Το αδιέξοδο του συστήματος που «κοστολογεί» την ανθρώπινη ασφάλεια και ζωή
Σάββατο 28 Φλεβάρη 2026 - Κυριακή 1 Μάρτη 2026

MotionTeam

Ενα διαρκές κατηγορητήριο, ένα δριμύ κατηγορώ για το βάρβαρο σύστημα που λειτουργεί με κριτήριο πάντα το κέρδος και ποτέ την ανθρώπινη ζωή, είναι και αυτή η επέτειος του αποτρόπαιου εγκλήματος στα Τέμπη.

Και ενώ χρόνια τώρα η κυβέρνηση «συμβούλευε» σιωπή και υπομονή «μέχρι να αποφανθεί η Δικαιοσύνη», και κυρίως να μην «πολιτικοποιείται» ο πόνος, η δική της πολιτική και όλων των προηγούμενων ήταν ήδη εκεί, πολύ πριν από τη σύγκρουση.

Ετσι ο σιδηρόδρομος, από δημόσιο αγαθό για τις ανάγκες του λαού, όπως θα έπρεπε να είναι, στον καπιταλισμό αποτελεί πεδίο «επενδυτικής αξιοποίησης», με ευθύνη της ΕΕ και όλων των κομμάτων.

Ωσπου η τραγωδία ανέδειξε το αδιέξοδο ενός συστήματος όπου η ασφάλεια «κοστολογείται», προειδοποιώντας πως «η "κοιλάδα των Τεμπών" θα απλώνεται παντού, όπου κυριαρχεί η πολιτική του κέρδους».

Η «διαχρονική παθογένεια» και το πολιτικό πλυντήριο


Τρία χρόνια μετά, και ενώ όλη η χώρα απεργεί σήμερα, με κλειστά εργοτάξια και μαγαζιά, δεμένα βαπόρια και παλλαϊκές συγκεντρώσεις και συλλαλητήρια που ετοίμασαν εργατικά σωματεία και μαζικοί φορείς, για την πραγματική δικαίωση των ανθρώπων που χάθηκαν και των νεκρών στους χώρους δουλειάς, η προσπάθεια μετατόπισης της συζήτησης παραμένει.

Από το «ανθρώπινο λάθος» περάσαμε στη «διαχρονική παθογένεια». Η λέξη «διαχρονικό», άλλωστε, λειτουργεί σαν πολιτικό πλυντήριο. Οταν όλα φταίνε διαχρονικά, δεν φταίει κανείς συγκεκριμένα.

Ομως οι πολιτικές επιλογές δεν είναι διαχρονικές αφαιρέσεις. Εχουν ημερομηνία, υπογραφή και ψήφο στη Βουλή.

Η «απελευθέρωση» των σιδηροδρόμων, η ιδιωτικοποίηση της εκμετάλλευσης, η λογική «λιγότερο κράτος - περισσότερη αγορά» δεν έπεσαν από τον ουρανό. Υπηρέτησαν μια ευρωπαϊκή στρατηγική που προωθεί τον ανταγωνισμό και την επιχειρηματικότητα στις μεταφορές. Και εφαρμόστηκαν με ζήλο από διαδοχικές κυβερνήσεις.

Η τραγωδία των Τεμπών δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία. Ηταν η σύγκρουση δύο πολιτικών ραγών.

Οταν η ασφάλεια αντιμετωπίζεται ως δαπάνη και όχι ως αδιαπραγμάτευτη υποχρέωση, το αποτέλεσμα δεν μπορεί παρά να είναι προδιαγεγραμμένο. Και ματωμένο.

Η κοινωνία όμως δεν ξέχασε.

Θυμόταν ότι πριν από το δυστύχημα οι εργαζόμενοι είχαν κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου για ελλείψεις προσωπικού, για χειροκίνητες διαδικασίες, για συστήματα τηλεδιοίκησης που δεν λειτουργούσαν. Προειδοποιούσαν ότι «πάμε στα τυφλά». Και, πράγματι, αποδείχθηκε με τον πιο επώδυνο τρόπο πως όντως τα τρένα κινούνταν στα τυφλά. Ηταν εν δυνάμει φέρετρα.

Αν κάτι όμως τρόμαξε το πολιτικό σύστημα, δεν ήταν μόνο το μέγεθος της τραγωδίας. Ηταν η συγκλονιστική κοινωνική αντίδραση. Οι μαζικές διαδηλώσεις, οι μεγαλειώδεις απεργίες, η επιμονή γονιών και συγγενών που έγιναν ο εφιάλτης τους.


Λαός και νεολαία βγήκαν στους δρόμους όχι μόνο για να θρηνήσουν, αλλά για να απαιτήσουν. Γιατί αυτό που συνέβη δεν ήταν ατύχημα, ήταν έγκλημα.

