ΠΑΡΝΗΘΑ
Εθνικός δρυμός ή πεδίο επενδύσεων για το κέρδος;
Παρασκευή 10 Απρίλη 2026 - Κυριακή 12 Απρίλη 2026

Καμένη έκταση από τη φωτιά του 2023 στο δυτικό τμήμα
Η Πάρνηθα είναι το μεγαλύτερο και ψηλότερο βουνό της Αττικής. Βρίσκεται στο βόρειο άκρο της, αποτελώντας το φυσικό σύνορο μεταξύ Αττικής και Βοιωτίας. Είναι ένα από τα σημαντικότερα οικοσυστήματα της χώρας μας, γιατί μέσα στη μικρή της έκταση συγκεντρώνει τεράστιο πλούτο σε βιοποικιλότητα, 1.096 είδη φυτών (από το σύνολο των 6.000 που υπάρχουν στη χώρα μας) και μεγάλο αριθμό θηλαστικών ζώων, με σημαντικότερα εξ αυτών το κόκκινο ελάφι (ο μοναδικός εναπομείνας πληθυσμός στην Ελλάδα) και τον λύκο, που έχει επανεμφανιστεί την τελευταία δεκαετία. Επίσης, αν σκεφτούμε ότι ο μισός πληθυσμός της χώρας μένει στο λεκανοπέδιο, τότε ίσως θα μπορούσαμε να τη χαρακτηρίσουμε το πιο «επιδραστικό» γι' αυτόν βουνό. Στην ουσία οι αέριες μάζες που έρχονται από τον βορρά «φιλτράρονται» και φτάνει στους κατοίκους περισσότερος δροσερός και καθαρός αέρας - βέβαια, αυτό έχει επηρεαστεί αρνητικά μετά τις τεράστιες καταστροφές από τις συνεχόμενες πυρκαγιές τα τελευταία χρόνια.

Ο φυσικός πλούτος της Πάρνηθας είναι ανεκτίμητης αξίας για το παρόν και το μέλλον των κατοίκων της Αττικής. Είναι συνδεδεμένος άμεσα με την Ιστορία και τον Πολιτισμό των ανθρώπων ήδη από την αρχαιότητα. Υπάρχουν οχυρά, λατρευτικά σπήλαια, το Αδριάνειο Υδραγωγείο, βυζαντινά και χριστιανικά μνημεία, ερείπια οικισμών.

Φυσικός δημόσιος πλούτος σε κίνδυνο

Εργασίες στο Τατόι
Η Πάρνηθα αποτελεί έναν από τους 10 εθνικούς δρυμούς της χώρας μας και έναν εκ των δύο της Αττικής, μαζί με το Σούνιο. Κηρύχθηκε το 1961 και ορίστηκε ως πυρήνας η περιοχή γύρω από τις ψηλές κορυφές: Το ελατόδασος (40.000 στρέμματα) και μια περιφέρεια στα χαμηλότερα υψόμετρα. Αυτό βέβαια είχε αρκετά μειονεκτήματα, διότι περιλάμβανε περιοχές οι οποίες δεν είχαν χαρακτηριστικά δρυμού, όπως πεδινές, αστικές και ημιαστικές περιοχές.

Γενικά πρέπει να έχουμε υπόψη πως όταν ορίζονται χρήσεις και γίνονται νομικές χαράξεις μέσα σε ένα οικοσύστημα, ανοίγεται ο δρόμος της παρέμβασης σε αυτό το οικοσύστημα, με γνώμονα πάντα την κάλυψη κάποιων αναγκών (υλοτομία, παραγωγή ενέργειας κ.λπ.). Εδώ έρχεται και το κρίσιμο ερώτημα αν αυτές οι ανάγκες προσανατολίζονται στο κέρδος των καπιταλιστών ή στην κάλυψη των λαϊκών αναγκών.

