Αποκαλυπτικές συζητήσεις στο ετήσιο συνέδριο του Αμερικανικού Ινστιτούτου Πετρελαίου
Η εκδήλωση, που συγκέντρωσε κάτω από την ίδια στέγη τους επικεφαλής των ενεργειακών κολοσσών, αναλυτές, λομπίστες, στελέχη του Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας και εκπροσώπους του «Συμβουλίου Ενεργειακής Κυριαρχίας» της κυβέρνησης Τραμπ, πραγματοποιήθηκε με τον τίτλο «Η δεκαετία της ζήτησης».
Στις ομιλίες ξεδιπλώθηκε το μανιφέστο της στρατηγικής «Ενεργειακής Κυριαρχίας» των ΗΠΑ με στόχους τη μαζική επέκταση των εξορύξεων πετρελαίου και φυσικού αερίου και τη χρήση της Ενέργειας ως κρίσιμου γεωπολιτικού όπλου των ΗΠΑ και των συμμάχων τους στον ανταγωνισμό με τους αντιπάλους τους, την Κίνα, τη Ρωσία και το Ιράν.
Ο πρόεδρος και CEO του API, Μάικ Σάμερς, στην κεντρική του ομιλία έθεσε αμέσως τον τόνο, παρουσιάζοντας τις ΗΠΑ ως «ενεργειακή υπερδύναμη» που παράγει 13 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου ημερησίως, «περισσότερο από κάθε άλλη χώρα στον κόσμο». Πανηγύρισε μάλιστα τα δέκα χρόνια λειτουργίας του πρώτου τερματικού σταθμού LNG στον Κόλπο του Μεξικού, σημειώνοντας ότι η Αμερική εξήγαγε «πάνω από 8.000 φορτία LNG, συνεισφέροντας σχεδόν μισό τρισεκατομμύριο δολάρια στην αμερικανική οικονομία».
Από τις εργασίες του συνεδρίου |
Πρώτη προτεραιότητα είναι οι υποδομές. Τις χαρακτήρισε «σημείο καμπής της δεκαετίας ζήτησης» και «κορυφαία ενεργειακή προτεραιότητα του 2026». Ο ίδιος ανέφερε παραδείγματα αγωγών και άλλων υποδομών στις ΗΠΑ που αντιμετώπισαν προβλήματα στην κατασκευή τους από το υπάρχον πλέγμα αδειοδοτήσεων στις ΗΠΑ, ζητώντας παράλληλα την εξάλειψη των εναπομεινασών περιβαλλοντικών δικλίδων ασφαλείας. Στη συνέχεια, επόμενη προτεραιότητα έθεσε την «προσβασιμότητα», ζητώντας την οριστικοποίηση του πενταετούς προγράμματος υπεράκτιων μισθώσεων και τον τερματισμό «πολιτειακών δράσεων που μπλοκάρουν την ανάπτυξη». Πανηγύρισε ότι το 2025 «καταργήθηκαν οι εντολές για ηλεκτρικά οχήματα, η αδειοδότηση LNG ξαναξεκίνησε, η μίσθωση γης για πετρέλαιο και φυσικό αέριο αποκαταστάθηκε».
Ενώ σε μια προσπάθεια υπεράσπισης της ιμπεριαλιστικής επέμβασης των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα, που οδήγησε στη «σύλληψη» του Προέδρου της, Νικολάς Μαδούρο, η Βενεζουέλα χρησιμοποιήθηκε για να τεκμηριωθεί η θέση ότι «η ενεργειακή ισχύς δεν είναι τυχαίο επίτευγμα, είναι επιλογή».
