ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΘΑΑΕ 2024
Εργαλείο για την προώθηση της αντιδραστικής πολιτικής της ΕΕ στα πανεπιστήμια
Τετάρτη 21 Γενάρη 2026

Πρόσφατα δημοσιεύτηκε η έκθεση της Εθνικής Αρχής Ανώτατης Εκπαίδευσης (ΕΘΑΑΕ) για το 2024, η οποία επιχειρείται να παρουσιαστεί ως μια ουδέτερη, τεχνοκρατική αρχή που δημοσιεύει μια στενά τεχνικού χαρακτήρα αποτύπωση της κατάστασης των ελληνικών πανεπιστημίων. Ωστόσο, τα διάφορα -κατά βάση - αντικειμενικά στοιχεία εξετάζονται υπό το πρίσμα εναρμόνισης με τη στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ενωσης και των κυβερνήσεων για τα πανεπιστήμια, όπως είναι για παράδειγμα η στρατηγική «Europe 2030», η οποία θέτει προτεραιότητες στην ανταγωνιστικότητα, στην παραγωγή τεχνογνωσίας για τις επιχειρήσεις και στην ενίσχυση της διεθνούς προβολής των ιδρυμάτων. Κατά συνέπεια, και μέσω της έκθεσης επιχειρείται να προαχθούν και να νομιμοποιηθούν πολιτικές επιλογές και προτεραιότητες που εδώ και χρόνια υποβαθμίζουν τη δημόσια Εκπαίδευση: Υποχρηματοδότηση, υποστελέχωση, εμπορευματοποίηση των σπουδών, ενίσχυση της επιχειρηματικής λειτουργίας των ΑΕΙ.

Υποστελέχωση και εντατικοποίηση της εργασίας

Τα βασικά μεγέθη του ακαδημαϊκού χάρτη (2021 - 2024) δείχνουν καθαρά ότι παρά την αύξηση ή σταθεροποίηση φοιτητών και προγραμμάτων σπουδών, το ανθρώπινο δυναμικό των ΑΕΙ παραμένει στάσιμο ή μειούμενο. Το διδακτικό προσωπικό (ΔΕΠ) κινείται γύρω στις 10.000 θέσεις, χωρίς ουσιαστική αύξηση, ενώ το διοικητικό προσωπικό έχει μειωθεί κατά περίπου 10% από το 2021. Η μείωση αυτή είναι ιδιαίτερα προβληματική, καθώς τα πανεπιστήμια καλούνται να διαχειριστούν ολοένα πιο σύνθετες λειτουργίες (αξιολογήσεις, πιστοποιήσεις, διεθνοποίηση, ερευνητικά έργα, προγράμματα μεταπτυχιακών σπουδών, παραρτήματα στο εξωτερικό). Η σταθερή μείωση των ειδικών επιστημονικών κατηγοριών εργαζομένων (ΕΔΙΠ, ΕΕΠ και ΕΤΕΠ) επιτείνει το πρόβλημα, καθώς μεταφέρει διοικητικό και τεχνικό βάρος στα μέλη ΔΕΠ, με άμεσες επιπτώσεις τόσο στην ποιότητα της διδασκαλίας όσο και στην ερευνητική δραστηριότητα.

Αυτά τα κενά εδώ και χρόνια «μπαλώνονται» με χιλιάδες εργαζόμενους που καλύπτουν το διδακτικό έργο στα ΑΕΙ με ελαστικές σχέσεις εργασίας. Οι υποψήφιοι διδάκτορες και μεταδιδάκτορες αποτελούν κρίσιμο κομμάτι της εκπαιδευτικής διαδικασίας, χωρίς μόνιμη και σταθερή εργασία, χωρίς συγκροτημένα εργασιακά και ασφαλιστικά δικαιώματα. Η ΕΘΑΑΕ χρησιμοποιεί δείκτες φοιτητών ανά διδάσκοντα που βασίζονται αποκλειστικά στο μόνιμο προσωπικό, γεγονός που οδηγεί σε παραπλανητικά συμπεράσματα. Τα στοιχεία που παρατίθενται αλλού στην ίδια την έκθεση δείχνουν ότι στην Ελλάδα εργάζονται συνολικά περίπου 20.240 άτομα σε διδακτικό έργο, εκ των οποίων μόνο 13.451 έχουν μόνιμη σχέση εργασίας. Οι υπόλοιποι καλύπτουν ανάγκες μέσω συμβάσεων, υποτροφιών ή άτυπων μορφών εργασίας (υποψήφιοι διδάκτορες, μεταδιδάκτορες), χωρίς να αναγνωρίζεται θεσμικά ο ρόλος τους στη διδασκαλία.

Η αναλογία ΔΕΠ προς υποψήφιους διδάκτορες (Υ/Δ) είναι αποκαλυπτική για το βάθος της υποστελέχωσης. Στο ΕΜΠ ένας διδάσκων αντιστοιχεί σε 7,6 Υ/Δ, γεγονός που καταδεικνύει τόσο την ένταση του ερευνητικού έργου όσο και τη μετατόπιση πόρων από τη βασική εκπαιδευτική λειτουργία. Αντίστοιχα προβλήματα καταγράφονται στο ΑΠΘ και στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Η λεγόμενη «ερευνητική αριστεία» στηρίζεται στη φθηνή και επισφαλή εργασία νέων επιστημόνων, ενώ η εκπαιδευτική διαδικασία πλήττεται σοβαρά. Ταυτόχρονα, η πολιτική αυτή δημιουργεί «σκάλα ανέλιξης» μόνο για όσους μπορούν να ανταποκριθούν σε συνθήκες εντατικοποίησης, ενώ η πλειοψηφία των νέων επιστημόνων βρίσκεται σε μόνιμη ανασφάλεια.