«Τα κέρδη τους ή οι ζωές μας», που φώναζαν, συμπύκνωνε μια βαθύτερη συνείδηση, ότι η τραγωδία δεν ήταν ένα μεμονωμένο γεγονός, ένα ανθρώπινο λάθος, μια κακιά στιγμή, όπως επέμεναν ανερυθρίαστα να παρουσιάζεται, ήταν αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών.

Η προσπάθεια ποινικοποίησης των κινητοποιήσεων, οι συστάσεις για «ηρεμία» και «σεβασμό στη Δικαιοσύνη» δεν κατάφεραν να σβήσουν το αίσθημα αδικίας. Αντίθετα, το δυνάμωσαν.

Τρία χρόνια μετά, η κοινωνία είναι ακόμα περισσότερο εξοργισμένη, αφού τα ερωτήματα παραμένουν ανοιχτά:

- Λειτουργούν σήμερα όλα τα συστήματα ασφαλείας;

- Εχει καλυφθεί το προσωπικό;

- Εχει αλλάξει το «μοντέλο» λειτουργίας ή απλώς διακοσμήθηκαν οι βιτρίνες;

- Το επικίνδυνο «μοντέλο» ανατράπηκε ή απλώς «μακιγιαρίστηκε»;

Η κοινωνία όμως δεν απαιτεί καλυπτικό μακιγιάζ. Ζητά ριζική αλλαγή, γιατί η εγκληματική πολιτική τους παίζει ζωές στα ζάρια!

Η ποινική απόδοση ευθυνών, όσο αναγκαία κι αν είναι, δεν αρκεί. Γιατί η ουσία δεν βρίσκεται μόνο σε πρόσωπα. Βρίσκεται στο πλαίσιο, που παραμένει ίδιο...

Οι σιδηρόδρομοι λειτουργούν με τα ίδια κριτήρια, η κερδοφορία συνεχίσει να καθορίζει τις προτεραιότητες κι ο κίνδυνος δεν έχει εκλείψει. Εχει απλώς μετατεθεί χρονικά.

Η μνήμη ως πολιτική πράξη

Η επέτειος των Τεμπών είναι ημέρα πολιτικής κρίσης.

Κάθε χρόνο, τα ονόματα των θυμάτων διαβάζονται ξανά και ξανά. Για την κυβέρνηση είναι αριθμοί. Για όλους εμάς είναι πρόσωπα, όνειρα και σχέδια που δεν ολοκληρώθηκαν. Η μνήμη τους δεν είναι τελετουργική υποχρέωση. Είναι πολιτική πράξη.

Γιατί, θυμόμαστε σημαίνει δεν αποδεχόμαστε. Δεν αποδεχόμαστε ότι «έτσι είναι τα πράγματα». Δεν αποδεχόμαστε ότι η ασφάλειά μας είναι πολυτέλεια που κοστίζει. Δεν αποδεχόμαστε ότι οι ζωές των πολλών μπαίνουν στη ζυγαριά της κερδοφορίας.

Η τραγωδία των Τεμπών αποκάλυψε μια αλήθεια που κάποιοι ήθελαν να αγνοούν. Οτι η πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων, της υποχρηματοδότησης και της αποδιάρθρωσης έχει κόστος. Και το κόστος αυτό δεν είναι αφηρημένο. Είναι ανθρώπινο.

Τρία χρόνια μετά, το ερώτημα δεν είναι μόνο τι έγινε τότε. Είναι τι θα γίνει από εδώ και πέρα...

Η επέτειος των Τεμπών υπενθυμίζει ότι πίσω από κάθε «μεταρρύθμιση» κρύβονται επιλογές. Και πίσω από κάθε επιλογή, συνέπειες.

Τρία χρόνια μετά, το αίτημα παραμένει ίδιο: Δεν ανεχόμαστε να μπαίνουν οι ζωές μας στη λογική του κόστους, να είναι διαπραγματεύσιμη η ασφάλειά μας, να ξαναθρηνήσουμε «διαχρονικές παθογένειες».

Αν κάτι μας δίδαξαν τα Τέμπη, είναι ότι η ουδετερότητα σκοτώνει. Και η σιωπή συνενοχοποιεί.

Η πραγματική δικαίωση των θυμάτων θα έρθει μέσα από τον οργανωμένο αγώνα για την ανατροπή αυτής της πολιτικής, για υποδομές και υπηρεσίες στην υπηρεσία των κοινωνικών αναγκών και όχι των κερδών και των πολεμικών σχεδιασμών.

Η μνήμη των 57 ζητά δικαιοσύνη. Και, κυρίως, αλλαγή πορείας.


Της
Σεμίνας Διγενή