Στο ίδιο πνεύμα, ότι δηλαδή προϋπόθεση για την «ενεργειακή κυριαρχία» είναι και η κυριαρχία επί των ενεργειακών πόρων και η απώλεια αυτών από τα αντίπαλα ιμπεριαλιστικά κέντρα, ο Μπομπ ΜακΝάλι, πρώην σύμβουλος Ενέργειας στον Λευκό Οίκο επί Τζορτζ Μπους και αναλυτής, τάχθηκε κυνικά υπέρ μιας ιμπεριαλιστικής επέμβασης στο Ιράν. Την ίδια ώρα που οι ΗΠΑ συγκεντρώνουν τεράστιες στρατιωτικές δυνάμεις στη Μέση Ανατολή και αυξάνουν τις απειλές και την επιθετικότητα απέναντι στο Ιράν, ο ΜακΝάλι μίλησε ανοιχτά για ανάγκη «αλλαγής καθεστώτος».
Ο ΜακΝάλι δήλωσε ότι «λίγες προβλέψιμες αλλαγές καθεστώτος θα κάνουν περισσότερα με μια κίνηση για την ανθρωπότητα, το παγκόσμιο ΑΕΠ, τη βιομηχανία πετρελαίου, τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη γεωπολιτική σταθερότητα, από αλλαγή στο καθεστώς» του Ιράν. Ο πρώην σύμβουλος Ενέργειας προχώρησε ακόμα παραπέρα, ζητώντας από τους συμμετέχοντες να «φανταστούν» μια Αμερική που «ανοίγει ξανά πρεσβεία στην Τεχεράνη» και αμερικανικές εταιρείες που «επιστρέφουν εκεί», παίρνοντας «πολύ περισσότερο πετρέλαιο, πολύ πιο γρήγορα από ό,τι στη Βενεζουέλα». Η σύγκριση με τη Βενεζουέλα δεν είναι τυχαία: Αποτελεί ξεκάθαρη ομολογία ότι η «απελευθέρωση» χωρών από τους ιμπεριαλιστές σημαίνει πρωτίστως απελευθέρωση των ενεργειακών τους αποθεμάτων για τα αμερικανικά μονοπώλια.
Χαρακτηριστικά, ο ΜακΝάλι σκιαγράφησε τα πλεονεκτήματα μιας τέτοιας ανατροπής για τους Ευρωατλαντικούς: Μια αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν θα ήταν «φρικτή ημέρα για τη Μόσχα, υπέροχη ημέρα για τους Ιρανούς, τις ΗΠΑ και τη βιομηχανία πετρελαίου», είπε.
Αξίζει να σημειωθεί ότι για τη Βενεζουέλα, ο ΜακΝάλι μίλησε για «τρεις κουβάδες» πετρελαίου: Τα 300 εκατομμύρια βαρέλια αποθεμάτων πετρελαίου, τα «λίγες εκατοντάδες χιλιάδες βαρέλια τη μέρα» που μπορούν να αντληθούν βραχυπρόθεσμα, και τελικά το μεγάλο «βραβείο», δηλαδή την «επιστροφή από κάτω από ένα εκατομμύριο βαρέλια σε τρία - τέσσερα εκατομμύρια, που θα μετρηθεί σε πολλά χρόνια και πολλές δεκαετίες».
Η Ρωσία δεν απουσίαζε από τη γεωπολιτική εξίσωση, με τον ΜακΝάλι να σημειώνει ότι «ο Τραμπ είναι πρόθυμος να αναλάβει ρίσκο - επιτέθηκε στο Ιράν τον Ιούνιο, επέβαλε κυρώσεις σε ρωσικές πετρελαϊκές εταιρείες τον Οκτώβρη και συνέλαβε τον Μαδούρο».
Μάλιστα ο ΜακΝάλι, μιλώντας για τον ΟΠΕΚ, δήλωσε ότι «το μόνο πράγμα χειρότερο από τον ΟΠΕΚ που διαχειρίζεται την προσφορά είναι ο ΟΠΕΚ που δεν το κάνει». Υπενθύμισε πως κατά το δεύτερο τρίμηνο του 2020 η τιμή «βυθίστηκε από τα 60 δολάρια στα αρνητικά 37», αναγκάζοντας τον Τραμπ να «καλέσει τα κράτη του ΟΠΕΚ+ και να τους ζητήσει να μειώσουν την παραγωγή».
