Το παιδί που μαγευόταν από τις «φωνές των ψαλτάδων» έδωσε στα πρώτα χρόνια της εφηβείας δύσκολη μάχη, διεκδικώντας το δικαίωμα να γίνει τραγουδίστρια. Ανυποχώρητη στην απαίτησή της, αποκτά την πρώτη της πολυπόθητη κιθάρα στα 13 της χρόνια, ενώ σε λίγους μήνες ζητά από τον πατέρα και της παίρνει δάσκαλο στο σπίτι για να μάθει μουσική. Οι καβγάδες, όμως, δεν σταμάτησαν σχεδόν ποτέ στο σπίτι.
Ασυμβίβαστη και με αγωνιστική διάθεση, δέθηκε με το λαό, όχι μόνο μέσα από τα τραγούδια της, αλλά και με κοινούς αγώνες. Με αγωνιστική συνεισφορά στα χρόνια της ΕΑΜικής Εθνικής Αντίστασης, διακινούσε τον παράνομο «Ριζοσπάστη». Το '48, η Σ. Μπέλλου βρίσκεται στου «Τζίμη του Χοντρού», στην Αχαρνών, δίπλα στον Τσιτσάνη. Μαζί τους και οι Περιστέρης, Κασιμάτης, Κερομύτης, Στέλιος, Ρούκουνας, Τουρκάκης. Η άρνησή της να ανταποκριθεί σε μια παραγγελιά και να πει το «βασιλικό τραγούδι, όπως τότε το έλεγαν οι χίτες» «Του αϊτού ο γιος», έχει ως αποτέλεσμα τον ξυλοδαρμό της και την αποχώρησή της από την ταβέρνα.
Ζωή γεμάτη βάσανα, τραύματα, μα και «θάματα», μιας ανθρώπινης φύσης «εκρηκτικής», ανυπότακτης, καθόλα και αδιαπραγμάτευτα ελεύθερης και μιας ψυχής που έγινε «φωνή λαού», συμπυκνώνοντας τους αγώνες, τους καημούς και τους πόθους του, τις ήττες και τις νίκες του, τις λύπες και χαρές του, τους θρήνους και τα γλέντια του. Μια φωνή που σημάδεψε ανεξίτηλα το ελληνικό - λαϊκό και έντεχνο - τραγούδι του 20ού αιώνα.