Τιμητική βραδιά για τον Δημήτρη Χριστοδούλου, στο Θέατρο του Λυκαβηττού. Διακρίνονται ο Μίκης Θεοδωράκης και οι μπουζουξήδες Κώστας Παπαδόπουλος και Λάκης Καρνέζης (1966) |
Ο κόσμος της μεταπολεμικής καπιταλιστικής επανάκαμψης κι ο κόσμος του μεταπολεμικού άλγους, καθώς το αίτημα για λαϊκή δικαιοσύνη έχει φυλακιστεί κι έχει εκτοπιστεί. Οι πρωτοπόροι κομμουνιστές και οι πρωτοπόρες κομμουνίστριες, που κατέθεσαν αίμα και πνεύμα στην Αντίσταση, βρίσκονται μετέωροι και μετέωρες, κυνηγημένοι και κυνηγημένες, αμίλητοι κι αμίλητες.
Αυτή, όμως, η σιωπή δεν θα κρατήσει για πολύ, γιατί ο λαός θέλει ν' εκφραστεί - και το λαϊκό τραγούδι είναι το κατ' εξοχήν μέσο, το πιο άμεσο, το πιο ευκολομνημόνευτο, το πιο επικοινωνιακό. Γιατί ενώνει και δεν χωρίζει, φέρνει κοντά τους ανθρώπους, στη χαρά και στη λύπη τους.
Η δεκαετία του '60 χαρακτηρίζεται από τη ρευστότητα του παγκόσμιου γεωπολιτικού χάρτη, κι αυτή η μεταβολή - πάντα εις βάρος του λαού - χαρακτηρίζει και την ελληνική κοινωνία, ποτισμένη με φαρμάκι, το οποίο θέλει λίγο ροδόσταμο για να γλυκάνει.
Ο συνθέτης, πλαισιωμένος από τον Στέλιο Καζαντζίδη, την Μαρινέλλα και τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, οι φωνές των λαϊκών τραγουδιών, που μέχρι σήμερα βρίσκονται στο στόμα της εργατιάς |
Ηλικιακά τους χωρίζει ένα έτος: Ο Δημήτρης είναι γεννημένος το 1924 κι ο Μίκης το 1925. Ομως έχουν κάτι κοινό: Εχουν περάσει και οι δύο από τον εφεδρικό ΕΛΑΣ κι έχουν βρεθεί στα οδοφράγματα του ηρωικού Δεκέμβρη του 1944.
Αρα είναι κοντά, πολύ κοντά. Ο Χριστοδούλου επισκέπτεται συχνά την Καρβουνόσκαλα του Πειραιά, όπου οι ταβέρνες έχουν μετατραπεί σε στέκια των εκφραστών του ρεμπέτικου. Ετσι, λοιπόν, τους πρώτους στίχους του για τραγούδια, τους εμπιστεύεται στον Μάρκο Βαμβακάρη.
Ο Συριανός τον κοιτάζει, με συμπάθεια, και του λέει «παιδί μου πάνω σε στίχους δεν μπορώ να γράψω». Αυτή η αντίδραση δεν πτοεί τον νέο ποιητή, ο οποίος ήδη έχει αρχίσει να εκδίδει το δικό του έργο σε συλλογές.
Ο Μεταξουργιώτης δημιουργός είναι ένας ανήσυχος της τέχνης, σε όλες τις μορφές της. Με το χαρτί της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου, υποδύεται τον Ηρακλή στους «Ορνιθες» του Θεάτρου Τέχνης, στο Αλσος του Πεδίου του Αρεως, με την υπογραφή του Κάρολου Κουν. Ανάμεσα στο κοινό, ο ποιητής και δημοσιογράφος Γιάννης Θεοδωράκης, αδελφός του Μίκη, ο οποίος συστήνει τον ποιητή στον συνθέτη.
Στο κέντρο «Μυρτιά», ο ποιητής Δημήτρης Χριστοδούλου, η Ειρήνη Παππά, η Αλέκα Παΐζη και ο Τάσος Λειβαδίτης, με γυρισμένη την πλάτη, τραγουδούν τον «Καημό» (Ιούλης 1951 |
«(...) Με συνδέει η κοινή δράση, η κοινή εργασία, η κοινή δημιουργία της ηρωικής εποχής της έντεχνης λαϊκής μουσικής. Πρόκειται για έναν φίλο, για έναν εξαίρετο ποιητή.(...) Μας συνδέει το κοινό έργο, ένα έργο όπως ήταν ο ''Καημός'', το ''Παράπονο'', το ''Βράχο - βράχο'', που δεν ήταν απλά τραγούδια (...) αλλά ήταν ολόκληροι σταθμοί, ολόκληρα ορόσημα.
