ΓΕΡΜΑΝΙΑ
Οι «χαμένες εργατοώρες» κοστίζουν στην καπιταλιστική ανάπτυξη και στη στρατιωτική προετοιμασία

Η συγκυβέρνηση προωθεί κατάργηση του 8ώρου, απαγόρευση της μερικής απασχόλησης και αυστηροποίηση των αναρρωτικών αδειών

Παρασκευή 6 Φλεβάρη 2026

Από απεργιακή κινητοποίηση στον κλάδο του Μετάλλου
Με τη γερμανική καπιταλιστική οικονομία να υποχωρεί σε σχέση με βασικούς ανταγωνιστές, όπως οι ΗΠΑ και η Κίνα, το γερμανικό κεφάλαιο «δείχνει τα δόντια του».

Οι επιλογές της συγκυβέρνησης Χριστιανικής Ενωσης (CDU/CSU) - Σοσιαλδημοκρατών (SPD), σε λιγότερο από έναν χρόνο που βρίσκεται στην εξουσία, κινούνται σε δύο βασικούς άξονες:

- Επεκτατική δημοσιονομική πολιτική με τεράστιο δανεισμό - μετά και την κατάργηση του «φρένου χρέους» - και μαζικές κρατικές επενδύσεις, επιχορηγήσεις, φοροαπαλλαγές, εγγυήσεις για λογαριασμό των γερμανικών μονοπωλίων. Οι επενδύσεις για διέξοδο σε λιμνάζοντα κεφάλαια σε υποδομές και στη βιομηχανία εντάσσονται σε μεγάλο βαθμό στην πολεμική οικονομία και προετοιμασία για μια ενδεχόμενη γενικευμένη σύγκρουση στην Ευρώπη, καθώς το γερμανικό κεφάλαιο ετοιμάζεται να διεκδικήσει και με τα όπλα «τη θέση του στον κόσμο».

- Σφοδρή αντεργατική επίθεση, με ένταση της εκμετάλλευσης και επέκταση του εργάσιμου χρόνου και του εργάσιμου βίου. Σε μια προσπάθεια να αντιμετωπιστεί η έλλειψη εργατικού δυναμικού ορισμένων ειδικοτήτων και σε συγκεκριμένους κλάδους, καθώς και οι «χαμένες ώρες εργασίας», άρα και υπεραξίας, η συγκυβέρνηση νομοθετεί ή προωθεί μέτρα που εξαναγκάζουν τους εργαζόμενους να δουλεύουν περισσότερο και για ακόμα περισσότερα χρόνια.

«Ο εθνικός μέσος όρος ωρών εργασίας πρέπει να αυξηθεί», δηλώνουν εμφατικά σε κάθε περίσταση ο Γερμανός καγκελάριος αλλά και Σοσιαλδημοκράτες αξιωματούχοι της κυβέρνησης, προκειμένου η ισχυρότερη καπιταλιστική οικονομία της ΕΕ να «επανεκκινήσει».

Ερχεται ασφαλιστικός νόμος - καταπέλτης

Σε αυτήν την κατεύθυνση ψηφίστηκαν ο νόμος για «κίνητρα» παραμονής στην εργασία μετά τη συνταξιοδότηση και ο νόμος για περικοπές στα επιδόματα ανεργίας. Ο δεύτερος ουσιαστικά εξαναγκάζει τους ανέργους να δεχτούν οποιαδήποτε θέση εργασίας, ανεξάρτητα από σπουδές τους και ειδικότητα, μακριά από το σπίτι τους (βλ. και «Ριζοσπάστη» 1/11/2025).

Μάλιστα τα επιδόματα κόβονται σε μια περίοδο που οι άνεργοι στη Γερμανία ξεπερνούν τα 3 εκατ. για πρώτη φορά εδώ και πολλά χρόνια. Τον περασμένο Γενάρη 3,085 εκατ. άνθρωποι ήταν εγγεγραμμένοι ως επίσημα άνεργοι (6,6%).