Η Πάρνηθα ως επί το πλείστον αποτελούσε μοναστηριακή ιδιοκτησία, με τις περισσότερες εκτάσεις μέσα και γύρω από το ελατόδασος να ανήκουν στη Μονή Πετράκη. Το πρόβλημα αυτό δεν είναι αποκομμένο από το συνολικό ιδιοκτησιακό πρόβλημα του σύγχρονου ελληνικού κράτους και έχει τις ρίζες του στην Επανάσταση του 1821. Από τη στιγμή που έγινε το ελληνικό κράτος, εμφανίστηκαν διάφορες ιδιοκτησίες, παρά το γεγονός ότι το διάδοχο κράτος στο οθωμανικό ήταν το ελληνικό και τα δάση έπρεπε ουσιαστικά να ανήκουν σε αυτό, και να μην υπάρχουν δικαιώματα υπέρ ιδιωτών.

Μπουλντόζα στη θέση Κεραμίδι, σε πρόσφατα έργα που χαρακτηρίζονται «αντιπλημμυρικά» μετά τις τεράστιες καταστροφές
Φτάσαμε όμως σε σημείο ακόμα και μέσα στον εθνικό δρυμό της Πάρνηθας να απαλλοτριωθούν αρκετές χιλιάδες στρέμματα, προκειμένου να χαρακτηριστεί με την έννοια της κρατικής ιδιοκτησίας «εθνικός δρυμός». Οι πολλαπλές ιδιοκτησίες που υπήρχαν και υπάρχουν στα δάση είναι αποτέλεσμα ακριβώς της εμπορευματοποίησης των δασών.

Η περιοχή μέχρι πριν μερικές δεκαετίες είχε αρκετή ζωή και μεγάλη παραγωγή, κυρίως κάρβουνο και κτηνοτροφία. Η οικονομική εκμετάλλευση ξεκίνησε το 1916, όταν άρχισαν οι εργασίες οικοδόμησης ενός σανατορίου που θα εξυπηρετούσε τους φυματικούς της εποχής εκείνης. Η περιοχή που ανήκε στη Μονή Πετράκη αγοράστηκε από το Νοσοκομείο «Ευαγγελισμός». Το 1936 ολοκληρώθηκαν οι εργασίες διάνοιξης οδικού δικτύου και η περιοχή απέκτησε ακόμα περισσότερη οικονομική ζωή.

Στη θέση Παλιοχώρι ξεκίνησαν να λειτουργούν χιονοδρομικό κέντρο και σαλέ, ενώ λίγα χιλιόμετρα πιο ανατολικά, στην κορυφή Μπάφι, χτίστηκε ένα καταφύγιο. Εκείνη την περίοδο η Πάρνηθα άρχισε να προσελκύει αρκετό κόσμο της τότε «καλής κοινωνίας» και γρήγορα έγινε ένας πρώιμος αστικός χειμερινός προορισμός.

Την περίοδο της Κατοχής όλες οι τουριστικές δραστηριότητες ανεστάλησαν και μεγάλο μέρος του βουνού επιτάχθηκε από τους Γερμανούς. Παράλληλα οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ καταλάμβαναν και ελευθέρωναν μεγάλα τμήματα του βουνού, όπου οι ντόπιοι κτηνοτρόφοι τούς τροφοδοτούσαν με ζωικά προϊόντα. Το 1944, κατά την αποχώρηση των ναζιστικών ιμπεριαλιστικών στρατευμάτων, κάηκαν ως αντίποινα μεγάλες δασικές εκτάσεις, με κυριότερη πυρκαγιά αυτή στα ανατολικά του βουνού.

Ο κεντρικός πυρήνας του εθνικού δρυμού, που έχει απομείνει για να θυμίζει τη φυσική ομορφιά του δάσους
Μετά την απελευθέρωση η Πάρνηθα δεν είχε υποστεί τόσο σοβαρή ζημιά από την υπερυλοτομία όπως ο γειτονικός Υμηττός, και το δασικό οικοσύστημα είχε προοπτικές ανάκαμψης. Τις επόμενες δεκαετίες οι κτηνοτροφικές, υλοτομικές και μελισσοκομικές δραστηριότητες συνεχίστηκαν με πιο χαμηλούς ρυθμούς, καθώς η Κατοχή είχε δημιουργήσει σημαντικές πληγές και πολλοί «βουνίσιοι» είχαν εγκαταλείψει το βουνό.

