ΣΙΜΟΝ ΜΠΟΛΙΒΑΡ - Ο ΕΛΕΥΘΕΡΩΤΗΣ ΤΗΣ ΛΑΤΙΝΙΚΗΣ ΑΜΕΡΙΚΗΣ
«Το Μανιφέστο της Καρθαγένης»

«Η δική μας διχόνοια και όχι τα ισπανικά όπλα μάς οδήγησε στην υποδούλωση»

Σάββατο 17 Γενάρη 2026 - Κυριακή 18 Γενάρη 2026

Προσωπογραφία του Σιμόν Μπολίβαρ, άγνωστου καλλιτέχνη
ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

Με αφορμή την πρόσφατη «χειρουργική» ιμπεριαλιστική εισβολή της Αμερικής στη Βενεζουέλα, με ορίζοντα το πετρέλαιό της και την αναζήτηση νέων πλουτοπαραγωγικών χώρων στο πλαίσιο του ανταγωνισμού της, κυρίως με την Κίνα, ανοίξαμε τον φάκελο της Ιστορίας και των κινημάτων της Νότιας Αμερικής.

Δεν μπορούσε η αρχή να μη γίνει από τον Πρώτο των Πρώτων, Σιμόν Μπολίβαρ, με αναφορά στο εναρκτήριο προπαγανδιστικό κείμενό του «Το Μανιφέστο της Καρθαγένης». Ο πρωτεργάτης της αυτοδιάθεσης του λαού του κρίνει ότι ο εμφύλιος πόλεμος έπαιξε τον πρωταρχικό ρόλο για την αποτυχημένη απόπειρα συγκρότησης της Πρώτης Δημοκρατίας της Βενεζουέλας:

«Η δική μας διχόνοια και όχι τα ισπανικά όπλα μάς οδήγησε στην υποδούλωση». Πρωτίστως ρίχνει τις ευθύνες στους μοναδικούς υπαίτιους, τους οπαδούς της ισπανικής μοναρχίας και τους υποστηρικτές της, με ισχυρό αρωγό την Καθολική Εκκλησία.

Ειδικό βάρος στην επεξεργασία του, και ενώ ακόμα διαμορφώνεται ο επαναστατικός ρυθμός, κατέχει η δημιουργία απελευθερωτικού στρατού που θα εισβάλει στην υπό κατοχή γενέθλια χώρα και θα λειτουργήσει ως υποστηρικτικός καταλύτης για να ξεσηκωθούν οι χωρικοί.

Ωστόσο, ας επανέλθουμε εκεί που είχαμε μείνει το περασμένο Σαββατοκύριακο αναφορικά με το συγκεκριμένο δοκίμιο πολιτικής φιλοσοφίας του. Ενα κράτος, όσο «μετριοπαθές και δημοκρατικό κι αν είναι, μπορεί εν μέσω εσωτερικής διαμάχης και πολέμου με ξένες δυνάμεις να κυβερνηθεί από ένα πολίτευμα τόσο περίπλοκο και αδύναμο όπως το ομοσπονδιακό;». Η ερώτηση ακούγεται ρητορική, ωστόσο δεν είναι καθόλου, καθώς η απάντηση είναι προσαρμοσμένη στην καθοδηγητική επαναστατική πρακτική:

«Το κράτος πρέπει να εμφανίζεται τρομερό και οπλισμένο»

Χειρόγραφη διαταγή του Ελευθερωτή της Νότιας Αμερικής
«Οχι, δεν μπορεί να αντέξει στη δίνη των συγκρούσεων και των φατριών. Το πολίτευμα πρέπει να προσαρμόζεται, να το πούμε έτσι, στο είδος των περιστάσεων, στην εποχή και στους ανθρώπους που ζουν σ' αυτό. Αν δηλαδή υπάρχει ευημερία και ειρήνη, το πολίτευμα πρέπει να είναι ήπιο και προστατευτικό. Αλλά αν υπάρχουν αναστατώσεις και ταραχές, το κράτος πρέπει να εμφανίζεται τρομερό και οπλισμένο με δύναμη ανάλογη των κινδύνων, χωρίς να υπακούει σε νόμους και συντάγματα μέχρις ότου αποκατασταθούν η ευημερία και η ειρήνη».