Εγραψε μια σειρά ποιήματα απ' την μέθη εκείνης της εποχής κι εγώ κουβαλούσα μαζί μου τους στίχους του και τους στίχους του Λειβαδίτη στις σκοτεινές πόλεις της Ευρώπης, στο Παρίσι και στο Λονδίνο. (...) Οταν ο Στέλιος Καζαντζίδης τραγούδησε το ''Βράχο - βράχο'' που έσπασε όλα τα ρεκόρ πωλήσεων, ήταν ήδη ένας βασιλιάς του λαϊκού τραγουδιού. Ομως μαζί μου θυμήθηκε τον άλλο εαυτό του, τον καταπιεσμένο, της προσφυγιάς και της Μακρονήσου, έτσι που έβγαλε όλη την τρυφερότητα και την αγάπη που τον πλημμυρίζανε».
Από την ίδια προσωπογραφία προς τιμήν του, με τον δικό του λόγο, για τον μελωδό των στίχων του:
«Μια προσωπικότητα που γεννιέται (...) μ' όλη αυτή τη γενιά, (...) μεγαλώνει, περνάει από το καμίνι και διακρίνει πως το δράμα αυτού του λαού είναι πέρα από τη διακόσμηση, πέρα από την ωραιοποίηση. (...) Είναι χαρακτηριστικό ότι (...) αρχίζει με τον ''Επιτάφιο''. Απευθύνεται δηλαδή σ' αυτόν τον λαό από τη μεριά του θρήνου, γιατί εκείνη τη στιγμή μόνο θρήνος υπάρχει, δεν υπάρχει θρίαμβος. Ετσι, λοιπόν, ο λαός αυτός, με τον δυναμισμό που τον διακρίνει, τον θρήνο θα τον μετατρέψει σε αγώνα.
Δίσκοι 45 στροφών με τα τραγούδια «Βράχο-βράχο» και «Θ' αφήσω τη μανούλα μου», με την ερμηνεία των Στέλιου Καζαντζίδη, Μαρινέλλας, Γρηγόρη Μπιθικώτση και Καίτης Θύμη |
(...) Τι σημαίνει η ποίηση περασμένη σε μελωδίες, όπου κυριαρχεί το μπουζούκι; Το μπουζούκι το περιφρονημένο (...). Δεν μπορούσαν να καταλάβουν ότι το όργανο που κρατάει ο Μακρυγιάννης, μπορεί να το κρατήσει και ο Βαμβακάρης και ο Χιώτης (...).
(...) Ενα άλλο ερώτημα που μπήκε είναι αν η ποίηση, βγαίνοντας με τη μουσική πλατιά στον κόσμο, ωφελήθηκε ή έχασε. Δεν ξέρω πόσο κατάλαβε ο κόσμος την ποίηση αλλά ένα είναι βέβαιο. Πληροφορήθηκε ότι υπάρχει ποίηση, ότι υπάρχουν ποιητές και υπάρχει άλλη μια ματιά για τη ζωή, για το φαινόμενο της ζωής, μια προϋπόθεση για να πλουτιστεί περισσότερο η ψυχή του ανθρώπου».
Απ' αυτήν τη συνεργασία - τομή στην ελληνική μουσική σκηνή, θα βγουν τα τραγούδια, τα οποία ακούγονται ακόμη και σήμερα από το στόμα κάθε λαϊκού εργατικού ανθρώπου. Γιατί, ας μην κρυβόμαστε, αυτός είναι ο φυσικός αποδέκτης τους, γιατί δικός του είναι ο καημός, δικά του τα βάσανα, δικός του, κατάδικός του ο ξεριζωμός.
Περιλαμβάνονται στους κύκλους «Αρχιπέλαγος», «Πολιτεία Α'» και «Πολιτεία Β΄», που ηχογραφούνται και οι τρεις, την τετραετία 1960 - 1964. Τα ερμηνεύουν σε πρώτες και δεύτερες εκτελέσεις, σε δίσκους 33 και 45 στροφών, οι Καίτη Θύμη, Στέλιος Καζαντζίδης, Αντώνης Κλειδωνιάρης, Μαίρη Λίντα, Μαρινέλλα, Γρηγόρης Μπιθικώτσης.
Δίσκοι 45 στροφών με τα τραγούδια «Βράχο-βράχο» και «Θ' αφήσω τη μανούλα μου», με την ερμηνεία των Στέλιου Καζαντζίδη, Μαρινέλλας, Γρηγόρη Μπιθικώτση και Καίτης Θύμη |
ΥΓ. Οι ηθοποιοί τάχτηκαν με τη σωστή πλευρά της Ιστορίας κι έδωσαν την πρωτιά στη Δημοκρατική Ενότητα Ηθοποιών, κατά τις πρόσφατες εκλογές του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών. Ετσι, πλέον πρόεδρος του κορυφαίου συνδικαλιστικού σωματείου είναι ο Νίκος Καραγιώργης, ο οποίος, όταν ξέσπασε η οικονομική κρίση για να τα βγάλει πέρα - κατά δήλωσή του - δούλεψε επί δυόμισι χρόνια σε οικοδομή και εργοστάσιο. Υποκλινόμαστε.