107 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΤΩΝ Κ. ΛΙΜΠΚΝΕΧΤ - Ρ. ΛΟΥΞΕΜΠΟΥΡΓΚ
Συμπεράσματα για τον ρόλο του ΚΚ ως επαναστατικής πρωτοπορίας
Σάββατο 17 Γενάρη 2026 - Κυριακή 18 Γενάρη 2026

Η Ρόζα Λούξεμπουργκ σε ομιλία της
Εκδήλωση - συζήτηση στο Βερολίνο με θέμα «Διδάγματα από την ταξική πάλη στη Γερμανία, 1918 - 1923» πραγματοποίησε η ΚΟ Γερμανίας του ΚΚΕ το Σάββατο 10 Γενάρη.

Η εκδήλωση άνοιξε με ομιλία από τον Γρηγόρη Κλιγκόπουλο, μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ και Γραμματέα της ΚΟ Γερμανίας, ενώ την κεντρική ομιλία έκανε ο Κωστής Μπορμπότης, μέλος της Ιδεολογικής Επιτροπής της ΚΕ του ΚΚΕ. Τόνισε ότι μέσα από τα ιστορικά γεγονότα αυτής της ηρωικής περιόδου βγαίνουν πολύ σημαντικά συμπεράσματα για τον ρόλο και τη δράση των κομμουνιστών, τη διαπάλη με τη σοσιαλδημοκρατία και την επίδραση που ασκούσε αυτή σε τμήματα της εργατικής τάξης, καθώς και για την προσπάθεια διαμόρφωσης στρατηγικής του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος και της Κομμουνιστικής Διεθνούς τα πρώτα χρόνια μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση. Συμπεράσματα που φωτίζουν το κρίσιμο ζήτημα της προετοιμασίας και ετοιμότητας της επαναστατικής πρωτοπορίας, του ΚΚ. Αποσπάσματα από την ομιλία του παρουσιάζει παρακάτω ο «Ριζοσπάστης».

***

Το 1969, 50 ολόκληρα χρόνια μετά τη στυγερή δολοφονία του Καρλ Λίμπκνεχτ και της Ρόζας Λούξεμπουργκ, ένας εκ των οργανωτών της, ο στρατιωτικός Βάλντεμαρ Πάμπστ, έγραφε:

«Ολοι αυτοί οι ηλίθιοι θα έπρεπε να ευχαριστούν τον Νόσκε1 και εμένα γονατιστοί, να μας στήσουν μνημεία και να δώσουν τα ονόματά μας σε δρόμους και πλατείες!

Ο Νόσκε τότε στάθηκε υποδειγματικός, και το κόμμα του (το SPD) συμπεριφέρθηκε άψογα. Το ότι δεν μπορούσα να πραγματοποιήσω την ενέργεια αυτή χωρίς την έγκρισή τους είναι απόλυτα σαφές. Και πολύ λίγοι κατάλαβαν τότε γιατί ποτέ δεν με ανέκριναν ούτε μου απαγγέλθηκαν κατηγορίες.

18 Γενάρη 1919 - Διαμαρτυρία εργατών στο Αμβούργο για τη δολοφονία των Καρλ Λίμπκνεχτ και Ρόζας Λούξεμπουργκ
Ως έντιμος άνθρωπος, ανταπέδωσα τη στάση του SPD κρατώντας το στόμα μου κλειστό επί 50 χρόνια σχετικά με τη συνεργασία μας».2

Ο Παμπστ θα πεθάνει την επόμενη χρονιά, στα 89 του, έχοντας διαγράψει μια πλούσια καριέρα στην υπηρεσία της αντεπανάστασης: Από τα Φράικορπς θα τον βρούμε στη συνέχεια στους κόλπους του ναζισμού, θα τον συναντήσουμε ως διευθυντικό στέλεχος στη γνωστή πολεμική βιομηχανία «Rheinmetall», αργότερα θα αναλάβει τη διεύθυνση ενός εργοστασίου όπλων στην Ελβετία, ενώ θα επιστρέψει ως «έντιμος» πολίτης στη Δ. Γερμανία το 1955.

Και η αφήγησή του αποτελεί μία ακόμη από τις αναρίθμητες αποδείξεις του ξεδιάντροπου ρόλου που έπαιξε τότε η σοσιαλδημοκρατία.