Αν το Ιράν αποτέλεσε τον πρώτο «άμεσο» στόχο, η Κίνα ήταν ο κεντρικός «αντίπαλος» σε οικονομικό και τεχνολογικό επίπεδο. Η «απειλή» της Κίνας χρησιμοποιήθηκε συστηματικά από τους ομιλητές ως επιχείρημα υπέρ της στήριξης των συμφερόντων της πετρελαϊκής βιομηχανίας των ΗΠΑ, για να μπορέσουν να υπερασπιστούν την πρωτοκαθεδρία τους σε μια σειρά πεδία.
Ο Τόμπι Ράις, CEO της EQT, του μεγαλύτερου παραγωγού φυσικού αερίου στις ΗΠΑ, μετέτρεψε ρητά τον ανταγωνισμό ΗΠΑ - Κίνας σε επιχείρημα υπέρ της στήριξης της πετρελαιοβιομηχανίας των ΗΠΑ. Μίλησε για την ανάγκη πρόσθεσης 100 γιγαβάτ νέας ηλεκτροπαραγωγής, «ένα ηλεκτρικό σύστημα ικανό να τροφοδοτήσει 20 πόλεις σαν τη Νέα Υόρκη», τονίζοντας παράλληλα ότι «η Κίνα πρόσθεσε 60 γιγαβάτ αξιόπιστης ηλεκτροπαραγωγής μόνο στους τελευταίους 12 μήνες» ενώ οι ΗΠΑ μόλις 6 γιγαβάτ.
Ακόμα πιο αιχμηρός ήταν ο αναλυτής Αρτζέν Μέρτι της Veritin, ο οποίος πρόσθεσε ότι «η αγορά ηλεκτρικής ενέργειας της Κίνας σε τεραβατώρες είναι πάνω από το διπλάσιο της Αμερικής» και ότι «σε 10 χρόνια η Κίνα αύξησε την παραγωγή της όσο ολόκληρη η παραγωγή της Αμερικής, δηλαδή 4.600 τεραβατώρες. Αυτό πρέπει να τρομάξει τους πάντες».
Η σύνδεση AI - Ενέργειας - γεωπολιτικής αποτέλεσε κεντρικό νήμα. Η εκρηκτική ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας από τα data centers της Τεχνητής Νοημοσύνης παρουσιάστηκε ως η νέα «κούρσα εξοπλισμών» με την Κίνα.
Αυτή η «κούρσα εξοπλισμών» με την Κίνα αξιοποιήθηκε για να αναδειχθούν και οι αντιθέσεις στο εσωτερικό του ευρωατλαντικού άξονα. Ο πρόεδρος του API Μάικ Σάμερς χαρακτήρισε το ρυθμιστικό πλαίσιο της ΕΕ και συγκεκριμένα την πρόσφατη Οδηγία Εταιρικής Βιωσιμότητας (CSDDD) της ΕΕ ως προσπάθεια «Ευρωπαίων γραφειοκρατών να φτάσουν πέρα από τα σύνορά τους και να υπαγορεύσουν κανόνες στους Αμερικανούς παραγωγούς, διαταράσσοντας τις παγκόσμιες ενεργειακές προμήθειες». Αφετέρου εντός ΗΠΑ μίλησε ενάντια στις δικαστικές αγωγές πολιτειών κατά ενεργειακών εταιρειών, τις οποίες χαρακτήρισε «τιμωρητικές» και «ακραίες», κατηγορώντας τις ότι «θα αυξήσουν το κόστος και θα αποθαρρύνουν τις επενδύσεις».