Η πορεία εμπορευματοποίησης

Παράλληλα, από τη δεκαετία του 1950 άρχισαν να επανέρχονται οι τουριστικές δραστηριότητες, με την επαναλειτουργία του καταφυγίου «Μπάφι» και του σαλέ «Κυκλάμινα» (το χιονοδρομικό έκλεισε). Την ίδια περίοδο, στην υψηλότερη κορυφή, την Καραβόλα, εγκαινιάστηκε η στρατιωτική βάση (Ραντάρ) που υπάρχει μέχρι σήμερα, μετατρέποντας την Πάρνηθα και την ευρύτερη περιοχή σε στόχο πολεμικών αντιποίνων.

Το 1961, με την ανακήρυξη του εθνικού δρυμού, οι παραγωγικές δραστηριότητες απαγορεύτηκαν και όλες οι ιδιοκτησίες στα όρια και εντός του δρυμού απαλλοτριώθηκαν υπέρ του Δημοσίου. Στόχος ήταν υποτίθεται η προστασία του δάσους, το οποίο έπρεπε να μείνει ανεπηρέαστο από οποιαδήποτε ανθρώπινη παρέμβαση.

Την ίδια χρονιά, στη θέση Μαυροβούνι, στον πυρήνα του δρυμού, εγκαινιάζεται το υπερπολυτελές ξενοδοχείο «Μον Παρνές». Παράλληλα, το σανατόριο (2 χλμ. βορειότερα του «Μον Παρνές) μετατρέπεται σε κρατικό ξενοδοχείο, το «Ξενία». Η χαμηλή τουριστική κίνηση της εποχής, σε συνδυασμό με τη γειτνίαση των δύο ξενοδοχείων, έφερε επενδυτική στασιμότητα.

Τη «λύση» ήρθε να δώσει η χούντα, που το 1968 μετέτρεψε το «Μον Παρνές» σε καζίνο. Την ίδια περίοδο η Μονή Πετράκη, που είχε ακόμα μικρή ιδιοκτησία στην περιοχή, κατέθεσε τα δικά της επενδυτικά σχέδια. Πρότεινε να γίνουν οικοδομήσιμα 900 στρέμματα στην περιοχή Παλιοχώρι για να χτιστούν πολυτελή μπάνγκαλοουζ. Η δικτατορία δεν ενέκρινε το συγκεκριμένο πλάνο. Αντίθετα, επέκτεινε την οικοδομική δραστηριότητα, χτίζοντας την περίφημη βίλα του Παπαδόπουλου στην άλλη μεριά του βουνού, περιφράσσοντας και αποκλείοντας πολλές χιλιάδες στρέμματα. Παράλληλα, λίγα μέτρα πιο πίσω από το «Ξενία» εγκαινιάστηκαν οι αθλητικές εγκαταστάσεις του ΣΕΓΑΣ.

Τη δεκαετία του 1980 ξεκίνησε η εγκατάλειψη. Το «Ξενία» έκλεισε και οι σχολές τουριστικών επαγγελμάτων του ΕΟΤ, που λειτουργούσαν στο κτίριο, μεταφέρθηκαν στην Ανάβυσσο. Τότε ξεκίνησαν να ακούγονται πάλι κάποιες φήμες για την αξιοποίηση του χώρου.

Τα προβλήματα όμως αρχίζουν να κορυφώνονται το 2001, όταν το καζίνο ιδιωτικοποιείται. Οι εκτάσεις αυτές δεν είχαν απαλλοτριωθεί ποτέ υπέρ του Δημοσίου, επειδή ανήκαν στον ΕΟΤ και θεωρήθηκαν δημόσιες. Επομένως, όταν έγιναν οι ιδιωτικοποιήσεις περιήλθαν στην κυριότητα της κοινοπραξίας του καζίνο. Οι επιχειρήσεις δεν έχουν μόνο τα κτίρια, αλλά τους ανήκει και ο περιβάλλων χώρος. Το 2002 περιέρχεται στην κυριότητα του καζίνο και το πρώην «Ξενία» με τον περιβάλλοντα χώρο.

