ΒΕΝΕΖΟΥΕΛΑ
Μπαράζ επαφών και σφιχτός εναγκαλισμός της σοσιαλδημοκρατικής κυβέρνησης με τις ΗΠΑ

Φιλόδοξα «επενδυτικά» σχέδια των ΗΠΑ αλλά και αβεβαιότητες για τις ενεργειακές μπίζνες

Παρασκευή 20 Φλεβάρη 2026

Με όλη την ηγετική ομάδα της σοσιαλδημοκρατικής κυβέρνησης συναντήθηκε στο Καράκας ο επικεφαλής της SOUTHCOM, σε «άλλη μία ιστορική μέρα»
Σε άλλο ένα επεισόδιο που αποτυπώνει τον σφιχτό εναγκαλισμό της σοσιαλδημοκρατικής κυβέρνησης της Βενεζουέλας με τις ΗΠΑ, ο επικεφαλής της Νότιας Διοίκησης των αμερικανικών Ενόπλων Δυνάμεων (SOUTHCOM), στρατηγός Φρ. Ντόνοβαν, έφτασε προχθές στο Καράκας, με την ίδια τη SOUTHCOM να ανακοινώνει μάλιστα ότι είχε «παραγωγικές συναντήσεις με τις προσωρινές αρχές της Βενεζουέλας».

Η δε αμερικανική πρεσβεία τόνισε ότι οι επαφές του Αμερικανού στρατηγού στο Καράκας αφορούσαν την «προώθηση του στόχου για μια Βενεζουέλα ευθυγραμμισμένη με τις ΗΠΑ».

Ο Φρ. Ντόνοβαν, ο διορισμός του οποίου στη θέση του επικεφαλής της SOUTHCOM επικυρώθηκε από την αμερικανική Γερουσία μόλις τρεις μέρες πριν από την ιμπεριαλιστική επέμβαση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα στις 3 Γενάρη και την απαγωγή του επικεφαλής της κυβέρνησης Ν. Μαδούρο, συναντήθηκε στο Καράκας με την προσωρινή Πρόεδρο Ντέλσι Ροδρίγκες, τον υπουργό Αμυνας Βλ. Π. Λόπες και τον υπουργό Εσωτερικών και Δικαιοσύνης Ντ. Καμπέγιο, με όλη δηλαδή την ηγετική ομάδα της σοσιαλδημοκρατικής κυβέρνησης.

Σε ανάρτηση της SOUTHCOM αναφέρεται ότι ο επικεφαλής της επικεντρώθηκε «στο περιβάλλον ασφαλείας και τα βήματα για να διασφαλιστεί η εφαρμογή του σχεδίου τριών φάσεων του Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ - ιδιαίτερα στη σταθεροποίηση της Βενεζουέλας - και στη σημασία της κοινής ασφάλειας σε όλο το δυτικό ημισφαίριο».

Υπενθύμισε ότι η προώθηση της «Στρατηγικής Εθνικής Ασφάλειας» των ΗΠΑ επιβάλλει τη συνεργασία «με χώρες εταίρους για την οικοδόμηση ενός ασφαλούς και ευημερούντος μέλλοντος για το δυτικό ημισφαίριο».

Η δε Αμερικανίδα πρέσβης, Λόρα Ντόγκου, έκανε λόγο για «άλλη μια ιστορική μέρα», προσθέτοντας και αυτή ότι οι συναντήσεις που πραγματοποίησε μαζί με τον επικεφαλής της SOUTHCOM είχαν στόχο «να αξιολογηθεί το ζήτημα της ασφάλειας, να διασφαλιστεί η εφαρμογή του σχεδίου τριών φάσεων του Αμερικανού Προέδρου και να προωθηθεί ο στόχος μιας Βενεζουέλας ευθυγραμμισμένης με τις ΗΠΑ».

«Κινητήρια δύναμη» η «ενεργειακή ατζέντα»

Μόλις μια βδομάδα πριν, στις 11 Φλεβάρη, στο Καράκας είχε προσγειωθεί και ο Κρις Ράιτ, στην πρώτη επίσκεψη Αμερικανού υπουργού Ενέργειας στη χώρα από το 2001, εκτιμώντας ότι «βρισκόμαστε σε ένα σημαντικό "κατώφλι", ένα σημείο καμπής στην ιστορία» για την «τροχιά αυτού του έθνους».

Στην κοινή συνέντευξη Τύπου που είχε δώσει τότε με την προσωρινή Πρόεδρο, Ντ. Ροντρίγκες, ο Ράιτ επέλεξε να τονίσει πόσο «ουσιαστικό» ρόλο μπορεί να αναλάβει ο «αμερικανικός ιδιωτικός τομέας» για την «απελευθέρωση των τεράστιων δυνατοτήτων της Βενεζουέλας».

Η δε Ροντρίγκες ανακοίνωσε ότι οι δύο πλευρές προχωρούν σε μια «μακροπρόθεσμη παραγωγική εταιρική σχέση», της οποίας μάλιστα «κινητήρια δύναμη» αποτελεί μια «ενεργειακή ατζέντα», ξεκαθαρίζοντας ότι «αυτό το πρώτο ταξίδι θα ανοίξει τον δρόμο για πολλά άλλα ταξίδια».

Στις διήμερες επαφές του, ο Ράιτ δεν περιορίστηκε σε σαλόνια. «Επιθεώρησε» ο ίδιος υποδομές σε κρίσιμες περιοχές, όπως η «Ζώνη του Ορινόκο», μία από τις πιο πλούσιες ενεργειακά περιοχές της Βενεζουέλας - η οποία ως χώρα συνολικά κατατάσσεται πρώτη παγκοσμίως σε αποθέματα πετρελαίου.

Ο Ράιτ βρέθηκε σε εργοστάσιο της κοινοπραξίας «Petropiar», της οποίας ιδιοκτήτες είναι ο αμερικανικός κολοσσός «Chevron» και η κρατική βενεζουελάνικη εταιρεία PDVSA.

Εκεί αναφέρθηκε γενικόλογα σε επένδυση άνω των 100 εκατ. δολαρίων που σχεδιάζεται (όπως είχε κάνει και ο Αμερικανός Πρόεδρος, Ντ. Τραμπ, σε σύσκεψη με επενδυτές στις 9/1 για τη Βενεζουέλα, στον Λευκό Οίκο), με στόχο «να διπλασιαστεί η παραγωγή σε αυτό το συγκεκριμένο πεδίο τους επόμενους 12 έως 18 μήνες και πιθανώς να πενταπλασιαστεί τα επόμενα πέντε χρόνια».

Μαγνήτης η «Ζώνη του Ορινόκο»

Η «"Chevron" είναι η μοναδική αμερικανική εταιρεία που συνέχιζε να δραστηριοποιείται στη λατινοαμερικανική χώρα, ακόμα και μετά τις αμερικανικές κυρώσεις που επιβλήθηκαν το 2019.

Ωστόσο, παρά τα συγκριτικά πλεονεκτήματα που της διασφάλισε η παρουσία στη χώρα, δεν λείπουν δισταγμοί για την απόδοση που θα έχει η επέκταση των επενδύσεών της στη Βενεζουέλα.

Πρόσφατα, η «Wall Street Journal», επικαλούμενη ανώνυμες δηλώσεις στελεχών της εταιρείας, μετέδωσε ότι οι απαιτήσεις της, για να ξεκινήσει μεγάλης κλίμακας έργα στη Βενεζουέλα είναι μικρότερες σε σχέση με εκείνες που θέτουν εταιρείες, οι οποίες δεν δραστηριοποιούνται στη χώρα, αλλά την παρούσα περίοδο εκτιμάται ότι «το ρίσκο για τους μετόχους είναι μεγάλο και υπάρχουν αλλού πιο ελκυστικές επιλογές γεωτρήσεων».

Ταυτόχρονα, οι ίδιες πηγές ανέφεραν ότι «είμαστε έτοιμοι να βοηθήσουμε στη διαμόρφωση ενός καλύτερου μέλλοντος» για τη Βενεζουέλα, «ενισχύοντας παράλληλα την αμερικανική ενέργεια και την ασφάλεια της περιοχής».

Η εφημερίδα παρέθετε ακόμα εκτιμήσεις του Αμος Χοκστάιν, στελέχους του τμήματος Ενέργειας του Στέιτ Ντιπάρτμεντ επί Τζο Μπάιντεν - σήμερα διευθυντικού στελέχους της επενδυτικής εταιρείας «TWG Global» - ότι «δεν μπορείς να επενδύεις δισεκατομμύρια δολάρια σε πετρέλαιο με τιμή κάτω από τα 40 δολάρια. Αυτό δεν συμβαίνει πουθενά στον κόσμο».

Σημειωτέον ότι, μελέτη του Κέντρου για την Παγκόσμια Ενεργειακή Πολιτική του Πανεπιστημίου Κολούμπια καταγράφει ότι σήμερα η αμερικανική «Chevron» αντιπροσωπεύει πάνω από το 25% της παραγωγής πετρελαίου στη Βενεζουέλα, ενώ κινεζικές εταιρείες περίπου ένα 10%.

Για την παρουσία κινεζικών ομίλων στη χώρα, αναφέρουμε ενδεικτικά:

Η CNPC (Εθνική Εταιρεία Πετρελαίου της Κίνας) εξακολουθεί να παράγει αργό μέσα από την κοινοπραξία «Sinovensa» (όπου συμμετέχει επίσης η PDVSA). Σύμφωνα με την «Morgan Stanley», η «Sinovensa» ελέγχει 1,6 δισ. βαρέλια αποθεμάτων πετρελαίου.

Ο Ομιλος «Sinopec» φέρεται να είναι εταίρος επίσης σε κοινοπραξία που ελέγχει 2,8 δισ. βαρέλια.

Ακόμα, ο κινεζικός ιδιωτικός όμιλος «Concord Resources» φέρεται πέρυσι να σχεδίαζε επένδυση άνω του 1 δισ. δολαρίων σε δύο κοιτάσματα πετρελαίου για την παραγωγή 60.000 bpd (βαρελιών τη μέρα) μέχρι το τέλος του 2026.

Σύμφωνα με έκθεση της S&P, η ιδιωτική εταιρεία «Kerui Petroleum» το 2024 έκλεισε σύμβαση παραγωγής πετρελαίου με την PDVSA. Επίσης το 2024, σύμβαση για παραγωγή πετρελαίου με την PDVSA έκλεισε και ο ιδιωτικός κινεζικός όμιλος «Anhui Erhuan Petroleum».

Δισταγμοί για «μεγάλο ρίσκο»

Στη σύσκεψη που έγινε στις 9 Γενάρη στον Λευκό Οίκο, ο αντιπρόεδρος της «Chevron», Μαρκ Νέλσον, είχε ισχυριστεί ότι η εταιρεία μπορεί να διπλασιάσει την παραγωγή της στη χώρα, που σήμερα εκτιμάται ότι αντλεί περίπου 240.000 - 300.000 βαρέλια πετρελαίου τη μέρα.

Ωστόσο, «πριν προχωρήσουν σε μεγάλες επενδύσεις στη Βενεζουέλα, τα στελέχη των πετρελαϊκών εταιρειών θέλουν να εξασφαλίσουν από την αμερικανική κυβέρνηση οικονομικές και ασφαλιστικές εγγυήσεις, αλλαγές στο νομικό και φορολογικό πλαίσιο σχετικά με τα πετρελαϊκά συμβόλαια, σεβασμό στην ακεραιότητα των συμβάσεων και στην επικράτηση του κράτους δικαίου», όπως τόνιζε σε σχετικό της ρεπορτάζ η «Wall Street Journal», αναφερόμενη σε μεταρρυθμίσεις που θα διευκολύνουν περαιτέρω την τεράστια κερδοφορία για τους αμερικανικούς ενεργειακούς κολοσσούς.

Δεν ήταν τυχαία η επιφύλαξη που ανοιχτά διατύπωσε στη σύσκεψη ο διευθύνων σύμβουλος της «Exxon Mobil», Ντάρεν Γουντς, χαρακτηρίζοντας τη Βενεζουέλα «μη ελκυστική» για επενδύσεις - αν και ανήγγειλε αποστολή εμπειρογνωμόνων που θα αξιολογούσαν από κοντά την κατάσταση.

Η «Wall Street Journal» επικαλέστηκε εκτιμήσεις αναλυτών, σύμφωνα με τις οποίες, μαζί με εταιρείες παροχής υπηρεσιών στον τομέα του πετρελαίου, όπως η «Halliburton» και η SLB, η «Chevron» θα μπορούσε μέσα σε μια διετία να αυξήσει την παραγωγή πετρελαίου στη Βενεζουέλα μέχρι και κατά 500.000 βαρέλια τη μέρα, αλλά χρειάζεται να προηγηθούν επισκευές αγωγών και μιας σειράς άλλων υποδομών, όπως και να εξεταστούν (κάτι που θα χρειαστεί τουλάχιστον πέντε χρόνια) νέα σχέδια ερευνών σε «οικόπεδα» όπου σήμερα η «Chevron» διαθέτει δικαιώματα αλλά δεν είναι «ενεργά».

Στελέχη της νομικής εταιρείας «Baker Botts» στη «Wall Street Journal», εξηγούν ότι το θέμα είναι «με απλά λόγια, πώς η κυβέρνηση των ΗΠΑ μειώνει τον (επενδυτικό) κίνδυνο. Πώς διασφαλίζει ότι αυτές οι επενδύσεις, σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα, θα είναι πιο αποδοτικές από οποιαδήποτε άλλη επένδυση...» - καθώς τα μονοπώλια κυνηγούν τη μέγιστη κερδοφορία...


Α. Μ.