Αχιλλέας Μαδράς: Ο εκρηκτικός, ιδιοσυγκρασιακός και αταξινόμητος ήρωας του ελληνικού σινεμά
Σάββατο 29 Νοέμβρη 2025 - Κυριακή 30 Νοέμβρη 2025

Σκεφτόμουν ποιος καλλιτέχνης του θεάτρου ή του σινεμά θα μπορούσε να αποδώσει σε κάποιο έργο του όλο αυτό το τραγελαφικό που ζούμε - και - αυτήν την περίοδο.

Την τραγικότητα και την ταυτόχρονη γελοιότητά του.

Τον σουρεαλισμό και την επικινδυνότητά του.

Η καθημερινότητα στην Ελλάδα θυμίζει πλέον μίξη φαρσοκωμωδίας και δυστοπικού θρίλερ.

Από πού να το πιάσει κανείς; Το γκροτέσκο είναι παντού και η κοινωνία παραπατάει σε κινούμενη άμμο, παλεύοντας να ερμηνεύσει μια πραγματικότητα που συνεχώς γλιστράει σ' έναν νέο εφιάλτη.

Η χώρα των προδιαγεγραμμένων εγκλημάτων διαλύεται, μπλέκεται σε πολέμους, καίγεται, πλημμυρίζει, χάνονται άνθρωποι, σπίτια, περιουσίες, υποδομές, τρώγονται εκατομμύρια από επιτήδειους, κι όμως η επίσημη κυβερνητική γραμμή παραμένει συνδυασμός κυνισμού και βοναπαρτισμού. Κι είναι πάντα η ίδια: «Τα πάμε καλά». Οι πολίτες παρακολουθούν μια χώρα που πνίγεται μέσα σ' έναν τρομακτικό φαύλο κύκλο, μέσα στη συστηματική απαξίωση της κοινής λογικής, μέσα στο ίδιο της το θέατρο.

Και κάπου εκεί ανάμεσα ευδοκιμούν δεκάδες φαιδρά πρόσωπα της πολιτικής, δίνοντας τον χειρότερο εαυτό τους σε σόου της συμφοράς.

Το ερώτημα είναι, πότε θα αποφασίσουμε ότι έφτασε η ώρα να κατεβάσουμε τη σκωροφαγωμένη αυλαία και να ξαναγράψουμε το έργο από την αρχή;

Μέχρι τότε όμως, ας κάνουμε ένα μικρό διάλειμμα, αναζητώντας εκείνον που έλεγα στην αρχή. Αυτόν που θα περιέγραφε αυτές τις μέρες, όπως θα τους άξιζε.

Καταλήγω λοιπόν πως ο πλέον κατάλληλος να εξιστορήσει, να αφηγηθεί κι εμάς και την εποχή μας, θα ήταν ο αντισυμβατικός μάγος του ελληνικού κινηματογράφου, ο θρυλικός Αχιλλέας Μαδράς.

Στον ελληνικό κινηματογράφο υπήρξαν πολλοί πρωταγωνιστές, αρκετοί σταρ, λίγοι θρύλοι και σχεδόν κανένας Μαδράς. Γιατί ο Μαδράς δεν έμοιαζε με κανέναν. Και δεν ήθελε να μοιάζει σε κανέναν. Και κυρίως, δεν μπορούσε να μοιάσει σε κανέναν.

Ηλεκτρισμένο μυαλό κι ατόφιο ταλέντοΣήμερα, 53 χρόνια από τον θάνατο του εκκεντρικού Κωνσταντινουπολίτη, που ονειρευόταν ένα «ελληνικό Χόλιγουντ», το αποτύπωμά του στην ελληνική τέχνη παραμένει έντονο. Ηθοποιός με δυνατό βλέμμα, σκηνοθέτης με ένστικτο, άνθρωπος που δεν υποκρινόταν ποτέ, ούτε μπροστά, ούτε πίσω από την κάμερα.


Πρωτοπόρος, ιδιόρρυθμος, αστείρευτα δημιουργικός, «δύσκολος» και ταυτόχρονα γοητευτικός, υπήρξε μια φιγούρα που έγραψε ιστορία με το στυλ, τη φωνή, την κίνηση, την αυθάδεια, την εκκεντρικότητα, αλλά κυρίως με το ατόφιο, πηγαίο ταλέντο του και την απίστευτη ενέργειά του που δεν τον εγκατέλειψε μέχρι τα 97 του χρόνια, που έφυγε από τη ζωή.

Αντισυμβατικός μέχρι το κόκαλο, δικαίωνε καθημερινά όσα έλεγαν γι' αυτόν φίλοι και συνάδελφοί του:

«Ο Μαδράς είναι ο Μαδράς, τέλος».