Που επί της ουσίας αποδείχθηκε το ύστατο οχυρό, η δύναμη που συνέβαλε τα μέγιστα στη διάσωση της καπιταλιστικής κυριαρχίας κατά τη διάρκεια της επανάστασης του Νοέμβρη του 1918 στη Γερμανία, στις συνθήκες των οξυμένων ταξικών συγκρούσεων που ακολούθησαν έως το 1923, αλλά και στη συνέχεια.

Αναλαμβάνοντας έναν διπλό ρόλο ενσωμάτωσης και καταστολής που κανείς άλλος δεν μπορούσε να φέρει εις πέρας:

Από τη μία χρησιμοποίησε το κύρος και τους δεσμούς που είχε αναπτύξει με την εργατική τάξη για να τη χειραγωγήσει. Και ταυτόχρονα δεν δίστασε να χρησιμοποιήσει την ωμή βία για να την χτυπήσει.

Η διάβρωση του γερμανικού σοσιαλδημοκρατικού κόμματος από τον κοινοβουλευτισμό και την αστική νομιμότητα

Από τις φετινές εκδηλώσεις στην επέτειο της δολοφονίας Λούξεμπουργκ και Λίμπκνεχτ
Η ντροπιαστική στάση του SPD με το ξέσπασμα του Α' Παγκόσμιου Πολέμου, όπου παρείχε αμέριστη στήριξη στον γερμανικό ιμπεριαλισμό, αποτέλεσε σοβαρό πλήγμα για το διεθνές προλεταριάτο, καθώς ήταν το ισχυρότερο και πιο ιστορικό κόμμα της Β' Διεθνούς.

Δεν ήταν όμως αποτέλεσμα μιας στιγμιαίας υποχώρησης ή παραφωνίας, αλλά φυσική κατάληξη μίας μακράς πορείας διάβρωσης από τον κοινοβουλευτισμό και την αστική νομιμότητα.

Μιας ολόκληρης διαδικασίας που αποτυπώθηκε στους όρους ανάπτυξης και δράσης του Κόμματος τα χρόνια που προηγήθηκαν του πολέμου.

Υπενθυμίζουμε συνοπτικά ότι μιλάμε για μια περίοδο που χαρακτηρίζεται από εξάπλωση και ενίσχυση των καπιταλιστικών σχέσεων στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης, από απουσία μεγάλων συγκρούσεων στο ευρωπαϊκό έδαφος και από μακρόχρονη - για τα δεδομένα της εποχής - συμμετοχή των εργατικών κομμάτων στις νόμιμες κοινοβουλευτικές διαδικασίες.

Είναι η περίοδος της αυγής του μονοπωλιακού καπιταλισμού, όπου παράλληλα η καταλήστευση των αποικιών από τα ισχυρά καπιταλιστικά κράτη διαμορφώνει πρόσθετες δυνατότητες εξαγοράς και ελιγμών, καθώς είναι η εποχή που επεκτείνεται και παίρνει νέα χαρακτηριστικά το στρώμα της λεγόμενης «εργατικής αριστοκρατίας».

«Ωρίμασε ένα ολόκληρο κοινωνικό στρώμα (...) που αναπτύχθηκε σαν ένα σώμα μαζί με την εθνική του αστική τάξη», σημειώνει ο Λένιν, ο οποίος αφιέρωσε μεγάλο κομμάτι του έργου για να αναδείξει το υλικό έδαφος πάνω στο οποίο αναπτυσσόταν ο οπορτουνισμός.3

Από την εκδήλωση στο Βερολίνο
Διαμορφωνόταν έτσι σταδιακά μια κατάσταση στην οποία, ενώ το κόμμα διακήρυσσε τον μαρξισμό, στην πράξη όλο και αυξανόταν το χάσμα ανάμεσα σε αυτό που προβαλλόταν ως «επίσημη» ιδεολογία και στην καθημερινή πολιτική πρακτική, που όλο και πιο ανοιχτά έπαιρνε χαρακτήρα κοινοβουλευτικού μεταρρυθμισμού.

