ΓΕΡΜΑΝΙΑ
Παζαρεύει συμφωνίες με την Κίνα για «διαφοροποίηση» και «αυτονομία» από τις ΗΠΑ

Εμπόριο, πρώτες ύλες, αλυσίδες εφοδιασμού και τεχνολογία στο «μενού» της επίσκεψης του καγκελάριου

Παρασκευή 27 Φλεβάρη 2026

Xinhua

Από τη συνάντηση του Φρ. Μερτς με τον Κινέζο Πρόεδρο
Με την καπιταλιστική οικονομία της Γερμανίας να συμπιέζεται μεταξύ του ανταγωνισμού από την Κίνα και τον εμπορικό πόλεμο από τις ΗΠΑ, το ταξίδι του Γερμανού καγκελάριου, Φρ. Μερτς, στην Κίνα (25-26 Φλεβάρη) ήρθε σε μια περίοδο που το Βερολίνο και συνολικότερα η ΕΕ επιδιώκουν τη διασφάλιση των συμφερόντων των μονοπωλίων τους μέσα από τη λεγόμενη «στρατηγική αυτονομία» σε Αμυνα, κρίσιμες πρώτες ύλες, νέες τεχνολογίες, Ενέργεια.

Προηγήθηκε η επίσκεψη του καγκελάριου στην Ινδία, σηματοδοτώντας τις προτεραιότητες που θέτουν το Βερολίνο και η ΕΕ ως προς τη «διαφοροποίηση» των εμπορικών και επενδυτικών σχέσεων, ενώ θα ακολουθήσει στις αρχές Μάρτη ταξίδι στις ΗΠΑ για συνομιλίες με τον Πρόεδρο, Ντ. Τραμπ.

Το διπλό ταξίδι του Μερτς υπογραμμίζει την πολυπλοκότητα της θέσης της Γερμανίας: Να διατηρήσει ανοιχτές τις κινεζικές αγορές για το γερμανικό κεφάλαιο και την ανταγωνιστικότητα, χωρίς να επιδεινώσει περαιτέρω τις σχέσεις με την Ουάσιγκτον.

Με φόντο το «ρήγμα» στις ευρωατλαντικές σχέσεις και τα εντεινόμενα αντικρουόμενα συμφέροντα μεταξύ ΗΠΑ και ΕΕ, η Γερμανία και άλλα ευρωπαϊκά κράτη σε αυτή τη φάση ρίχνουν τους τόνους στην κριτική τους προς την Κίνα και παζαρεύουν συμφωνίες στο εμπόριο και τις επενδύσεις.

Να σημειωθεί ότι το τελευταίο διάστημα επισκέφτηκαν το Πεκίνο πολλοί «δυτικοί» ηγέτες, όπως ο πρωθυπουργός του Καναδά, Μ. Κάρνεϊ, ο Βρετανός πρωθυπουργός, Κιρ Στάρμερ, ο Γάλλος Πρόεδρος, Εμ. Μακρόν, ενώ θα ακολουθήσει επίσκεψη του Ντ. Τραμπ.

Αναγνωρίζοντας τις «διαφορές» μεταξύ των δυο καπιταλιστικών κρατών - που βρίσκονται σε αντίπαλα στρατόπεδα στον ιμπεριαλιστικό ανταγωνισμό - ο καγκελάριος ζήτησε συνεργασία «όπου είναι δυνατόν», με δεδομένη τη σημαντική παρουσία γερμανικών ομίλων στην Κίνα, την εξάρτηση της Γερμανίας από τις κινεζικές σπάνιες γαίες, τις εκτεταμένες εμπορικές σχέσεις κ.ά.

Οπως κάθε καγκελάριος της Γερμανίας, έτσι και ο Μερτς, μετέβη στο Πεκίνο συνοδευόμενος από 30μελή αντιπροσωπεία στελεχών της κυβέρνησης και μονοπωλιακών ομίλων, μεταξύ των οποίων οι επικεφαλής των Bayer, Volkswagen, Mercedes Benz, BMW, Siemens κ.ά.

Κατά τη διάρκεια της επίσκεψης, επιχειρηματικοί όμιλοι των δύο χωρών κατέληξαν σε περισσότερες από 10 συμφωνίες σε τομείς όπως αυτοκινητοβιομηχανία, μηχανολογία, Ενέργεια, εφοδιαστική και χρηματοοικονομικά.

Η Airbus SE φαίνεται ότι θα εξασφαλίσει μια σημαντική παραγγελία για έως και 120 επιβατικά αεροσκάφη από την Κίνα, όπως δήλωσε ο Μερτς μετά από δείπνο με τον Κινέζο Πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ.

«Είμαστε δύο από τα τρία μεγαλύτερα βιομηχανικά έθνη στον κόσμο. Αυτή είναι μια μεγάλη ευθύνη. Αλλά είναι επίσης μια μεγάλη ευκαιρία», τόνισε ο καγκελάριος, ενώ ο Σι αναφέρθηκε στις προσπάθειες προώθησης «της ολοκληρωμένης στρατηγικής συνεργασίας μεταξύ Κίνας και Γερμανίας σε νέα επίπεδα».