Αλλωστε ο Γερμανός καγκελάριος ανακοίνωσε τη Δευτέρα μια «θεμελιώδη μεταρρύθμιση» του συνταξιοδοτικού συστήματος, που συζητιέται εδώ και μήνες μέσα στον κυβερνητικό συνασπισμό: «Η υποχρεωτική ασφάλιση συντάξεων θα παραμείνει. Αλλά θα είναι μόνο ένα στοιχείο ενός νέου συνολικού συνταξιοδοτικού συστήματος στο οποίο τα ιδιωτικά και τα επαγγελματικά συνταξιοδοτικά συστήματα θα διαδραματίσουν σημαντικά μεγαλύτερο ρόλο απ' ό,τι πριν». Η παράταση του εργασιακού βίου πέραν της ηλικίας των 67 ετών - πρόσθεσε - πρέπει επίσης να εξεταστεί...

Κατάργηση του 8ώρου για χάρη του Τουρισμού...

Το νέο μέτρο που προωθεί η γερμανική συγκυβέρνηση είναι η κατάργηση του 8ώρου με μεγαλύτερη «ευελιξία» του εργάσιμου χρόνου ως προς τις ανάγκες των επιχειρήσεων, και μάλιστα στο όνομα της ενίσχυσης του Τουρισμού.

Την περασμένη βδομάδα η γερμανική κυβέρνηση «υιοθέτησε» μια εθνική στρατηγική για τον Τουρισμό με στόχο να καταστήσει τη Γερμανία «έναν πιο ελκυστικό ταξιδιωτικό προορισμό» - στην πραγματικότητα να ενισχύσει τις μεγάλες επιχειρήσεις του Τουρισμού και να «τονώσει» τις αντίστοιχες επενδύσεις.

Ετσι, μέσα στο 2026 αναμένεται να αποφασιστεί η «ευελιξία του νόμου για τον χρόνο εργασίας», ώστε να καθοριστεί ένας μέγιστος εβδομαδιαίος χρόνος εργασίας αντί για ημερήσιο, όπως ανακοίνωσε ο Κρ. Πλος, επίτροπος Τουρισμού της κυβέρνησης (τμήμα του υπουργείου Οικονομίας και Ενέργειας).

Επί του παρόντος οι ώρες εργασίας στη Γερμανία περιορίζονται σε 8 την ημέρα, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις είναι δυνατή η παράταση έως και 10 ώρες, εφόσον αυτό αντισταθμιστεί αργότερα.

Το ακανόνιστο ωράριο εργασίας είναι αρκετά συνηθισμένο στις επιχειρήσεις Τουρισμού και Εστίασης. Ετσι, οι εργοδοτικές ενώσεις του κλάδου ζητούν εδώ και καιρό «χαλάρωση» των ισχυόντων νομικών κανονισμών, για να προσαρμοστεί η εργασία πλήρως στις ανάγκες τους.

«Τα σχέδια της ομοσπονδιακής κυβέρνησης ουσιαστικά θα έδιναν στους εργοδότες εν λευκώ ελευθερία βάσει του νόμου να εκμεταλλευτούν στο έπακρο τους εργαζομένους, που ήδη επιβαρύνονται ολοένα και περισσότερο, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η υγεία των εργαζομένων», σχολιάζει το συνδικάτο Ver.di.

Ιδιαίτερα πλήττονται οι εργαζόμενοι που δεν καλύπτονται από Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, οι οποίοι είναι περίπου το 50% του εργατικού δυναμικού της χώρας. Ολοι αυτοί οι εργαζόμενοι είναι ακόμα πιο «ευάλωτοι» σε μεγαλύτερες εργάσιμες ημέρες, λιγότερη ανάπαυση και περισσότερη πίεση.

Οπως τονίζει το Ινστιτούτο Οικονομικών και Κοινωνικών Ερευνών (WSI) του ιδρύματος «Hans Bockler», η κατάργηση του μέγιστου ημερήσιου ωραρίου εργασίας «ανοίγει διάπλατα την πόρτα για απρόβλεπτες ώρες εργασίας και εργάσιμες μέρες άνω των 10 ωρών».