Να σημειωθεί ότι ακόμα και σήμερα, με την υφιστάμενη νομοθεσία οι εκτάσεις γύρω από το «Ξενία» και το καζίνο εξαιρούνται νομικά από τον πυρήνα του εθνικού δρυμού, παρότι είναι στην καρδιά του και αποτελούν συνέχεια του φυσικού οικοσυστήματος. Με τον Ν. 3139/2003 θεωρούνται «ζώνες τουρισμού». Στις ζώνες αυτές είναι επίφοβο να αναπτυχθούν επιχειρηματικές δραστηριότητες οι οποίες θα υποβαθμίσουν το οικοσύστημα, μέχρι την καταστροφή του, αφού νομοθετικά επιτρέπονται ακόμα και οι οικοδομικές παρεμβάσεις!

Το 2012, με τον Ν. 4049/2012, μεγάλο μέρος αυτών των εκτάσεων περιήλθε στην κυριότητα του δήμου Αχαρνών. Το 2022, και ενώ το κτίριο του «Ξενία» είχε κριθεί κατεδαφιστέο (είχε υποστεί σοβαρές ζημιές από τον σεισμό του 1999, που είχε επίκεντρο στην Πάρνηθα), κρίνεται διατηρητέο και άμεσα εκδίδονται οι επίσημες μελέτες για την αξιοποίησή του (βλέπε «ΕΡΓΟ: ΕΚΠΟΝΗΣΗ ΜΕΛΕΤΩΝ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΝΤΑΞΗ ΦΑΚΕΛΟΥ ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΛΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ ΠΡΩΗΝ SANATORIUM / HOTEL», ΕΤΑΔ ΑΕ, Ιούνιος 2022).

Δεν είναι τυχαίο που τον τελευταίο καιρό το κτίριο φυλάσσεται από ιδιωτική εταιρεία φύλαξης, με πρόσχημα την αποτροπή ατυχημάτων και τραυματισμών από επισκέπτες του χώρου. Παρά τα προσχήματα, οι υπάλληλοι της εταιρείας έχουν εντολή από το καζίνο (κατά τα λεγόμενά τους) να πραγματοποιούν προφορικούς ελέγχους στους διερχόμενους από τον περιβάλλοντα χώρο του «Ξενία» και στις δασικές εκτάσεις τις οποίες έχουν στο οπτικό τους πεδίο. Φτάνουν σε σημείο ακόμα και να απαγορεύουν τη διέλευση από παρακείμενο δημόσιο δασικό δρόμο (δρόμος σανατορίου - Διάσελου Σκάλας).

Ενα ερώτημα που πρέπει να θέσουμε και να λάβουμε σοβαρά υπόψη είναι αυτό που αφορά την απομάκρυνση του καζίνο. Με απόφαση του ΣτΕ το καζίνο πρέπει να μεταφερθεί στο Μαρούσι, δημιουργώντας άλλα προβλήματα στον λαό της περιοχής. Οταν φύγει η επιχείρηση, σε ποιανού τα χέρια θα περάσουν τα κτίρια και οι εκτάσεις και πώς πρόκειται να αξιοποιηθούν;

Αν λάβουμε υπόψη τις εξελίξεις στο Τατόι, μπορούμε να πάρουμε μια εικόνα για το πώς αξιοποιούνται οι εκτάσεις της Πάρνηθας για τα συμφέροντα των επιχειρηματικών ομίλων.

Το κεφάλαιο «Τατόι»

Στα ανατολικά του βουνού υπάρχει το δημόσιο δάσος Τατοΐου. Εκεί βρίσκεται το πρώην θερινό ανάκτορο της τέως βασιλικής οικογένειας. Η ιστορία του αρχίζει το 1871, όταν ο βασιλιάς Γεώργιος Α' αγόρασε την έκταση για να ...στεγάσει τη βασιλική οικογένεια. Από τότε το κτήμα γνώρισε περιόδους δόξας, πυρκαγιές, εγκατάλειψη και διαδοχικές αλλαγές ιδιοκτησίας, ώσπου το 1994 επανήλθε οριστικά στο ελληνικό Δημόσιο.