Οπως αναφέρει χαρακτηριστικά ένας ιστορικός: «Παρά τις εντυπωσιακές νίκες που έπαιρνε στα χαρτιά η ριζοσπαστική πτέρυγα του SPD από χρόνο σε χρόνο στα κομματικά συνέδρια, λίγοι ήταν εκείνοι που έβλεπαν την πραγματική μεταβολή της φυσιογνωμίας του και τις υλικές συνθήκες που το διάβρωναν από τα μέσα (...) Είχε μεταμορφωθεί από προλεταριακό κόμμα που διεξάγει επαναστατικό αγώνα ενάντια στο κράτος σε μια μαζική οργάνωση ικανοποιημένη με το να διεξάγει αγώνα για μεταρρυθμίσεις εντός του κράτους. Ηταν ρεφορμιστικό στην ψυχή και τη δράση και επαναστατικό μόνο στα λόγια».4

Οι επαναστατικές δυνάμεις που συσπειρώθηκαν γύρω από την Ρ. Λούξεμπουργκ, τον Κ. Λίμπκνεχτ, τον Φρ. Μέρινγκ, την Κλ. Τσέτκιν και άλλα στελέχη που συγκρότησαν στη συνέχεια τον «Σπάρτακο», αναδείκνυαν ότι όλη αυτή η πορεία οργανωτικής και εκλογικής ισχυροποίησης γινόταν πάνω στο σαθρό έδαφος της ρεφορμιστικής μετάλλαξης.

«Για τέσσερις δεκαετίες είχαμε μόνο κοινοβουλευτικές "νίκες"», λέει η Ρ. Λούξεμπουργκ, «πρακτικά βαδίζαμε από νίκη σε νίκη. Και όταν βρεθήκαμε αντιμέτωποι με τη μεγάλη ιστορική δοκιμασία της 4ης Αυγούστου 1914 (ημερομηνία έναρξης του πολέμου), το αποτέλεσμα ήταν η καταστροφική πολιτική και ηθική ήττα, μια εξοργιστική κατάρρευση και σήψη χωρίς προηγούμενο».5

Ο αναβαθμισμένος ρόλος της γραμμής συμβιβασμού σε συνθήκες ιμπεριαλιστικού πολέμου και πολεμικής οικονομίας

Ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος λειτούργησε ως καταλύτης τόσο για την αποκάλυψη του ρόλου της σοσιαλδημοκρατίας όσο και για τον διαχωρισμό των επαναστατικών δυνάμεων.

Εθεσε το δίλημμα αποφασιστικά. `Η με τον ταξικό συμβιβασμό ή με την επανάσταση.

Το εμβληματικό σύνθημα του Λίμπκνεχτ «ο βασικός εχθρός βρίσκεται στην ίδια μας τη χώρα» αποτέλεσε φάρο για τον ταξικό προσανατολισμό του αγώνα της εργατικής τάξης, για να στρέψει την πάλη της ενάντια στον πραγματικό αντίπαλο, στην προσπάθεια να μετατραπεί ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος από αδελφοκτόνος πόλεμος ανάμεσα στους εργάτες σε πόλεμο ταξικό, σε πάλη για την εργατική εξουσία.

Απέναντι στα γενικόλογα κηρύγματα περί «ειρήνης» οι Σπαρτακιστές εξηγούσαν ότι ο δρόμος για ειρήνη προς όφελος του λαού περνάει αναγκαστικά μέσα από την ταξική πάλη, ότι δεν πρόκειται να χαριστεί στον λαό.

Παλεύω για την ειρήνη δεν σημαίνει ότι έχω την αυταπάτη ότι θα πιέσω τους εκπροσώπους των καπιταλιστών του κράτους μου να κάνουν διαπραγματεύσεις με τους καπιταλιστές του άλλου κράτους.

Δεν σημαίνει ότι υπογράφω τυπικά υπομνήματα προς την κυβέρνηση.

«Παλεύω για την ειρήνη», έγραφε η Λούξεμπουργκ, «δεν σημαίνει να χειροκροτεί κανείς σε συγκεντρώσεις εγκεκριμένες από την αστυνομία και να σηκώνει το χέρι υπέρ ψηφισμάτων, μόνο και μόνο για να επιστρέφει την επόμενη μέρα σιωπηλά με τα ίδια αυτά τα χέρια στην παραγωγή πυρομαχικών (...) υπομένοντας υπομονετικά τη στρατιωτική δικτατορία με άδειο στομάχι.

Ο αγώνας για ειρήνη σημαίνει την αμείλικτη χρήση όλων των όπλων της εργατικής τάξης για να σταματήσει η σφαγή των μαζών, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο μέτωπο».6

Οι Σπαρτακιστές έδωσαν αυτές τις μάχες σε εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες. Πληρώνοντας τη δράση τους με διώξεις και φυλακίσεις.

Ενώ στον αντίποδα, η ηγεσία του SPD απολάμβανε τα προνόμια που προέκυπταν από την προσχώρηση στο δόγμα της ταξικής συνεργασίας (Burgfrieden).

Ο ρόλος της άλλωστε αποδείχθηκε κρίσιμος για την απόσπαση της συναίνεσης της εργατικής τάξης και την πειθάρχησή της, είτε φορούσε τα χακί στον στρατό είτε φορούσε τη φόρμα εργασίας στην παραγωγή της πολεμικής βιομηχανίας.

Η ηγεσία του SPD και του συνδικαλιστικού κινήματος υποστήριξαν όλες τις αντεργατικές ρυθμίσεις, όπως τον «Νόμο για τη Βοηθητική Υπηρεσία προς την Πατρίδα», που όριζε υποχρεωτική εργασία στην πολεμική βιομηχανία και έθετε ουσιαστικά τα συνδικάτα υπό κρατικό έλεγχο.

Ως αναγνώριση του ρόλου τους οι συμβιβασμένοι συνδικαλιστές απαλλάσσονταν από την υποχρεωτική επιστράτευση, ενώ το ίδιο το υπουργείο Πολέμου έστελνε οδηγίες εξηγώντας στους εργοδότες: «Σε πολλές περιπτώσεις είναι επιθυμητή η ανεμπόδιστη διεξαγωγή συγκεντρώσεων, ώστε οι αξιόπιστοι συνδικαλιστές ηγέτες να ακούσουν τα παράπονα των εργατών και να τους κατευνάζουν».7

Ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος ως καταλύτης διαχωρισμού των επαναστατικών δυνάμεων - Η ιστορική στιγμή της συγκρότησης του ΚΚ Γερμανίας

Ολόκληρη αυτή η περίοδος αναδεικνύει την ανάγκη σφοδρής διαπάλης με τον ρεφορμισμό και τον οπορτουνισμό, ο οποίος βλέπουμε ότι σε συνθήκες επαναστατικού αναβρασμού κλιμακώνεται σε ανοιχτά αντεπαναστατική δύναμη.

Αναδεικνύει το κρίσιμο ζήτημα της συγκρότησης της επαναστατικής πρωτοπορίας, του ΚΚ.

Και ενώ στη Γερμανία οι συνεπείς επαναστατικές δυνάμεις από νωρίς έδωσαν τη μάχη ενάντια στην αναθεώρηση του μαρξισμού. Ενώ χωρίς φόβο καταδίκασαν από την πρώτη στιγμή του πολέμου τον σοσιαλσοβινισμό, κάνοντας και τα πρώτα βήματα συγκρότησης της ομάδας «Διεθνής» και στη συνέχεια τον «Σπάρτακο».

Παρακολουθούμε τελικά μια αρκετά αργόσυρτη διαδικασία πολιτικού και οργανωτικού διαχωρισμού από την παλιά σοσιαλδημοκρατία.

Μια διαδικασία που για να ολοκληρωθεί πρέπει να φτάσουμε στον Γενάρη του 1919 με το ιδρυτικό Συνέδριο συγκρότησης του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας (KPD), ενώ βρίσκεται σε εξέλιξη ο επαναστατικός ξεσηκωμός, μέσα στη φωτιά οξυμένων αγώνων.

Από αυτή την άποψη, το γερμανικό προλεταριάτο βρέθηκε σε αυτές τις απαιτητικές μάχες χωρίς ουσιαστικά συγκροτημένη πολιτική πρωτοπορία.

Διατηρώντας για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα την πεποίθηση - που ασφαλώς δεν επιβεβαιώθηκε - ότι θα μπορούσαν να αλλάξουν τους συσχετισμούς μέσα στο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, οι Γερμανοί κομμουνιστές ουσιαστικά πήραν την απόφαση πλήρους οργανωτικού και πολιτικού διαχωρισμού όταν «ο κόμπος είχε φτάσει στο χτένι». Οταν το παλιό τους κόμμα τους χτυπούσε, τους άρπαζε τις εφημερίδες, κατέβαζε στρατό στον δρόμο ενάντια στους απεργούς εργάτες, τους συλλάμβανε.

«Και μήπως δεν ξέρουμε ότι το μεγαλύτερο δυστύχημα για το εργατικό κίνημα της Γερμανίας ήταν ότι δεν πραγματοποίησε τη διάσπαση ακόμη πριν τον πόλεμο;», έλεγε αργότερα ο Λένιν μιλώντας στο 3ο Συνέδριο της ΚΔ.8

Σε κάθε περίπτωση, η ίδρυση του KΚ Γερμανίας αποτέλεσε σημείο καμπής για ολόκληρο το κομμουνιστικό κίνημα, έδειχνε τον δρόμο και σε άλλα ευρωπαϊκά κόμματα, όπου οι επαναστατικές δυνάμεις βρίσκονταν στη διαδικασία διαχωρισμού από την παλιά σοσιαλδημοκρατία.