Πρόταση για απαγόρευση της μερικής απασχόλησης

Αφού για δεκαετίες οι μονοπωλιακοί όμιλοι και οι κυβερνήσεις παρουσίαζαν τη μερική απασχόληση ως «δικαίωμα» και «διευκόλυνση» των εργαζομένων, ιδιαίτερα των γυναικών, τώρα η επιχειρηματική πτέρυγα των Χριστιανοδημοκρατών (CDU) προτείνει την απαγόρευση της μερικής απασχόλησης. Στόχος και εδώ είναι να σπρωχτεί περισσότερο εργατικό δυναμικό στην παραγωγή και για περισσότερες ώρες, και να προσαρμοστεί η εργασία περισσότερο στις σημερινές ανάγκες των επιχειρήσεων, που δυσκολεύονται να βρουν εργαζομένους.

Η πρόταση της επιχειρηματικής πτέρυγας της CDU αναμένεται να εγκριθεί στο γενικό συνέδριο των Χριστιανοδημοκρατών, τον επόμενο μήνα, και να προωθηθεί για να γίνει νόμος του κράτους. Οπως τονίζει η επιχειρηματική πτέρυγα, η οικονομία της Γερμανίας «υποφέρει από έλλειψη εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού».

Σύμφωνα με την πρόταση, για να επιτρέπεται σε κάποιον να εργαστεί με ημιαπασχόληση θα πρέπει να του χορηγηθεί ειδική άδεια. Αυτή αναμένεται να δίνεται σε όσους εργαζόμενους αποδείξουν ότι φροντίζουν μικρά παιδιά ή ηλικιωμένους - απαλλάσσοντας το καπιταλιστικό κράτος από αυτές τις δαπάνες - ή ότι συμμετέχουν σε προγράμματα κατάρτισης. Οι υπόλοιποι «δεν θα πρέπει πλέον να επιτρέπεται να διαλέγουν την επιλογή μερικής απασχόλησης», αναφέρει το έγγραφο της πρότασης νόμου, που επικαλείται το περιοδικό «Stern».

«Κανείς δεν θα πρέπει να έχει το ...προνόμιο σε έναν "τρόπο ζωής μερικής απασχόλησης"» (lifestyle part-time work) και «όσοι μπορούν να εργαστούν περισσότερο θα πρέπει να εργάζονται περισσότερο», ξεκαθάρισε η πρόεδρος της επιχειρηματικής πτέρυγας, Γκίτα Κόννεμαν.

Σύμφωνα με το Γερμανικό Ινστιτούτο Ερευνας Απασχόλησης (IAB), το ποσοστό μερικής απασχόλησης στη χώρα αυξήθηκε σε λίγο πάνω από 40% το τρίτο τρίμηνο του 2025, το 76% των οποίων είναι γυναίκες.

Οι προβλέψεις για την ανάπτυξη της γερμανικής οικονομίας το 2026 αναθεωρήθηκαν προς τα κάτω, μεταξύ 0,9% - 1% του ΑΕΠ.

Πέρυσι ο ΟΟΣΑ εκτίμησε ότι η γερμανική οικονομία «υπέστη ζημιές» στον παγκόσμιο ανταγωνισμό, εν μέρει επειδή οι γυναίκες και οι ηλικιωμένοι δεν ενσωματώθηκαν επαρκώς στον χώρο εργασίας.

Μάλιστα, σε απάντηση όλων αυτών των δημοσιευμάτων στα ελληνικά ΜΜΕ και ορισμένων ελληνικών κομμάτων της σοσιαλδημοκρατίας, που επιμένουν να παρουσιάζουν την «τετραήμερη εργασία» περίπου ως μια γενική τάση στην υπόλοιπη Ευρώπη (η οποία, και στις περιπτώσεις που εφαρμόζεται, πάλι ανάγκες των μονοπωλίων έρχεται να καλύψει), ο Γερμανός καγκελάριος απέρριψε οποιαδήποτε τέτοια συζήτηση, δηλώνοντας ρητά ότι «η ευημερία της χώρας δεν θα διατηρηθεί με τετραήμερη εβδομάδα εργασίας και ισορροπία μεταξύ επαγγελματικής και προσωπικής ζωής»...