Σήμερα, ένα ευρύ σχέδιο αποκατάστασης επιχειρεί να «αναβιώσει» τον χώρο, με χρηματοδότηση άνω των 60 εκατομμυρίων ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης. Προβλέπονται η αναστήλωση των ανακτόρων, η διαμόρφωση πολιτιστικών και τουριστικών υποδομών, η δημιουργία συνεδριακού κέντρου και οργανωμένων χώρων στάθμευσης. Ενα «πολιτιστικό πάρκο» όπως το χαρακτηρίζουν, με ελεγχόμενη πρόσβαση, όπου προφανώς κάποια στιγμή θα μπει και εισιτήριο.

Είναι προφανώς σε εξέλιξη το σχέδιο να μετατραπεί το δάσος του Τατοΐου σε έναν ακόμα χώρο τουριστικής εκμετάλλευσης.

Γιατί το Τατόι δεν είναι απλώς ένα βασιλικό κατάλοιπο. Είναι κομμάτι της συλλογικής μας μνήμης, που ζητά να σταθεί με σεβασμό στη φύση και στην ιστορία του. Επομένως, δεν φτάνει μόνο να είναι δημόσια περιουσία. Πρέπει να αποτελέσει λαϊκή περιουσία.

Η πρόβλεψη ανέγερσης νέου συνεδριακού κέντρου, επιφάνειας περίπου 1.200 τ.μ., στον κεντρικό άξονα μπροστά από τα ιστορικά κτίρια των ανακτόρων, και όλα τα συνοδευτικά έργα αποτελούν βίαιη παρέμβαση στο φυσικό και ιστορικό τοπίο, το οποίο εκτός από τη δασική έκταση περιλαμβάνει αρχαιολογικά ευρήματα της Αρχαίας Δεκέλειας - τείχη, επιτύμβια σήματα και άλλα σημαντικά αρχαιολογικά ίχνη.

Τεράστιες επιπτώσεις από τη χωματερή και την υποβάθμιση του δάσους

Το Θριάσιο Πεδίο αποτελεί την πεδιάδα της Πάρνηθας και την απόληξή της προς τη Δύση. Εκεί βρίσκονται, μέσα στην άναρχα δομημένη, χωρίς χωροθετήσεις βιομηχανική περιοχή, οι οικιστικές περιοχές της Ελευσίνας, της Μάνδρας και του Ασπρόπυργου. Δεν θα αναφερθούμε στα ζητήματα που δημιουργεί η ανεξέλεγκτη ρύπανση από τις βιομηχανικές μονάδες, την εποχή που η αντιρρυπαντική τεχνολογία θα μπορούσε να εξασφαλίσει αρμονική συνύπαρξη των εργοστασίων με τον πληθυσμό.

Θα εστιάσουμε περισσότερο στο έγκλημα που έχει διαπραχθεί σε δασική έκταση της Πάρνηθας: Τη χωματερή της Φυλής. Εκεί συγκεντρώνεται ο κύριος όγκος των απορριμμάτων από το λεκανοπέδιο και κάποιες γειτονικές περιοχές, ενώ έρευνα του «Δημόκριτου» για τις επιπτώσεις στην υγεία των κατοίκων κρατείται εδώ και χρόνια ...επτασφράγιστο μυστικό από διάφορες διοικήσεις αστικών κομμάτων σε δήμο και Περιφέρεια.

Πάντως, η πρακτική εμπειρία καταγράφει ότι η Ελευσίνα έχει από τα πιο υψηλά ποσοστά καρκίνων στην Ευρώπη. Να σημειωθεί επίσης ότι η χωματερή και η ανεξέλεγκτη ταφή πάσης φύσης απορριμμάτων δημιουργούν μεγάλη υποβάθμιση και μόλυνση του υδροφόρου ορίζοντα. Ολα αυτά θα μπορούσαν να έχουν αποφευχθεί, αν υπήρχαν σωστές χωροθετήσεις και σχεδιασμός χρήσεων γης που εξυπηρετεί τις λαϊκές ανάγκες.

Σήμερα η κατάσταση στην Πάρνηθα εκπέμπει συναγερμό, κάτι που μπορεί να διαπιστωθεί με μια επίσκεψη στο καρβουνισμένο βουνό. Τα 2/3 της δασικής έκτασης έχουν κατακαεί από τις αλλεπάλληλες πυρκαγιές των τελευταίων 20 χρόνων.

