Υπό το πρόσχημα μιας «νέας προσέγγισης» της γερμανικής κατοχής, το σοσιαλδημοκρατικό ίδρυμα επιχειρεί να αποστειρώσει τη θυσία των 200 από το ταξικό της πρόσημο και την κομμουνιστική ταυτότητα. Μετατρέπει ένα σύμβολο αλύγιστης λαϊκής αντίστασης σε αντικείμενο μιας προσχηματικής δημόσιας συζήτησης, αποσιωπώντας προκλητικά την ταυτότητα των εκτελεσθέντων ως κομμουνιστών, υποκαθιστώντας την με τον γενικόλογο όρο «Ελληνες πολιτικοί κρατούμενοι».
Ταυτόχρονα, η επιδίωξη του Friedrich-Ebert-Stiftung για τη «διαμόρφωση μιας κοινής κουλτούρας μνήμης» δεν είναι παρά παράγωγο της κατάπτυστης «θεωρίας των δύο άκρων», η οποία εξισώνει θύτες και θύματα, τον φασισμό - ναζισμό με τον κομμουνισμό.
Ετσι, το ενδιαφέρον μετατοπίζεται από τα κοινωνικοπολιτικά αίτια των εκτελέσεων σε αναλύσεις κοινωνικού αυτοματισμού, αφαιρώντας το ανατρεπτικό περιεχόμενο της κομμουνιστικής θυσίας. Είναι ωστόσο ιστορικά αδιαμφισβήτητο ότι οι κομμουνιστές αποτέλεσαν την εμπροσθοφυλακή του αντιφασιστικού αγώνα παγκοσμίως, με λαμπρό παράδειγμα τη δράση του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και του ΚΚΕ στην Ελλάδα.
Αυτήν ακριβώς την ηρωική παρακαταθήκη επιχειρεί να αποδομήσει η ΕΕ, μετατρέποντας τον ιστορικό αναθεωρητισμό σε επίσημη κρατική και ενωσιακή πολιτική. Η πολυετής αντικομμουνιστική εκστρατεία της Ευρωπαϊκής Ενωσης αποτελεί την ιδεολογική θωράκιση του καπιταλισμού και συμβαδίζει απόλυτα με τη γενικευμένη επίθεση ενάντια στα εργατικά και λαϊκά δικαιώματα. Η αντικομμουνιστική εκστρατεία της ΕΕ συμβαδίζει με την επίθεση κατά των εργατικών, λαϊκών δικαιωμάτων και είναι πολύχρονη.
Αυτή η στρατηγική μετουσιώνεται σε μια σειρά θεσμικών παρεμβάσεων που αποσκοπούν στην πλήρη ιδεολογική κυριαρχία του κεφαλαίου. Από το αντικομμουνιστικό μνημόνιο του Συμβουλίου της Ευρώπης το 2005 μέχρι το διαβόητο Ψήφισμα του Ευρωκοινοβουλίου του 2019, το οποίο εξισώνει ανιστόρητα τον ναζισμό με τον κομμουνισμό. Μέσα από προγράμματα όπως το «Europe for Citizens» και την καθιέρωση της 23ης Αυγούστου ως ημέρας μνήμης των «θυμάτων του ολοκληρωτισμού», η ΕΕ χρηματοδοτεί την παραχάραξη της Ιστορίας.
Η ίδρυση των Ταγμάτων Ασφαλείας από την κυβέρνηση του Ιωάννη Ράλλη (νόμος 260/1943) με τις ευλογίες των Γερμανών και τη στήριξη του μεγάλου κεφαλαίου στόχευε αποκλειστικά στην κατάπνιξη του ΕΑΜικού κινήματος. Τάγματα όπως του Γεωργίου Πούλου, του Παπαδόγγονα και άλλων ταγματασφαλιτών αποδεικνύουν ότι ο φασισμός είναι το ένοπλο χέρι του συστήματος.
Παράλληλα, η Ειδική Ασφάλεια, που υπήρξε ο στυγνός κατασταλτικός μηχανισμός του αστικού κράτους με συνεχή αντικομμουνιστική δράση από το «Ιδιώνυμο» του Βενιζέλου έως τη δικτατορία Μεταξά, μετατράπηκε υπό την κουίσλιγκ κυβέρνηση Ράλλη σε παράρτημα των SS, δρώντας ως «ελληνική Γκεστάπο». Συνολικά, Ειδική Ασφάλεια και Τάγματα Ασφαλείας είχαν άμεση, οργανική και επιχειρησιακή σχέση. Αποτελούσαν τους δύο βασικούς πυλώνες του ένοπλου δωσιλογισμού που συγκρότησε η κυβέρνηση Ράλλη το 1943, με τις ευλογίες των ναζιστικών δυνάμεων κατοχής.
