάδας συνεργάστηκε με τη Βρετανία, χωρίς όμως να χρειαστεί αυτή η διαφοροποίηση να πάρει χαρακτήρα πολιτικής - στρατιωτικής σύγκρουσης μεταξύ αυτών των αστικών τμημάτων.
Σήμερα, οι τρέχοντες ιμπεριαλιστικοί πόλεμοι έχουν φέρει τριγμούς και μέσα στο ίδιο το κυβερνητικό κόμμα.
Οσο κι αν θέλει η ΝΔ να παρουσιάζεται ως το κόμμα της πολιτικής σταθερότητας, αξιοποιώντας την πολυδιάσπαση της σοσιαλδημοκρατίας, η ίδια η όξυνση των καπιταλιστικών αντιθέσεων και των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών είναι που οδηγεί σε ρήγματα στη συνοχή και στη σταθερότητα της αστικής εξουσίας, τα οποία με την πάλη μας πρέπει να τα βαθύνουμε.
Τα μηνύματα του βιβλίου είναι χρήσιμα για το σήμερα, βοηθούν στην εμβάθυνση της στρατηγικής του Κόμματος που απορρέει από το Πρόγραμμά του. Συμβάλλουν στην κατανόηση της Απόφασης του 22ου Συνεδρίου που επεξεργάζεται την κατεύθυνση για ανάπτυξη της καθημερινής δράσης, υπηρετώντας τον στόχο συγκέντρωσης και μαχητικοποίησης των δυνάμεων της επαναστατικής ανατροπής, για τον σοσιαλισμό - κομμουνισμό.
Εύχομαι δημιουργική ανάγνωση και παρότρυνση για επαναστατική δράση, στη μνήμη του Μάκη Μαΐλη.