Το 1900, μάλιστα, έπαιξε με την Σάρα Μπερνάρ, στο Παρίσι, στον «Αετιδέα» του Ροστάν.

Οι ταινίες του, είτε ως σκηνοθέτη, είτε ως ηθοποιού, αποτελούν σήμερα μικρούς θησαυρούς μιας άλλης εποχής, μιας εποχής όπου το σινεμά δεν είχε προσποιητή λάμψη, αλλά γνήσια τρέλα, επαναστατικότητα και πάθος. Και ο Αχιλλέας Μαδράς με την απολύτως προσωπική κινηματογραφική γλώσσα, υπήρξε από τα πιο ηλεκτρισμένα μυαλά εκείνης της δημιουργικής περιόδου.

Διαδρομή που δεν χώρεσε ποτέ σε νόρμα

Αυτή λοιπόν η καλτ φυσιογνωμία του προπολεμικού ελληνικού κινηματογράφου, μπαίνοντας σ' αυτόν, προτίμησε να μην μιμηθεί ούτε τα ξένα πρότυπα, ούτε τα ντόπια στερεότυπα. Δημιούργησε δικό του τρόπο. Η υποκριτική του δεν στηριζόταν στον στόμφο, ούτε στη θεατρική υπερβολή της εποχής.


Είχε ρυθμό, αυθεντικότητα, πάθος, ταλέντο άνευ όρων, σωματικότητα και μια «εσωτερική μηχανή» που έμοιαζε να δουλεύει συνεχώς.

Ως ηθοποιός, μπορούσε να περάσει από δραματικό σε κωμικό, μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, χωρίς να δείχνει προσποιητός. Ως σκηνοθέτης, είχε την τάση να δοκιμάζει. Πειραματιζόταν με το μοντάζ, τη γωνία λήψης, τις παύσεις, τα βλέμματα. Ηθελε η σκηνή να έχει ζωή, όχι τυπική απόδοση. Εμπαινε σ' αυτήν, σαν να μπαίνει στη ζωή του.

Αυτός ο ανήσυχος τρόπος δουλειάς συχνά έφερνε τριβές με παραγωγούς και τεχνικούς.

Αλλά έφερνε και σκηνές που δεν θα είχε νόημα να γυριστούν διαφορετικά.

Ο Μαδράς είχε αυτό το σπάνιο χάρισμα, όταν έμπαινε στο πλάνο, η σκηνή «μεγάλωνε». Είχε παρουσία. Μια παρουσία που δεν δημιουργούσε με τεχνική, αλλά με ψυχή.

Ορισμένοι τον χαρακτήρισαν «δύσκολο». Αλλοι «ευφυή». Κάποιοι «εκκεντρικό». Η αλήθεια είναι ότι ήταν όλα αυτά μαζί και ακόμη περισσότερα. Ενας άνθρωπος ατίθασος, που πολλές φορές δυσκολευόταν να συμβιβαστεί με τις απαιτήσεις μιας βιομηχανίας που ήθελε τα πράγματα πιο απλά, πιο ασφαλή, πιο γρήγορα.

Ο ίδιος, όμως, απαιτούσε αλήθεια.

Και την έπαιρνε, είτε με ηρεμία είτε με καταιγισμό ενέργειας.

Ο πατριάρχης του ελληνικού cult cinema

Οσο για τις πολυσυζητημένες ιδιοτροπίες αυτού του καλλιτέχνη, αυτές ήταν το αλατοπίπερο της προσωπικότητάς του.

Δεν είναι τυχαίο που οι ιστορίες γύρω από τον Μαδρά συζητιούνται ακόμα από ηθοποιούς και σκηνοθέτες. Από τις ατάκες του μέχρι τις απαιτήσεις του, όλες έφεραν τη σφραγίδα της απόλυτης ελευθερίας κι ενός τρελού χιούμορ.


Σε συνέντευξή του όταν ήταν 89 χρόνων, ρωτήθηκε γιατί έπαιζε σε παλιές ταινίες του τον εραστή, κοντεύοντας τα 60. Εκείνος απάντησε πως: «Τα αληθινά νιάτα αρχίζουν στα 55». «Και τα γεράματα πότε;», ξαναρωτήθηκε. Κι εκείνος: «Ας μη μιλούμε από τώρα για γεράματα».

Αξέχαστη και αξεπέραστη παραμένει η σκηνή όπου για 15 ολόκληρα λεπτά ...σκοτώνεται! Σκοτώνεται με τον πιο αστείο, τον πιο ξεκαρδιστικό τρόπο. Για την ακρίβεια δεν έλεγε να σκοτωθεί! Ισως ο μόνος που τον πλησίασε, να ήταν ο Πίτερ Σέλλερς, στην αντίστοιχη σκηνή του «Party».