Στις Δίκες Εγκληματιών Πολέμου Ενώπιον των Στρατιωτικών Δικαστηρίων της Νυρεμβέργης, ο ίδιος ο Felmy ομολογεί σχετικά με την προέλευση και τη φύση των Ταγμάτων Ασφαλείας: «Αυτά τα Τάγματα Ασφαλείας ήταν μονάδες που σχηματίστηκαν από Ελληνες που ήθελαν να αντιταχθούν στον κομμουνισμό και να αποκαταστήσουν την τάξη στη χώρα τους. Ιδρύθηκαν με τη συγκατάθεση της ελληνικής κυβέρνησης. Η Βέρμαχτ δεν τα δημιούργησε, αλλά απλώς τα υποστήριξε με όπλα και εξοπλισμό»2.
Ως διοικητής του 68ου Σώματος Στρατού, ο Felmy εξέδωσε την επίσημη ανακοίνωση στις 30 Απριλίου 1944. Η διαταγή όριζε τον θάνατο 200 κομμουνιστών ως «αντίποινα» για την επίθεση (27.04.1944) του ΕΛΑΣ σε γερμανική στρατιωτική εφοδιοπομπή στους Μολάους Λακωνίας. Αμέσως μετά την ενέδρα του ΕΛΑΣ και λίγο πριν από την Πρωτομαγιά, ο Γερμανός Στρατιωτικός Διοικητής Ελλάδας ανακοίνωνε: «Υπό την εντύπωσιν του κακουργήματος τούτου, Ελληνες εθελονταί (σ.σ. πρόκειται για ταγματασφαλίτες) εφόνευσαν αυτοβούλως 100 άλλους κομμουνιστάς».
Η μεταπολεμική οργανική ενσωμάτωση των Ταγμάτων Ασφαλείας, της Ειδικής Ασφάλειας και των δωσιλογικών προσώπων και μηχανισμών στον κρατικό ιστό - την ίδια στιγμή που οι κομμουνιστές αγωνιστές παραδίδονταν στα εκτελεστικά αποσπάσματα και τις εξορίες- συνιστά ευδιάκριτη απόδειξη της ταξικής συνέχειας του αστικού κράτους.
Στην πραγματικότητα, το λαϊκό απελευθερωτικό κίνημα υπήρξε η συμπύκνωση μιας βαθιάς ταξικής αντιπαράθεσης, καθώς ο φασισμός αποτελεί το ένοπλο χέρι του κεφαλαίου, καθιστώντας την απελευθέρωση από τον κατακτητή αδιάρρηκτα συνδεδεμένη με την κοινωνική χειραφέτηση.
Αποκόπτοντας τον αγώνα από την κομμουνιστική ταυτότητα των 200 και το σοσιαλιστικό όραμα, το γερμανικό σοσιαλδημοκρατικό ίδρυμα λειτουργεί ως διαμεσολαβητής των ευρύτερων πολιτικών σχεδιασμών που συνδιαμορφώνουν τα αστικά κράτη και η ΕΕ. Πρόκειται για την επιβολή μιας μνήμης που, μέσω της ανιστόρητης «θεωρίας των δύο άκρων», εξισώνει προκλητικά τα θύματα με τους θύτες. Η εστίαση λογουχάρη στην ψυχολογία των αυτουργών, σε συνδυασμό με τη σκόπιμη αποσιώπηση της σύμπραξης των κατακτητών με το μεταξικό και, μετέπειτα, δωσιλογικό κράτος, αποσκοπεί τελικά στην ιστορική αθώωση των εγκλημάτων του καπιταλισμού.
Παραπομπές:
1. Friedrich-Ebert-Stiftung Athens ΕΚΔΗΛΩΣΗ: Η Καισαριανή και οι φωτογραφίες των 200: Από τις φωτογραφίες των θυτών σε εθνικό μνημείο. https://urli.info/1rUzp
2. Felmy's testimony on the Greek Security Battalions appears in: Trials of War Criminals Before the Nuernberg Military Tribunals Under Control Council Law No. 10 Volume XI (11). Trial: United States of America v. Wilhelm List et al. («Hostages Trial») Key sections: Direct examination of Felmy pp. 598-606 (approx.) & 640-650