Σάββατο 24 Μάρτη 2018 - Κυριακή 25 Μάρτη 2018
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Σελίδα 26
ΠΟΛΙΤΙΚΗ
ΚΙΝΗΜΑ ΑΛΛΑΓΗΣ
«Εγγυητής» της «γραμμής» του κεφαλαίου με πρόγραμμα κομμένο και ραμμένο στις ανάγκες του

Eurokinissi

Ως εγγυητή της «εθνικής γραμμής» για την έξοδο από την καπιταλιστική κρίση εμφάνισε η Φώφη Γεννηματά το Κίνημα Αλλαγής, κατά το ιδρυτικό του συνέδριο την περασμένη Παρασκευή και το Σάββατο, διαβεβαιώνοντας το κεφάλαιο ότι ο φορέας μπορεί να διασφαλίσει τη σταθερότητα του αστικού πολιτικού συστήματος, επιδεικνύοντας την «υπευθυνότητα» που έδειξε στο παρελθόν για το πέρασμα των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων.

Προς επιβεβαίωση αυτού, μάλιστα, και «αντιστρέφοντας» το «φλερτ» τόσο του αντιπροέδρου της κυβέρνησης, Γ. Δραγασάκη, που χαιρετίζοντας στο συνέδριο μίλησε για υποχώρηση των «συγκυριακών διαχωριστικών γραμμών μνημόνιο - αντιμνημόνιο» και επαναφορά των «πιο παραδοσιακών», όπως «πρόοδος - συντήρηση», όσο και του προέδρου της ΝΔ, Κυρ. Μητσοτάκη, που σημείωσε ότι «οι ίσες αποστάσεις δεν χωράνε στη μαχόμενη πολιτική», «αναρωτήθηκε» αν ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ «είστε διατεθειμένοι να συμβάλετε στην πολιτική σταθερότητα, στη βάση μιας προοδευτικής ατζέντας;».

Η εν λόγω «ατζέντα», όπως επιβεβαιώνει και μια ματιά στο πρόγραμμα του φορέα, είναι η γνωστή «λίστα» με τις απαιτήσεις του κεφαλαίου, στην οποία στοιχίζονται όλα τα αστικά κόμματα. Πάνω σε αυτό το «κοινό έδαφος», άλλωστε, συνεχίζονται οι διεργασίες στο αστικό πολιτικό σύστημα.

Με τον «οδικό χάρτη» του κεφαλαίου

Ευθύς εξαρχής, στο πρόγραμμα επισημαίνεται η στοίχιση στους βασικούς στόχους της αστικής τάξης, ζητώντας να γίνει ένα «άλμα που θα αποκαταστήσει τη θέση της Ελλάδας στην ΕΕ, ώστε να συμμετάσχει ισότιμα στη μάχη για μια πολιτικά ενωμένη, οικονομικά ισχυρή» ΕΕ, «ένα άλμα που θα αναδείξει τη χώρα ως ένα ισχυρό παράγοντα σταθερότητας στη Ν/Α Μεσόγειο και στη Βαλκανική Χερσόνησο, που θα εγγυάται την προστασία των εξωτερικών συνόρων της ΕΕ».

Στην πρώτη γραμμή μπαίνουν τα μέτρα θωράκισης της καπιταλιστικής κερδοφορίας, με την υλοποίηση του «οδικού χάρτη» του κεφαλαίου που ήδη «τρέχει» η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ. Ανάμεσα σε άλλα, επισημαίνεται η ανάγκη για:

-- «Μέτρα ελάφρυνσης χρέους (...) με πλήρη εφαρμογή των βραχυπρόθεσμων και των μεσοπρόθεσμων μέτρων, όπως έχουν προσδιοριστεί από το Eurogroup του Μαΐου 2016. Μείωση του στόχου για το πρωτογενές πλεόνασμα από 3,5% στο 2% περίπου του ΑΕΠ. Αλλαγή στο μείγμα πολιτικής, που θα επιτρέψει την καλύτερη δυνατή αξιοποίηση του δημοσιονομικού χώρου που θα δημιουργηθεί ώστε να επιταχυνθεί η οικονομική ανάπτυξη», ώστε να βρεθεί δηλαδή επιπλέον «χώρος» για τη στήριξη της καπιταλιστικής κερδοφορίας από το κράτος.