Ηταν πράξη καθοριστικής σημασίας.

Χωρίς αυτή δεν θα είχαμε στη συνέχεια ούτε τον Κόκκινο Στρατό του Ρουρ, ούτε την αντιφασιστική δράση και την ηρωική δράση του Τέλμαν, ούτε όλη αυτή την πολύτιμη κληρονομιά που μας άφησε η δράση των Γερμανών κομμουνιστών.

Τονίζοντας τη βαρύτητα που είχε συνολικά για το επαναστατικό κίνημα, ο Λένιν έγραφε: «Από τη στιγμή που η "Ενωση Σπάρτακος" με ηγέτες τόσο διάσημους και περίφημους, τόσο πιστούς στην εργατική τάξη όπως οι Λίμπκνεχτ, Λούξεμπουργκ, Τσέτκιν, Μέρινγκ (...), τιτλοφορήθηκε σε "Κομμουνιστικό Κόμμα της Γερμανίας", από τη στιγμή αυτή η ίδρυση της ΙΙΙ Διεθνούς, της Κομμουνιστικής Διεθνούς, πραγματικά προλεταριακής, πραγματικά διεθνιστικής, πραγματικά επαναστατικής, έγινε γεγονός».9

Αστικό κοινοβούλιο ή επαναστατική εξουσία των συμβουλίων;

Η επανάσταση του Νοέμβρη επιβεβαιώνει επίσης την πολύμορφη σύγκρουση ανάμεσα στα όργανα που αναδεικνύει η προλεταριακή πάλη και τους παλιούς κοινοβουλευτικούς θεσμούς.

Τα γερμανικά συμβούλια που αναδείχθηκαν σε συνθήκες επαναστατικού αναβρασμού, όπως και τα ρωσικά σοβιέτ, αποτέλεσαν μαχητικά όργανα του αγώνα του προλεταριάτου, φύτρα μιας νέας εξουσίας.

Η αστική τάξη ανταπάντησε με μια αμφίπλευρη τακτική.

Και προσπάθησε να προσεταιριστεί τα συμβούλια για να τα υπονομεύσει, αλλά και τα πολέμησε ανοιχτά αντιπαραθέτοντας σε αυτά τη βία και τον κοινοβουλευτισμό, βλέποντας έγκαιρα ότι ως αντίβαρο έπρεπε να αντιπαραβάλει τη σύγκληση Συντακτικής Εθνοσυνέλευσης.

Για άλλη μια φορά στη διαδικασία χειραγώγησης των συμβουλίων ο ρόλος της σοσιαλδημοκρατίας ήταν αναντικατάστατος.

Μπήκαν μπροστά για να ελέγξουν τους συσχετισμούς, επικαλέστηκαν ψευδεπίγραφα συνθήματα «ενότητας» για να απομονώσουν τους Σπαρτακιστές και οδήγησαν τελικά τα Συμβούλια να παραδώσουν οικειοθελώς την εξουσία τους στην αστική εθνοσυνέλευση.

Το δίλημμα ήταν ξεκάθαρο, και η αστική τάξη δεν το έκρυψε: «Εξουσία των συμβουλίων ή κοινοβουλευτικοί θεσμοί;». Εξουσία των συμβουλίων σημαίνει να αρχίσει να παίρνει σάρκα και οστά, να μορφοποιείται ο προλεταριακός ξεσηκωμός σε επαναστατικούς θεσμούς που στηρίζονται στη λαϊκή κινητοποίηση, διατηρούν δικά τους ένοπλα σώματα, που παίρνουν στον έλεγχό τους τις παραγωγικές μονάδες. Ολα αυτά δηλαδή που υπονομεύουν τα βάθρα της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας και εξουσίας.

Στη Ρωσία οι μπολσεβίκοι και τα Σοβιέτ συγκρούστηκαν με τους αστούς και τους μενσεβίκους που ζητούσαν τη σύγκληση Συντακτικής Συνέλευσης.

Στην Παρισινή Κομμούνα, η αστική τάξη επιστράτευσε τις εθνικές εκλογές και την Εθνοσυνέλευση ενάντια στα λαϊκά επαναστατικά όργανα εξουσίας, την Κομμούνα και τις επιτροπές στα διαμερίσματα του ξεσηκωμένου Παρισιού.