Τι ακριβώς συνέβη με την πρωτεύουσα, το Καράκας, που υπέφερε από τα μειονεκτήματα της Ομοσπονδίας; Αντί να ενισχυθεί η πόλη και να γίνει κραταιά μέσα στο επαναστατικό κύμα, όταν σώθηκαν τα αγαθά και οι προμήθειες και έφτασε ο κίνδυνος της αντεπανάστασης προ των πυλών, δεν είχε τα αντισώματα έστω ενός μικρού Συντάγματος.

«Θα κατακτηθούμε από μια χούφτα συμμορίτες»

«Εγώ υποστηρίζω», αποφαίνεται ο Λιμπερταδόρ, «ότι όσο τα δικά μας αμερικανικά κράτη δεν αποκτούν συγκεντρωτική εξουσία, ο εχθρός θα κατέχει τα ισχυρότερα πλεονεκτήματα, θα αντιμετωπίζουμε αναπόδραστα τον τρόμο του εμφύλιου σπαραγμού και θα κατακτηθούμε ταπεινωμένοι από μια χούφτα συμμορίτες που λυμαίνονται τη χώρα μας».

«Εσύ θα υπήρχες σήμερα, ω Βενεζουέλα!»

Και η πρότασή του; Την έχει σκεφτεί, δεν είναι της στιγμής δημιούργημα. Εχει κάτι το μεγαλειώδες η απόφανσή του: «Αν το Καράκας αντί για μια νωθρή και αναποτελεσματική Ομοσπονδία είχε μια απλή κυβέρνηση, το είδος που απαιτούσαν οι πολιτικές και στρατιωτικές συνθήκες, εσύ θα υπήρχες σήμερα, ω Βενεζουέλα! Και θα απολάμβανες ελευθερία».

Γιατί δεν βγήκε η χώρα από το αποικιοκρατικό σκοτάδι της

Ο επαναστάτης εν ώρα μάχης, αποκρούοντας τις ισπανικές στρατιωτικές δυνάμεις
Και επειδή του αρέσουν η σαφήνεια και η διαύγεια, ανακεφαλαιώνει τους κύριους παράγοντες που δεν άφησαν να βγει η Βενεζουέλα από το αποικιοκρατικό σκοτάδι της και από τους εγχώριους σκοταδιστές της, που τα έχουν βρει με την καθεστηκυία τάξη πραγμάτων:

«Στην πρώτη θέση πρέπει να τοποθετηθεί η φύση του Συντάγματός της, που, επαναλαμβάνω, ήταν από τη μια αντίθετο με τα συμφέροντά της και από την άλλη ευνοϊκό για τους αντιπάλους.

Στη δεύτερη θέση το πνεύμα μισανθρωπίας που κατέλαβε τους κυβερνώντες μας.

Στην τρίτη η αντίθεση στην ίδρυση ενός στρατιωτικού σώματος που θα έσωζε τη Δημοκρατία και θα ανταπέδιδε τα χτυπήματα που μας έδιναν οι Ισπανοί.

Στην τέταρτη θέση θα πρέπει να τοποθετήσουμε τον σεισμό (σ.σ. της 26ης Μάρτη 1812, με 26.000 νεκρούς) που συνοδεύτηκε από έναν φανατισμό που επέτρεψε σ' αυτό το φαινόμενο να έχει τις πιο ολέθριες συνέπειες, και στην τελευταία τις εσωτερικές διαμάχες που στην πραγματικότητα αποτέλεσαν το θανατηφόρο δηλητήριο που έστειλε την πατρίδα στον τάφο.

Αυτά τα παραδείγματα σφαλμάτων και ατυχημάτων δεν είναι εντελώς χωρίς αξία για τους λαούς της Νότιας Αμερικής, που προσδοκούν την ελευθερία και την ανεξαρτησία τους».