Ισως η πιο καταστροφική πυρκαγιά ήταν αυτή του 2007, που έκαψε μεγάλο τμήμα του ελατοδάσους και τη μισή έκταση του εθνικού δρυμού. Τα εδάφη ήταν πολύ φτωχά και με τις βροχοπτώσεις το έδαφος «ξεπλύθηκε» από το χώμα, γεγονός που οδήγησε σε μια ερημοποίηση, αφού τη θέση του δάσους πήραν οι τεράστιοι βράχοι. Ετσι κι αλλιώς το έλατο δεν έχει μηχανισμούς φυσικής αναγέννησης, όπως η χαλέπιος πεύκη, με αποτέλεσμα να απαιτούνται επιστημονική μελέτη και τεχνητή αναδάσωση.

Στη σημερινή εποχή υπάρχουν όλη η τεχνογνωσία και η τεχνολογία να γίνει κάτι τέτοιο. Επειδή όμως τα δάση έχουν μετατραπεί σε εμπόρευμα, η αναδάσωση θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι περισσότερο «επικοινωνιακό τρικ» μεγάλων επιχειρήσεων, παρά ουσιαστική επιστημονική διαδικασία ανάκαμψης και επαναφοράς του οικοσυστήματος.

Για παράδειγμα, στην Πάρνηθα λειτουργεί εδώ και πολλές δεκαετίες δασικό φυτώριο κεφαλληνιακής ελάτης, το οποίο θα μπορούσε να καλύψει τις ανάγκες αναδάσωσης. Παραμένει ακόμα και σήμερα σε κατάσταση ημιεγκατάλειψης και υπολειτουργεί, όταν μεγάλοι ρυπογόνοι όμιλοι εμφανίζονται ως χορηγοί, που στο πλαίσιο της «εταιρικής και κοινωνικής ευθύνης» τους, εκμεταλλευόμενοι τη διάταξη του χρηματιστηρίου ρύπων της ΕΕ, «καίγονται» να φυτέψουν ελάχιστα δέντρα. Στην ουσία, μέσα από αυτό εξασφαλίζουν με νομική κατοχύρωση την αντιστάθμιση των ρύπων που εκπέμπουν. Ετσι, δεν χρειάζεται να εφαρμόζουν πλήρεις, σύγχρονες αντιρρυπαντικές τεχνολογίες. Με λίγα λόγια: «Οσο ρυπαίνουν, άλλο τόσο πρέπει να φυτεύουν».

Οι υπόλοιπες μεγάλες πυρκαγιές (2021, 2023) κατέκαψαν τη μισή έκταση του συνολικού ορεινού όγκου, σε δάση κυρίως χαλεπίου πεύκης. Αν και εφόσον καταφέρουν αυτές οι εκτάσεις να μείνουν ανεπηρέαστες και να μην ξανακαούν τα επόμενα 15 - 20 χρόνια, τότε ίσως το δάσος επανέλθει φυσικά στην πρότερη κατάσταση του.

Θεωρητικό σενάριο, καθώς σε μεγάλο μέρος αυτών των εκτάσεων έχουν ήδη υλοποιηθεί επενδυτικά σχέδια που ουδεμία σχέση έχουν με τη λειτουργία και τη φύση του οικοσυστήματος. Για παράδειγμα, στο Τατόι, μια περιοχή όπου η φυσική αναδάσωση προχωρά με πολύ γοργούς και υγιείς ρυθμούς, υπάρχει μεγάλος κίνδυνος υποβάθμισης ή καταστροφής με τις εργασίες και την έναρξη λειτουργίας του «συνεδριακού πάρκου πολιτισμού».