Το πρόβλημα με το εμπορικό έλλειμμα της Γερμανίας

Οι γερμανο-κινεζικές οικονομικές και εμπορικές σχέσεις είναι εκτεταμένες και οι γερμανικοί όμιλοι έχουν επενδύσει στην Κίνα περισσότερο από άλλους ευρωπαϊκούς.

Ταυτόχρονα, η Γερμανία έχει τα τελευταία χρόνια εμπορικό έλλειμμα με την Κίνα, ενώ μέχρι και το 2021 είχε εμπορικό πλεόνασμα.

Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία της καγκελαρίας, το διμερές εμπόριο μεταξύ Γερμανίας και Κίνας έφτασε τα 253 δισ. ευρώ το 2025, σημειώνοντας αύξηση περίπου 2,7% σε σύγκριση με το 2024.

Η Κίνα - όπως ίσχυε από το 2016 έως το 2023 - ήταν για άλλη μια φορά ο σημαντικότερος εμπορικός εταίρος της Γερμανίας το 2025, ενώ οι ΗΠΑ κατατάσσονται δεύτερες.

Ο Μερτς επισήμανε το «έλλειμμα» της Γερμανίας στο εμπόριο με την Κίνα, που διογκώνεται με τα χρόνια. Το 2025 οι γερμανικές εισαγωγές από την Κίνα έφτασαν τα 171,2 δισ. ευρώ, ενώ οι γερμανικές εξαγωγές ανήλθαν σε 81,8 δισ.

«Εχω επισημάνει ότι έχουμε μια σημαντική εμπορική ανισορροπία εδώ και περίπου δύο χρόνια. Θέλουμε να μειώσουμε αυτές τις ανισορροπίες, οι οποίες έχουν προκύψει κυρίως από την πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα στην Κίνα», ανέφερε ο καγκελάριος.

Οπως τόνισε, το εμπορικό έλλειμμα της Γερμανίας με την Κίνα αυτή τη στιγμή ξεπερνά τα 80 δισ. ευρώ, έχει τετραπλασιαστεί τα τελευταία πέντε χρόνια και το Βερολίνο αναζητά τρόπους να το μειώσει.

Αλλά και το έλλειμμα της ΕΕ συνολικά με την Κίνα μεγαλώνει. Το 2024 οι εξαγωγές της ΕΕ στην Κίνα ήταν περίπου 213 δισ. ευρώ, ενώ οι εισαγωγές από την Κίνα έφταναν τα 519 δισ., ένα έλλειμμα 300 δισ. στο εμπορικό ισοζύγιο ΕΕ - Κίνας.

Η Κίνα κατηγορείται από την ΕΕ για αθέμιτο ανταγωνισμό, ενώ βασικοί κλάδοι της γερμανικής οικονομίας, όπως η αυτοκινητοβιομηχανία και τα χημικά, πιέζονται από τον κινεζικό ανταγωνισμό, ειδικά στην ηλεκτροκίνηση, όπου το Πεκίνο έχει δημιουργήσει σημαντικό πλεονέκτημα.

Η «μείωση του ρίσκου» περνάει σε δεύτερο πλάνο...

Η γερμανική κυβέρνηση στα λόγια επιμένει στη «μείωση του ρίσκου» σε ό,τι αφορά στη μεγάλη έκθεση της γερμανικής οικονομίας στην Κίνα, που είναι επίσημη πολιτική της ΕΕ και την είχε υιοθετήσει η προηγούμενη κυβέρνηση, όμως για πολλές εταιρείες η Κίνα παραμένει μια βασική αγορά ανάπτυξης.

Την ίδια ώρα το Πεκίνο παίζει συστηματικά και το χαρτί των κρίσιμων, «σπάνιων γαιών», απειλώντας με μείωση ή διακοπή των εξαγωγών, από τις οποίες εξαρτώνται πολλές ευρωπαϊκές επιχειρήσεις.

Με 5.200 γερμανικές επιχειρήσεις, η Κίνα είναι μία από τις σημαντικότερες αγορές για το γερμανικό κεφάλαιο, κυρίως στους κλάδους της αυτοκινητοβιομηχανίας, της μηχανολογίας και της ηλεκτρολογίας.

Σύμφωνα με το Ινστιτούτο Γερμανικής Οικονομίας (IW) στην Κολονία, οι άμεσες επενδύσεις γερμανικών εταιρειών στην Κίνα την προηγούμενη χρονιά ήταν πάνω από 7 δισ. ευρώ - ρεκόρ τετραετίας και περίπου 55% περισσότερο από ό,τι τα δυο προηγούμενα χρόνια.

Η ημερήσια διάταξη των επαφών του Μερτς δεν επικεντρώνεται όμως μόνο στο εμπόριο, αλλά και στις αλυσίδες εφοδιασμού, τις βασικές τεχνολογίες και την πρόσβαση σε πρώτες ύλες.