Η Λούξεμπουργκ εξηγούσε ότι η αστική εθνοσυνέλευση και η εξουσία των συμβουλίων στέκονται ως δύο αντίθετοι πόλοι.

Και ότι όχι τυχαία, όλοι, από τα φιλομοναρχικά και εθνικιστικά κόμματα μέχρι τους σοσιαλδημοκράτες, όλοι συνασπίστηκαν υποστηρίζοντας την εθνοσυνέλευση.

«Αυτοί οι βαθυστόχαστοι μαρξιστές έχουν πραγματικά ξεχάσει την αλφαβήτα του σοσιαλισμού», λέει για τη σοσιαλδημοκρατία. «Εχουν ξεχάσει ότι η αστική τάξη δεν είναι ένα κοινοβουλευτικό κόμμα, αλλά μια τάξη στην εξουσία, μια τάξη που κατέχει όλα τα οικονομικά και πολιτικά μέσα.

Ο εμφύλιος πόλεμος τον οποίο με αγωνία θέλουν να απομακρύνουν από την επανάσταση δεν είναι παρά ένα άλλο όνομα της πάλης των τάξεων και η ιδέα ότι η εγκατάσταση του σοσιαλισμού δίχως την πάλη των τάξεων, με την απόφαση μιας κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας είναι μια γελοία μικροαστική αυταπάτη».10

Σπορά για τις μελλοντικές μας νίκες

Το γερμανικό προλεταριάτο έδωσε έναν ηρωικό αγώνα, αλλά δεν τα κατάφερε.

Η παρακαταθήκη όμως αυτού του αγώνα έμεινε ανεξίτηλα χαραγμένη στην Ιστορία του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος. Και τα διδάγματά του ισχυροποιούν την πάλη μας για τον σοσιαλισμό σήμερα.

Γιατί πριν από μας προηγήθηκαν στρατιές και στρατιές εξεγερμένων, για να μπορούμε να βρισκόμαστε σήμερα εδώ, πατώντας σε ώμους γιγάντων.

Στο τελευταίο του κείμενο, πριν δολοφονηθεί, ο Λίμπκνεχτ έγραφε:

«Οι Γερμανοί προλετάριοι πάλεψαν ηρωικά. Εχυσαν το αίμα τους και το αίμα τους καθαγιάστηκε. Και από κάθε του σταγόνα, από αυτά τα δόντια δράκου που έσπειραν οι σημερινοί νικητές, θα ξεπηδήσουν οι αυριανοί εκδικητές - από τα απομεινάρια των ηττημένων σηκώνονται ήδη οι νέοι μαχητές που παλεύουν για τον μεγάλο μας σκοπό, που είναι ανίκητος!».

Σημειώσεις:

1. Ο Γκ. Νόσκε ήταν ο σοσιαλδημοκράτης υπουργός Στρατιωτικών που ανέλαβε το χτύπημα της επανάστασης.

2. Kl. Gietinger, Der Konterrevolutionar - Waldemar Pabst, Nautilus, Hamburg, 2009, σ. 135.

3. Αναλυτικότερα για τους όρους ανάπτυξης του οπορτουνισμού βλ. χαρακτηριστικά λενινιστικά έργα: «Ο ιμπεριαλισμός και η διάσπαση του σοσιαλισμού», Απαντα, τ. 30 σ. 163-179 και «Ο οπορτουνισμός και η χρεοκοπία της Β' Διεθνούς», Απαντα, τ. 27, σ. 100-130.

4. W. Maehl, «The Triumph of Nationalism in the German Socialist Party», Journal of Modern History, Vol. 24, No1 (Mar 1952), University of Chicago, σ. 15.

5. Για τη μετάφραση, βλ. αφιέρωμα του «Ριζοσπάστη» στα 100 χρόνια από τη δολοφονία της Λούξεμπουργκ, 12-13.1.2019.

6. R. Luxemburg, «Liebknecht», Gesammelte Werke, Bd. 4, Berlin, 2000, σ. 215

7. G. Feldman, Army, Industry and Labor in Germany, 1914-18, Princeton University Press, 1966, σ. 321

8. B. I. Λένιν, «Λόγος πάνω στο ιταλικό ζήτημα», Απαντα, τ. 44, σ. 17.

9. Β. Ι. Λένιν, «Γράμμα προς τους εργάτες της Ευρώπης και της Αμερικής», Απαντα, τ. 37, σ. 454-455.

10. R. Luxemburg, «Die Nationalversammlung», Gesammelte Werke, Bd. 4, Berlin, 2000, σ. 407.