Τα περί «περιαστικού πάρκου»

Από τότε που άνοιξε ο δρόμος και «αποκαλύφθηκε» στον λαό της Αθήνας αυτό το μοναδικό ελατόδασος δίπλα στην πρωτεύουσα, η Πάρνηθα άρχισε να αποτελεί πόλο έλξης. Με την επέκταση της πόλης προς τα γύρω βουνά χωρίς σχεδιασμό χρήσεων γης που περιλαμβάνει την προστασία και την ανάπτυξη των δασών και του περιβάλλοντος, δεν προβλέφθηκαν χώροι πρασίνου (στην Αθήνα σήμερα αντιστοιχούν 2 τ.μ. πρασίνου ανά κάτοικο, ενώ σύμφωνα με τον ΠΟΥ πρέπει να αντιστοιχούν 9). Επομένως, η κάλυψη της λαϊκής ανάγκης της δασικής αναψυχής και της επαφής με το περιβάλλον μπορεί να εξυπηρετηθεί κατά κύριο λόγο στα γύρω βουνά.

Στην Πάρνηθα, όπως και στα υπόλοιπα βουνά, θα έπρεπε να υπάρχουν οργανωμένοι χώροι δασικής αναψυχής με στοιχειώδη υποδομή ανάπαυσης, δίκτυο σηματοδοτημένων μονοπατιών, αποχωρητήρια, δημόσια αναψυκτήρια και εύκολη πρόσβαση. Αντ' αυτού, σε όσες περιοχές παραμένουν άκαυτες υπάρχουν μόνο ξεχαρβαλωμένα παγκάκια, κατεστραμμένες ταμπέλες και εγκαταλελειμμένα κτίρια. Η εγκατάλειψη αυτή είναι αποτέλεσμα των ιδιωτικοποιήσεων και των πολλαπλών ιδιοκτησιών, που εξυπηρετούν τους σχεδιασμούς των μεγάλων επιχειρήσεων.

Αλλο πρόβλημα είναι αυτό της πρόσβασης. Μέχρι το 2014 μπορούσε κανείς να ανέβει στο βουνό με το αστικό λεωφορείο, το οποίο με πρόσχημα την κρίση καταργήθηκε. Ετσι προωθήθηκε περισσότερο το ιδιωτικό αυτοκίνητο, με αποτέλεσμα τις μέρες με μεγάλη επισκεψιμότητα να βλέπουμε ακόμα και μποτιλιάρισμα! Ο μόνος τρόπος για να ανέβει κανείς στο βουνό χωρίς αμάξι είναι να περάσει μέσα από την ιδιοκτησία του καζίνο και να χρησιμοποιήσει το τελεφερίκ, το οποίο παραμένει μέσο δημόσιας χρήσης. Δεν λείπουν όμως τα «καψόνια»: Πολλές φορές η ασφάλεια του καζίνο φτάνει μέχρι και σε σημείο σωματικών ελέγχων κατά την είσοδο. Στην ουσία έχουμε μια προετοιμασία για την «επόμενη φάση», αυτή του «περιαστικού πάρκου».

Εδώ και αρκετές δεκαετίες, εκμεταλλευόμενοι τη σκόπιμη υποβάθμιση, διάφοροι οργανισμοί έχουν κάνει προσπάθεια να μετατρέψουν την Πάρνηθα σε ένα πάρκο, με ελεγχόμενη είσοδο και τουριστική υποδομή, κάτι που είναι αντίθετο με τον σκοπό ίδρυσης του εθνικού δρυμού. Πατώντας πάνω στα υπαρκτά προβλήματα, προτείνουν ως λύση τη θέσπιση εισιτηρίου για την είσοδο στον δρυμό. Οχι μόνο στην Πάρνηθα αλλά και σε όλους τους εθνικούς δρυμούς, ακόμα και στον Ολυμπο.

Αν κρίνουμε από την κατάσταση που επικρατεί στον εθνικό δρυμό Σαμαριάς (που από το 1989 έχει εισιτήριο), τότε μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι είναι καθαρά μια κίνηση που έχει ως στόχο να «κόψει» κάθε χρηματοδότηση από τον τακτικό προϋπολογισμό για τη συντήρηση των δασών, χρεώνοντας τον λαό για μια στοιχειώδη ανάγκη του, αυτή της αναψυχής. Στη Σαμαριά όχι μόνο δεν οργανώνεται σωστά η ασφάλεια των επισκεπτών που διαβαίνουν το φαράγγι, αλλά γίνεται μεγάλη προσπάθεια να παραχωρηθεί εξολοκλήρου ο εθνικός δρυμός σε ιδιώτη διαχειριστή, ο οποίος με τη σειρά του θα προβεί σε οποιαδήποτε παρέμβαση εξυπηρετεί τα συμφέροντα των μεγάλων τουριστικών πρακτορείων και των εργολάβων.

Αυτό που μπορούμε να συμπεράνουμε είναι ότι στον καπιταλισμό τα δάση αντιμετωπίζονται ως εμπόρευμα και κερδοφόρα διέξοδος για υπερσυσσωρευμένα κεφάλαια. Δεν είναι τυχαίο που υπάρχουν μεγάλες πιέσεις για αλλαγή χρήσης των δασών σε όλη τη χώρα. Τα αιολικά και φωτοβολταϊκά πάρκα επεκτείνονται ακόμα και μέσα σε προστατευόμενες περιοχές, μεγάλες εκτάσεις προορίζονται για την παραγωγή ξυλείας και βιομάζας από μεγάλους μονοπωλιακούς ομίλους, ενώ το μοντέλο του ορεινού εναλλακτικού τουρισμού διευρύνεται, με τιμές απλησίαστες πλέον για τους εργαζόμενους βιοπαλαιστές.

Καταλήγουμε κάθε χρόνο στο ίδιο έργο θεατές, καθώς συνεχίζεται η απουσία ουσιαστικών μέτρων αντιπυρικής προστασίας και σύγχρονου επιστημονικού αντιπυρικού σχεδιασμού, που θα έπρεπε να βρίσκεται στην ευθύνη των αρμόδιων κρατικών δασικών υπηρεσιών. Το πρόγραμμα «Αιγίς», που προβάλλεται ως λύση, δεν εξυπηρετεί τίποτα απ' όλα αυτά, αλλά γίνεται στο πλαίσιο εξειδίκευσης της «πολιτικής ανθεκτικότητας» του ΝΑΤΟ και της ΕΕ. Προσαρμόζει, στην ουσία, τις υποδομές και τα μέσα στην πολεμική προετοιμασία.

Οι καταστροφές των δασών αξιοποιούνται από την κυβέρνηση της ΝΔ, με τη συμφωνία του ΠΑΣΟΚ, του ΣΥΡΙΖΑ και των λοιπών αστικών κομμάτων, ως «ευκαιρία» για νέες επενδύσεις.

Για την Πάρνηθα έχουν ακουστεί πολλά και σταδιακά αρχίζουν να υλοποιούνται. Η αργή και σταθερή εξέλιξη της υποβάθμισης έχει ως στόχο να εξοικειώσει το πλήθος με τη νέα κατάσταση και τον περιορισμό του δημόσιου χώρου.

Ελπίδα για τη σωτηρία της Πάρνηθας και των υπόλοιπων δασών αποτελεί η οργανωμένη παρέμβαση του εργατικού - λαϊκού κινήματος, σε γραμμή σύγκρουσης και ανατροπής με τους μονοπωλιακούς ομίλους και το κράτος του κεφαλαίου, που εντείνει την εμπορευματοποίηση της γης και των δασών και αποτελεί την αιτία χειροτέρευσης συνολικά της ζωής του λαού.

Η αξιοποίηση των δασών, της γης και της χρήσης της προς όφελος των κοινωνικών αναγκών μπορεί να υλοποιηθεί μόνο στο πλαίσιο ενός ριζικά διαφορετικού τρόπου παραγωγής και οργάνωσης της κοινωνίας, με επιστημονικό κεντρικό σχεδιασμό της οικονομίας και εργατικό έλεγχο: Του σοσιαλισμού, που θα εξασφαλίσει την ολοκληρωμένη διαχείριση και προστασία των δασών και από τις δασικές πυρκαγιές. Προϋποθέτει την κοινωνική ιδιοκτησία των συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής, της βιομηχανίας, του τουρισμού, των δασών, γενικότερα της γης και των φυσικών πόρων, διασφαλίζοντας την ισόρροπη επίδραση του ανθρώπου στη φύση και την ανάπτυξη της παραγωγής με κριτήριο τη λαϊκή ευημερία.


Ε. Ι.