Τα όσα ειπώθηκαν στο συνέδριο του API δεν αφορούν μόνο τη μακρινή Ουάσιγκτον. Η Ελλάδα βρίσκεται στο επίκεντρο αυτής ακριβώς της στρατηγικής «ενεργειακής κυριαρχίας». Στο πρόσφατο 6ο Διατλαντικό Συνέδριο Ενεργειακής Συνεργασίας (P-TEC) στην Αθήνα, ο υπουργός Ενέργειας των ΗΠΑ Κρις Ράιτ ήταν εξίσου ξεκάθαρος: «Η Ελλάδα ήταν το τέλος ενός πλοκαμιού του ρωσικού ενεργειακού δικτύου. Σήμερα είναι η πύλη εισόδου στην Ευρώπη από το αμερικανικό LNG». Ο Ράιτ, ο ίδιος που στο συνέδριο του API συνέδεσε την Ενέργεια με την «κούρσα εξοπλισμών» με την Κίνα, δήλωσε στην Αθήνα: «Κάθε μόριο που η Ρωσία δεν πουλά στην Ευρώπη μένει στο έδαφος. Κάθε μόριο που δεν έρχεται στην Ευρώπη δεν πηγαίνει σε ρωσικές τσέπες και στη ρωσική πολεμική μηχανή».
Ο Κάθετος Διάδρομος φυσικού αερίου, το FSRU της Αλεξανδρούπολης, οι γεωτρήσεις στις ελληνικές θάλασσες με αμερικανικά μονοπώλια και άλλες ενεργειακές υποδομές δεν αποτελούν «αναπτυξιακές ευκαιρίες» για τον λαό, αλλά κρίκους μιας αλυσίδας που δένει τη χώρα ακόμα πιο σφιχτά στους αμερικανοΝΑΤΟικούς ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς. Αλλωστε, η Αμερικανίδα πρέσβειρα στην Αθήνα Κίμπερλι Γκιλφόιλ είχε δηλώσει ανοιχτά πρόσφατα: «Κάθε μέρα που ξυπνάω, θα βρω τρόπο να προωθήσω τα αμερικανικά συμφέροντα, και αυτό σημαίνει να αντιτεθώ πολύ επιθετικά στα κινεζικά συμφέροντα».
Τα μηνύματα του συνεδρίου των «Πετρελαιάδων» είναι κρυστάλλινα. Η Ενέργεια δεν είναι ζήτημα «ανάπτυξης» ή «ευημερίας» - είναι γεωπολιτικό όπλο. Και όταν ο πρόεδρος του ισχυρότερου πετρελαϊκού λόμπι του πλανήτη δηλώνει πως «η κυρίαρχη τάση πήγε αποφασιστικά προς την αφθονία, την προσιτότητα και την ανάπτυξη», αυτό που εννοεί είναι αφθονία κερδών για τα μονοπώλια, προσιτότητα των κοιτασμάτων του πλανήτη για τους επιχειρηματικούς ομίλους και ανάπτυξη εις βάρος των λαϊκών αναγκών, που δεν χωρούν σε αυτή την εξίσωση.
Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αποτελεί εξάλλου η εξής παραδοχή. Ο ίδιος ο Τόμπι Ράις αποκάλυψε ότι «οι ενεργειακοί λογαριασμοί των Αμερικανών αυξήθηκαν σχεδόν 40% από το 2020» - παρά τα ρεκόρ παραγωγής. «Πώς μπορεί να έχεις μια κατάσταση όπου οι Αμερικανοί παραγωγοί παράγουν ρεκόρ ποσότητες Ενέργειας, αλλά οι λογαριασμοί εξακολουθούν να ανεβαίνουν;», αναρωτήθηκε. Η εξήγηση που έδωσε, ότι «φταίνε οι υποδομές», αποφεύγει τον πραγματικό λόγο: Η Ενέργεια λειτουργεί ως εμπόρευμα στην «απελευθερωμένη» αγορά και όπλο στους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς.