Για αυτή τη Μάχη έδωσε τη ζωή του ο Δικός μας Παππούς Ρουσσόπουλος Κώστας, από το Ροδολίβος Σερρών.
Οι Παππούς Κώτσος, τσαγκάρης στο επάγγελμα, χρόνια καταδιωγμένος, Αναφιώτης, Ακροναυπλιώτης, Μαχητής της ζωής και της αλλαγής, από τις διηγήσεις των γονιών μας. Εγινε το πρότυπο στην οικογένειά μας, που γέννησε νέους κομμουνιστές.
Τιμή και δόξα σε όλους τους αλύγιστους της ταξικής πάλης! Τιμή και δόξα στους 200 εκτελεσμένους Κομμουνιστές της Καισαριανής, την 1η Μάη του 44».
«Σαν απόγονοι, συμφωνούμε και δίνουμε το ελεύθερο στο κόμμα μας, στο ηρωικό ΚΚΕ, να δώσει τη μάχη, ώστε αυτά τα ανατριχιαστικά ντοκουμέντα να γυρίσουν στα χέρια των οικογενειών των αγωνιστών, να γυρίσουν οι τελευταίες στιγμές των ανθρώπων μας στα χέρια του Κόμματος, και των Μαρτυρικών Δήμων Καισαριανής και Χαϊδαρίου.
Να γίνουν απόκτημα όλης της τάξης μας ανοιχτά, προσιτά στον λαό και τη νεολαία.
Τα ανίψια, τα εγγόνια και δισέγγονα.
Νανούση Σοφία, Ρουσσόπουλος Γιάννης, Ρουσσόπουλου Αρτεμις, Γκουτζιά Κυριακή, Σάκης Νανούσης, Ελένη Κασαστογιάννη, Αγγελος Κασαστογιάννης, Κλεοπάτρα Κασαστογιάννη, Ζιώγας Δημήτρης».
«Στη Γάνδη του Βελγίου εκεί όπου πρόσφατα βρέθηκαν τα ντοκουμέντα και οι φωτογραφίες από την εκτέλεση των 200 κομμουνιστών στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, είχε σπουδάσει ο θείος μου Στέφανος Φουντής (3/7/1908-1/5/1944) μηχανολόγος-ηλεκτρολόγος, ένας από εκείνους τους 200 που εκτελέστηκαν την Πρωτομαγιά του 1944.
Η ίδια πόλη που σήμερα φέρνει στο φως τις εικόνες της θυσίας τους, υπήρξε για εκείνον τόπος γνώσης και νεανικών ονείρων, και όμως η πορεία του δεν έμελλε να οριστεί από τις σπουδές του, αλλά από τη στάση του απέναντι στην Ιστορία.
Ο Στέφανος Φουντής γεννημένος στον Μανταμάδο της Λέσβου δεν ήταν απλώς ένα όνομα σε μια λίστα. Ηταν ένας άνθρωπος με όνειρα, με σχέδια, με ζωή μπροστά του, όπως και οι υπόλοιποι 199.
Ηταν άνθρωποι που άφησαν πίσω τους οικογένειες, γονείς, αδέλφια, φίλους. Ανθρωποι που γνώριζαν τι τους περίμενε, αλλά δεν λύγισαν. Υπερασπίστηκαν ιδανικά, αξίες και την ελπίδα μιας ελεύθερης πατρίδας με το ίδιο τους το αίμα.
Πήγαν στο εκτελεστικό απόσπασμα τραγουδώντας με ψηλά το κεφάλι και υψωμένες γροθιές, με αξιοπρέπεια, με πίστη, με μια δύναμη που μόνο η βαθιά συνείδηση του δικαίου μπορεί να δώσει. Δεν ικέτευσαν, δεν φοβήθηκαν, δεν πρόδωσαν.
Για εμάς δεν είναι απλώς μια ιστορική αναφορά. Είναι οικογενειακή μνήμη. Είναι ένα κομμάτι της ταυτότητάς μας. Κάθε φορά που το όνομά του προφέρεται, δεν ανακαλούμε μόνο τον θάνατό του, ανακαλούμε το θάρρος του, και μαζί του το θάρρος όλων εκείνων που στάθηκαν δίπλα του.
Μόνο συγκίνηση και υπερηφάνεια μπορεί να νιώσει κανείς. Συγκίνηση για τη θυσία, υπερηφάνεια για το ανάστημα και μια βαθιά αδιαπραγμάτευτη υποχρέωση: Να μην λησμονηθούν ποτέ.
Επιθυμώ τα αρχεία να αποδοθούν στο Μουσείο ΕΑΜικής Αντίστασης του Δήμου Καισαριανής, στον Δήμο Χαϊδαρίου και στο Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας γιατί έτσι θα αποτελούν κτήμα του ελληνικού λαού.
Στέφανος Φουντής - Αιώνια τιμή.
Στεφανία Στρατιώτου του Κωνσταντίνου και της Ιφιγένειας Φουντή».
«Ονομάζομαι Αθηνά Μ. Ζύμαρη και η μητέρα μου, Αγλαΐα Μαργαρίτα Ζάγκα. Είμαστε οι ανιψιές του εκτελεσθέντα Χρήστου (Τάκη) Ζάγκα.
Ο Χρήστος Ζάγκας γεννήθηκε στην Αρτα και ήταν ο δεύτερος γιος από μια οικογένεια που αριθμούσε έξι παιδιά. Από νεαρή ηλικία, μόλις τελείωσε το Γυμνάσιο εντάχθηκε στον αντιφασιστικό αγώνα και στο Κομμουνιστικό Κόμμα. Συνελήφθη από τη δικτατορία του Μεταξά και παρόλο που αναφέρεται ως κτηματίας, είχε αποποιηθεί λόγω ιδεολογίας την πατρική περιουσία.
Μετά τη φυλάκισή του στην Ακροναυπλία και τη μεταγωγή του στο Στρατόπεδο Χαϊδαρίου κατάφερε να αποδράσει, όπου κατέφυγε στο σπίτι του μεγάλου του αδελφού στην Κυψέλη, επί της οδού Κομανού 2. Με τη βοήθεια της νύφης του Ερμιόνης Ζάγκα θα μετέβαιναν στα Βίλλια Αττικής. Και οι δύο συνελήφθησαν στο πρακτορείο των Λεωφορείων απέναντι από τον ηλεκτρικό σταθμό του Θησείου. Η σύλληψη έγινε από Ελληνες ταγματασφαλίτες, μετά από κατάδοση της φουρνάρισσας της γειτονιάς. Η γιαγιά μου φυλακίσθηκε για αρκετό χρονικό διάστημα και η μητέρα μου ως δίχρονο νήπιο θυμάται ακόμα το επισκεπτήριο.
Ο θείος μου Τάκης μεταφέρθηκε στην οδό Μέρλιν όπου βασανίστηκε και ακολούθως τον πήγαν στο Χαϊδάρι. Κατά την τελευταία μεταγωγή του πριν την εκτέλεση, πρόλαβε να πει στην μικρότερη αδελφή του "Ρηνιώ μάς πάνε για εκτέλεση". Αυτή η φράση ήταν σκυτάλη, η αδελφή του Ειρήνη Τσακίρη συνέχισε τον αντιφασιστικό αγώνα μέχρι και την πτώση της Χούντας.
Κλείνοντας θέλω να επισημάνω τη σπουδαιότητα της ανάκτησης των φωτογραφιών στο Ιστορικό Αρχείο του ΚΚΕ. Η θέση τους είναι δικαιωματικά εκεί, αυτό θα ήθελε ο θείος μου, το ίδιο επιθυμούμε και οι συγγενείς του. Να διαφυλαχθεί η ιστορική μνήμη στον χώρο που αρμόζει η θυσία των εκτελεσθέντων ηρώων».
«Δέος, συγκίνηση, θαυμασμό, περηφάνια και πόσα ακόμα μπορεί να αισθανθεί κανείς, βλέποντας αυτές τις φωτογραφίες με τους συντρόφους μας. Να βαδίζουν περήφανα, στητοί κι αγέρωχοι, στρατευμένοι στον αγώνα για το δίκιο του λαού. Χαμογελώντας, γιατί ήταν ήδη νικητές.
Τι κι αν θυμάμαι σαν παιδί τον ξάδερφό μου, τον Ντίνο [σ.σ. Κωνσταντίνος (Ντίνος) Κλαμπατσέας], τι κι αν βλέπω την όψη του σε 1-2 φωτογραφίες. Τον αναζήτησα, μπας και ήταν κάποιος από αυτούς που με υψωμένο το χέρι χαιρετάει, σαν να δίνει τη σκυτάλη...
Κι ας μην τον είδα, ήταν εκεί! Με όλους εκείνους που νίκησαν τον φόβο και περιφρόνησαν το εκτελεστικό απόσπασμα και τον ίδιο τον θάνατο. (...)
Αυτές οι φωτογραφίες ανήκουν στον ελληνικό λαό και πρέπει να αποδοθούν στο Μουσείο ΕΑΜικής Εθνικής Αντίστασης του Δήμου Καισαριανής, στον Δήμο Χαϊδαρίου και στο ΚΚΕ, του οποίου μέλη και στελέχη ήταν οι 200 της Καισαριανής.
Σύντροφος Αριστοτέλης Καστριτσέας, μαχητής του ΔΣΕ, πρώτος ξάδερφος του Ντίνου Κλαμπατσέα».
* Ο «Ριζοσπάστης» θα συνεχίσει στο αυριανό φύλλο την δημοσίευση επιστολών των συγγενών των εκτελεσμένων