Ο μέγας κίνδυνος από την πρωτεύουσα της δολοπλοκίας

Ανδριάντας του Βενεζουελάνου πρωτοπόρου, μπροστά στο Κέντρο (CSB) που φέρει το ονοματεπώνυμό του
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος για την καθυπόταξη της Βενεζουέλας θα προέλθει, κατά τον Σιμόν Μπολίβαρ, από την πρωτεύουσα της αποικιοκρατικής χώρας, τη Μαδρίτη, το κέντρο των αποφάσεων. Στη συγκυρία, Ισπανοί τυχοδιώκτες, αξιωματούχοι και μη, θα προσπαθήσουν εκ νέου να προσαρμόσουν τα αυταρχικά εργαλεία τους στη διακυβέρνηση της χώρας, λαμβάνοντας υπόψη τους τα επαναστατικά δεδομένα. Τους περιγράφει εξόχως ζωντανά ο Ελευθερωτής της ανιδιοτέλειας:

«Θα στρατολογήσουν δεκαπέντε με είκοσι χιλιάδες άντρες που πρόθυμα θα πειθαρχήσουν στους ηγέτες τους, αξιωματικούς, λοχίες, δεκανείς και βετεράνους στρατιώτες. Αυτόν τον στρατό θα τον ακολουθήσει άλλος, ακόμα πιο επίφοβος, από υπουργούς, πρεσβευτές, συμβούλους, δικαστές, ολόκληρη την εκκλησιαστική ιεραρχία και τους μεγάλους της Ισπανίας, το επάγγελμα των οποίων είναι ο δόλος και η συνωμοσία, στολισμένοι με φανταχτερούς τίτλους, πολύ κατάλληλους να θαμπώνουν τις μάζες, τις οποίες παρασέρνουν σαν τον χείμαρρο που τα πλημμυρίζει όλα σαρώνοντας τους σπόρους και κόβοντας τις ρίζες της Κολομβίας.

Οι στρατιώτες θα πολεμούν στο πεδίο της μάχης ενώ αυτοί θα διεξάγουν τον πόλεμο από τα γραφεία τους με τα όπλα της παραπλάνησης και του φανατισμού».

Στρατιώτες και αξιωματικοί, στυλοβάτες της πατρίδας

Πίνακας που απεικονίζει ερειπωμένο κτίριο μετά τον φονικό σεισμό της 26ης Μάρτη 1812
Και τι έχει να προτείνει απέναντι σ' αυτόν τον στρατό της λαφυραγωγίας;

«Δεν έχουμε άλλα μέσα στη διάθεσή μας για να προφυλαχτούμε από αυτές τις συμφορές, από το να πετύχουμε άμεσα την ειρήνευση των εξεγερμένων περιοχών μας, για να μπορέσουμε στη συνέχεια να πάρουμε τα όπλα ενάντια στους εχθρούς. Να δημιουργήσουμε με αυτόν τον τρόπο στρατιώτες και αξιωματικούς άξιους να ονομάζονται στυλοβάτες της πατρίδας.

Ολα συνωμοτούν έτσι ώστε να υιοθετήσουμε αυτά τα μέτρα. Ακόμα κι αν δεν αναφερθούμε στην επιτακτική ανάγκη μας να κλείσουμε την πόρτα στον εχθρό, υπάρχουν άλλοι ισχυροί λόγοι που μας προτρέπουν να περάσουμε στην επίθεση. Θα ήταν ένα ασυγχώρητο πολιτικό και στρατιωτικό λάθος να μην το κάνουμε αυτό. Εχουμε δεχτεί εισβολή, και επομένως είμαστε υποχρεωμένοι να απωθήσουμε τον εχθρό πολύ πιο πίσω από τα σύνορα».


Γράφει ο
Βασίλης ΚΑΛΑΜΑΡΑΣ
Δημοσιογράφος, συγγραφέας, κριτικός βιβλίου