Πρόκειται για συνέπεια της διαχρονικής πολιτικής ΕΕ - κυβερνήσεων, μείωσης της μόνιμης απασχόλησης, στο πλαίσιο της «ευέλικτης» αγοράς εργασίας.

Χρηματοδότηση: Λιγότερα για τις ανάγκες, περισσότερα για επιχειρηματική λειτουργία και δράση

Η έκθεση μιλά για αύξηση της δημόσιας χρηματοδότησης κατά 13%. Πρόκειται για παραπλανητική εικόνα. Η τακτική κρατική επιχορήγηση παραμένει εξαιρετικά χαμηλή και δεν καλύπτει ούτε τον πληθωρισμό.

Ως «δημόσια χρηματοδότηση» εμφανίζονται πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης, του ΠΔΕ και δράσεις ΣΔΙΤ, που δεν καλύπτουν τις βασικές λειτουργικές ανάγκες των ΑΕΙ, αλλά κατευθύνονται σε έργα με επιχειρηματικό προσανατολισμό. Την ίδια στιγμή, η ιδιωτική χρηματοδότηση ξεπερνά το ένα τρίτο του συνόλου, επιβεβαιώνοντας την επιχειρηματική λειτουργία και δράση του δημόσιου πανεπιστημίου, που περιλαμβάνει και το εμπόριο μεταπτυχιακών και πιστοποιήσεων με επιβολή διδάκτρων, την εξάρτηση από εταιρείες.

Φοιτητές: «Μη ενεργοί» λόγω κόστους ζωής και σπουδών

Καταγράφεται η διάκριση μεταξύ συνολικού αριθμού εγγεγραμμένων και ενεργών φοιτητών. Ενώ οι εγγεγραμμένοι φοιτητές παραμένουν περίπου σταθεροί (702.497 το 2024), οι ενεργοί φοιτητές μειώνονται αρκετά: Από 389.688 το 2021 σε 350.739 το 2024, και ως αποτέλεσμα διαφόρων «κοφτών» που έχουν επιβληθεί προς την Τριτοβάθμια Εκπαίδευση.

Η έκθεση επαναφέρει ως πρόβλημα το φαινόμενο της παράτασης των σπουδών, και αναγκάζεται να το συνδέσει και με τις πραγματικές αιτίες που επιδρούν: Το κόστος σπουδών, την εργασία κατά τη διάρκεια των σπουδών, την ανεπάρκεια φοιτητικής μέριμνας και στέγασης, ιδιαίτερα στα περιφερειακά πανεπιστήμια.

Η επίκληση του αριθμού εισακτέων ή επιτυχόντων ανά ΑΕΙ αποκρύπτει το γεγονός ότι μεγάλος αριθμός φοιτητών δεν ζει στον τόπο σπουδών του και δεν μπορεί να παρακολουθήσει συστηματικά. Το πρόβλημα μετατίθεται χρονικά και εμφανίζεται αργότερα ως «λιμνάζων» φοιτητικός πληθυσμός, τον οποίο η έκθεση αντιμετωπίζει ως στατιστική στρέβλωση και όχι ως κοινωνικό και εκπαιδευτικό φαινόμενο.

Δύο δρόμοι για το πανεπιστήμιο

Ολοι οι δείκτες και όλα τα στατιστικά στοιχεία τους επιβεβαιώνουν ότι οι ανάγκες των φοιτητών να σπουδάσουν ολοκληρωμένα και των αποφοίτων να εργαστούν στο αντικείμενό τους, προσφέροντας στην κοινωνία, δεν μπορούν να βρουν διέξοδο στις «απαντήσεις» που δίνουν ΕΕ - κυβερνήσεις - κόμματα του συστήματος, που χειροτερεύουν την κατάσταση.

Απέναντι σε αυτήν τη στρατηγική, το ΚΚΕ προβάλλει έναν διαφορετικό δρόμο: Ενιαία Ανώτατη Εκπαίδευση, αποκλειστικά δημόσια και δωρεάν, με επαρκή κρατική χρηματοδότηση, μαζικές προσλήψεις μόνιμου προσωπικού, κατάργηση διδάκτρων και επιχειρηματικής δράσης. Πανεπιστήμιο που υπηρετεί τις μορφωτικές ανάγκες του λαού, την ολόπλευρη επιστημονική γνώση και την κοινωνική πρόοδο, και όχι τα κέρδη των επιχειρηματικών ομίλων.

Η αντιπαράθεση είναι καθαρή και αφορά ολόκληρη την κοινωνία. Αφορά το αν η δημόσια Εκπαίδευση θα λειτουργεί για τον λαό ή για τις επιχειρήσεις. Οι εργαζόμενοι και οι φοιτητές έχουν κάθε λόγο να τη διεκδικήσουν οργανωμένα και συλλογικά, απαιτώντας πανεπιστήμιο για όλους τους φοιτητές του και όχι μόνο για όσους μπορούν να τα βγάλουν πέρα οικονομικά, αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας και σπουδών, γνώση που ανήκει στην κοινωνία.