Είπαμε, ήταν πρωτοπόρος.

Μπορούσε να επηρεάσει τη σκηνή με ένα μόνο βλέμμα, να ανατρέψει το γύρισμα με μια ατάκα, να κερδίσει το κοινό με μια κίνηση, να διηγηθεί με τον δικό του, μοναδικό τρόπο μια ολόκληρη εποχή.

Από τον αναγραμματισμό του ονόματός του λέγεται ότι προήλθε η λέξη σαρδάμ. Η αλήθεια είναι πως έκανε πολλά σαρδάμ. Πάρα πολλά.

«Η τέχνη θέλει ρίσκο»

Οσοι τον γνώρισαν προσωπικά, υποστηρίζουν ότι πίσω από την εκρηκτική αύρα υπήρχε ένας βαθιά τρυφερός άνθρωπος, με ευαισθησίες, χιούμορ και απίστευτα δίκαιος.

Αν έβλεπε νέο ηθοποιό να «λάμπει», έκανε πίσω. «Αυτόν να πάρει η κάμερα, όχι εμένα», έλεγε.

Ηθελε τάξη στην τέχνη, χάος στη ζωή.

Και τα κατάφερνε και στα δύο.

Δεν πτοήθηκε ποτέ από τις δριμείες κριτικές των ειδημόνων, ούτε από τον τρόπο που λοιδωρήθηκε από τα περιοδικά και τις εφημερίδες.

Ποτέ δεν τον ενδιέφερε η ασφάλεια.

Ηθελε η σκηνή να «πετάει» και αν αυτό σήμαινε να ξηλώσει σενάρια, να ψάξει άλλους φωτισμούς, να επαναλάβει μια σκηνή 40 φορές ή να την κάνει αυτοσχεδιαστικά, αυτό και θα έκανε. Συνήθιζε να λέει: «Η τέχνη θέλει ρίσκο. Αλλιώς να πάμε σπίτια μας».

Αν κάποιος δει σήμερα τις ταινίες του Μαδρά, θα διαπιστώσει κάτι εκπληκτικό. Πολλές από τις σκηνοθετικές και υποκριτικές επιλογές του μοιάζουν με εκείνες που καθιερώθηκαν δεκαετίες αργότερα στην Ευρώπη. Π.χ.: Οι ελληνικές ταινίες των '50s και '60s ακολουθούσαν μια γραμμική, σχεδόν θεατρική αφήγηση. Ο Μαδράς τόλμησε να «σπάσει» τη ροή, να δώσει μοντάζ με ρυθμό, να κάνει γωνίες λήψης ασυνήθιστες, να χρησιμοποιήσει το φως με τρόπο κινηματογραφικό και όχι απλώς «φωτογραφικό».


Δεν ήταν ο «ήρωας». Δεν ήταν ο «κακός». Δεν ήταν ο «αστείος» ούτε ο «σοβαρός». Ηταν κάτι ενδιάμεσο και απροσδόκητο, ένας ρόλος που έφτιαχνε ο ίδιος με την ενέργειά του.

Ζούσε την τέχνη του με σφοδρότητα

Ο Αχιλλέας Μαδράς άφησε πίσω του κάτι πολύ σπάνιο, έναν αυθεντικό μύθο.

Οι ηθοποιοί τον θυμούνται για το ήθος του, τη ζωντάνια του, την εκρηκτικότητά του.

Οι θεατές για το χαμόγελο, την ενέργεια και την πληθωρική φύση του.

Και αυτή είναι η απόλυτη δικαίωση για έναν καλλιτέχνη, να αντιστέκεται στον χρόνο.

Ο Μαδράς που δεν χωρούσε σε ταμπέλες, ήταν από αυτούς που δεν ξεχνιούνται, επειδή το έργο του ήταν πάντα ζωντανό.

Σε μια ολόκληρη γενιά ηθοποιών, δασκάλων και δημιουργών, ο Αχιλλέας Μαδράς, που χαρακτηρίστηκε «τσαρλατάνος και γραφικός», «πρωτοπόρος του κιτς» και «η πλέον δαιμονία και γραφική προσωπικότης των Ελλήνων κινηματογραφιστών», υπενθυμίζει ότι η τέχνη θέλει ψυχή. Θέλει ρίσκο. Θέλει ιδιοτροπίες. Θέλει ανθρώπους που δεν είναι «βολικοί», αλλά απαραίτητοι.

Και αυτό ακριβώς υπήρξε:

Απαραίτητος.














Της
Σεμίνας ΔΙΓΕΝΗ