Στο στόχαστρο και οι αναρρωτικές άδειες

Εξάλλου, προ ημερών ο Μερτς έθεσε στο στόχαστρο και τις αναρρωτικές άδειες των εργαζομένων, κατηγορώντας τους ότι «λουφάρουν».

Επικρίνοντας τη «σχετική ευκολία» με την οποία μπορούν να ληφθούν αναρρωτικές άδειες 1-2 ημερών από τους γενικούς ιατρούς μέσω τηλεφώνου, ουσιαστικά «έδειξε» προς μια γενικότερη αυστηροποίηση και έναν γενικευμένο «κόφτη» στην απουσία από την εργασία λόγω ασθένειας.

Ο Μερτς είπε ότι οι «πολλές» αναρρωτικές άδειες «υπονομεύουν τις προσπάθειες για την επανεκκίνηση της γερμανικής οικονομίας», η οποία ουσιαστικά βρίσκεται σε στασιμότητα ή ύφεση από το 2022.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε ο Γερμανός καγκελάριος, οι εργαζόμενοι στη Γερμανία παίρνουν κατά μέσο όρο 14,5 μέρες ασθένειας ετησίως - «πολύ υψηλό ποσοστό», είπε.

«Αυτό σημαίνει σχεδόν τρεις βδομάδες κατά τις οποίες οι άνθρωποι στη Γερμανία δεν εργάζονται λόγω ασθένειας», είπε. «Είναι όντως σωστό αυτό; Είναι όντως απαραίτητο;».

«Σε σύγκριση με άλλες χώρες, οι άδειες ασθενείας στη Γερμανία είναι υψηλές», δήλωσε και η υπουργός Υγείας, Νίνα Βάρκεν, στην εφημερίδα «Tagesspiegel».

Οι ασφαλιστές δημόσιας υγείας αναφέρουν βέβαια ότι τα δελτία ασθενείας μέσω τηλεφώνου αποτελούν λιγότερο από το 1% του συνόλου. Οι γενικοί ιατροί - διευκρινίζουν - μπορούσαν να εκδίδουν αναρρωτική άδεια τηλεφωνικά μόνο σε ασθενείς που γνωρίζουν και η διάρκεια της άδειας περιοριζόταν σε μάξιμουμ πέντε μέρες.

«Ισούνται με τις στρατιωτικές δαπάνες»...

Το ότι οι άνθρωποι, οι εργαζόμενοι και οι ανάγκες τους, στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής είναι «αριθμοί», κέρδη και περικοπές, είναι φυσικά δεδομένο και γνωστό. Στο πλαίσιο της πολεμικής οικονομίας υπολογίζεται και η εξής διάσταση: Οι χαμένες εργατοώρες πόσο «κοστίζουν» στην πολεμική προετοιμασία του γερμανικού κεφαλαίου;

Μια αξιολόγηση του ποσοστού του εβδομαδιαίου χρόνου εργασίας που «χάνεται λόγω ασθένειας» κατατάσσει τη Γερμανία στο 6,8% - παρόμοιο με το Βέλγιο (6,7%), τη Σουηδία (6,6%) και την Ισλανδία (6,1%) - το 2023. Η Νορβηγία ήταν η πρώτη με 10,7%.

Το οικονομικό ινστιτούτο IW, με έδρα την Κολωνία, υπολόγισε ότι το 2024 οι άδειες ασθενείας κόστισαν στην οικονομία 82 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί σε σχεδόν 1.000 ευρώ ανά άτομο ετησίως και ισούται με τις δαπάνες για τη στρατιωτική προετοιμασία.

Από την πλευρά της η ένωση εργοδοτών, BDA, σημείωσε ότι η Γερμανία είναι πιο «γενναιόδωρη» από σχεδόν οποιαδήποτε άλλη χώρα στην Ευρώπη, με πλήρη μισθό εγγυημένο για 42 ημέρες αναρρωτικής άδειας, μετά τις οποίες τα ασφαλιστικά ταμεία καταβάλλουν το 70% των ακαθάριστων μισθών.


Ε. Μ.