«Είμαστε στενά συνδεδεμένοι. Αυτό παρουσιάζει τόσο ευκαιρίες, όσο και κινδύνους. Θέλουμε να αποφύγουμε αυτούς τους κινδύνους προς όφελος και των δύο πλευρών, π.χ. στις αλυσίδες εφοδιασμού, τις πρώτες ύλες και ορισμένες βασικές βιομηχανίες», είπε ο καγκελάριος, προσθέτοντας ότι γίνονται «βαθιές συζητήσεις» για άλλα θέματα, όπως η ενεργειακή μετάβαση.

Στη συνάντησή του με τον Κινέζο πρωθυπουργό Λι Τσιανγκ, ο Μερτς τόνισε πάντως την ανάγκη για βαθύτερη συνεργασία. «Εχουμε πολύ συγκεκριμένες ανησυχίες σχετικά με τη συνεργασία μας, την οποία θέλουμε να βελτιώσουμε και να κάνουμε πιο δίκαιη», δήλωσε ο Μερτς. Πρόσθεσε πάντως με έμφαση ότι είναι απαραίτητο να μειωθούν οι μονομερείς εξαρτήσεις από την Κίνα, αλλά όχι να διακοπούν οι επαφές.

Μάλιστα ο Κινέζος πρωθυπουργός κάλεσε Κίνα και Γερμανία, «δύο από τις μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου και σημαντικές χώρες με μεγάλη επιρροή», να συνεργαστούν για το «ελεύθερο εμπόριο» - μια μπηχτή στους αμερικανικούς δασμούς - αλλά και την «πολυμέρεια» και την «παγκόσμια διακυβέρνηση». Πρόκειται για μια νύξη για συνεννόηση ακόμη και σε θέματα εξωτερικής πολιτικής.

«Η φωνή της Κίνας ακούγεται σε όλο τον κόσμο»

Ο ίδιος ο Μερτς φρόντισε να σημειώσει με έμφαση ότι «οι εξωτερικές, οικονομικές, εγχώριες και αμυντικές πολιτικές δεν μπορούν πλέον να διαχωριστούν».

«Η Κίνα έχει ανέλθει στις τάξεις των μεγάλων δυνάμεων. Αυτή η άνοδος έχει κερδηθεί με κόπο και έχει επιτευχθεί συστηματικά από την Κίνα, απαιτώντας στρατηγική υπομονή και μεγάλη διορατικότητα. Αυτό αλλάζει επίσης τη σχέση μας με την Κίνα. Η φωνή της Κίνας ακούγεται σε όλο τον κόσμο. Οι αποφάσεις της έχουν βαρύτητα», είπε ο Γερμανός καγκελάριος, προσθέτοντας ότι ζήτησε από το Πεκίνο να ασκήσει επιρροή για να τερματίσει τον «επιθετικό πόλεμο της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας».

Ο ίδιος χαιρέτισε «τη δέσμευση της Κίνας για ειρήνη στην περιοχή που άκουσα σήμερα. Ελπίζω ότι θα μπορέσουμε να συνεχίσουμε να συνεργαζόμαστε σε αυτή τη βάση».

Εξάλλου, ζήτησε «πρακτική βοήθεια» από την Κίνα, για να διασφαλιστεί, για παράδειγμα, ότι η Ρωσία δεν θα προμηθεύεται προϊόντα διπλής χρήσης που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει στην κατασκευή εξοπλισμών.

Οι δυο ηγέτες μίλησαν και για την κατάσταση στον Ινδο-Ειρηνικό. «Η Γερμανία και η ΕΕ έχουν συμφέροντα για την ασφάλεια και τη σταθερότητα, για παράδειγμα στο Στενό της Ταϊβάν και σε ολόκληρη την περιοχή του Ινδο-Ειρηνικού. Μια κλιμάκωση εκεί θα ήταν επίσης επικίνδυνη για εμάς. Θα είχε εκτεταμένες συνέπειες, που θα εκτείνονταν πολύ πέρα από την περιοχή, και θα επηρέαζε και την Ευρώπη», ανέφερε.

«Η πολιτική της Γερμανίας για Μια Ενιαία Κίνα παραμένει αμετάβλητη, αλλά οποιαδήποτε προσπάθεια για επανένωση ή ενοποίηση μεταξύ Κίνας και Ταϊβάν μπορεί να επιτευχθεί μόνο ειρηνικά και όχι με στρατιωτικά μέσα», είπε ο καγκελάριος, τονίζοντας παράλληλα ότι για τα μεγάλα γεωπολιτικά ζητήματα η Κίνα και η Γερμανία «έχουν πολλά να συζητήσουν».

Ο Μερτς τόνισε επίσης την ανάγκη για στενή συνεργασία με την Κίνα σε ευρωπαϊκό επίπεδο. «Μοιραζόμαστε την ευθύνη στον κόσμο και θα πρέπει να ανταποκριθούμε σε αυτήν την ευθύνη από κοινού». Για να επιτευχθεί αυτό, είναι απαραίτητα «ανοιχτά κανάλια επικοινωνίας», είπε ο Μερτς, ανακοινώνοντας μάλιστα επισκέψεις αρμόδιων υπουργών τους επόμενους μήνες.


Ε. Μ.