-- «Ενα Εθνικό Πρόγραμμα Μεταρρυθμίσεων, για την εφαρμογή του οποίου θα δεσμευτεί το σύνολο των δημοκρατικών κοινοβουλευτικών δυνάμεων». Ο,τι δηλαδή δουλεύει το διάστημα αυτό η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ, «συνδιαμορφώνοντας» από κοινού με το κεφάλαιο και τους ιμπεριαλιστικούς «θεσμούς» το «δικής της κοπής» μνημόνιο, για το οποίο άλλωστε επανειλημμένα έχει ζητηθεί η δέσμευση όλων των αστικών πολιτικών δυνάμεων «ανεξάρτητα από εκλογικούς κύκλους».

-- «Ενα Πρόγραμμα Επενδύσεων της τάξης των 100 δισ., που θα προσελκύσει κυρίως μακροχρόνια ιδιωτικά επενδυτικά κεφάλαια εγχώρια και ξένα», στήριξη δηλαδή με ζεστό χρήμα και προνόμια των επιχειρηματικών ομίλων, ως όρο για την προσέλκυση κεφαλαίων στην εγχώρια καπιταλιστική οικονομία, όπως έχει ζητήσει κατ' επανάληψη και ο ΣΕΒ, συνεκτιμώντας την τεράστια κατρακύλα του ΑΕΠ στα χρόνια της καπιταλιστικής κρίσης.

-- «Διαμόρφωση μιας εθνικής στρατηγικής για το ιδιωτικό χρέος. (...) δραστική αντιμετώπιση του προβλήματος των κόκκινων δανείων, ώστε οι τράπεζες να μπορούν να ανταποκριθούν στον αναπτυξιακό τους ρόλο», όπως ακριβώς δηλαδή νομοθετεί η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ με την πολύπλευρη θωράκιση των πλειστηριασμών, αλλά και την προσπάθεια «ξεκαθαρίσματος» του τοπίου με τις υπερχρεωμένες επιχειρήσεις, την απαξίωση δηλαδή κεφαλαίου που αποτελεί βασικό πρόβλημα για το νέο γύρο καπιταλιστικής συσσώρευσης.

Μόνιμη «εποπτεία»...

Επιβεβαιώνοντας, εξάλλου, ότι τα σχέδια του κεφαλαίου προϋποθέτουν σε κάθε περίπτωση τη μόνιμη «εποπτεία» των λαϊκών αναγκών, αλλά και τη συνέχιση των αντεργατικών αναδιαρθρώσεων που έρχονται να προστεθούν σε αυτές των προηγούμενων χρόνων, στο πρόγραμμα επισημαίνεται πως βασικός στόχος είναι η «δημοσιονομική σταθερότητα», καθώς και ότι «οι δεσμεύσεις για τη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων σε συνδυασμό με τη δημιουργία ενός ταμειακού αποθέματος θα προσδώσουν πρόσθετη αξιοπιστία στο εγχείρημα εξόδου στις αγορές».

Παραπέρα, εκτιμάται ότι «παρά τις μεγάλες περικοπές που έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια, υπάρχουν ακόμα περιθώρια για μείωση των λειτουργικών δαπανών του κράτους και εξορθολογισμού των λειτουργιών», με μέτρα όπως τη σύνδεση των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων με τα αποτελέσματα της «αξιολόγησής» τους, τη μεταφορά πόρων «από τις καταναλωτικές δαπάνες του κράτους στο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων» κ.ο.κ., ενώ ουσιαστικά προαναγγέλλεται και η συνέχιση της φοροληστείας του λαού, αφού, όπως αναφέρεται, «η πολιτική μείωσης των φορολογικών βαρών θα πρέπει να είναι δημοσιονομικά ουδέτερη και να βασιστεί στο δημοσιονομικό χώρο που θα προκύψει από τη μεγέθυνση της οικονομίας, τη μείωση της κρατικής σπατάλης και τη διαπραγμάτευση για το χρέος».

...με πυξίδα τις «αντοχές» της κερδοφορίας...

Η θωράκιση της «ανταγωνιστικότητας» του κεφαλαίου αποτυπώνεται και στα μέτρα που αφορούν την «καρδιά» της καπιταλιστικής κερδοφορίας, το αντεργατικό οπλοστάσιο που έχει στα χέρια της η εργοδοσία για την ένταση της εκμετάλλευσης.

Ενδεικτικά είναι τα όσα λέγονται για την ανάγκη νέων φοροαπαλλαγών και εισφοροαπαλλαγών για τις επιχειρήσεις, αφού «ουσιώδης είναι η αναγκαιότητα μείωσης του μη μισθολογικού κόστους» που «έχει ως συνέπεια τη συρρίκνωση της πραγματικά επιτευχθείσας ανταγωνιστικότητας».

Στην ίδια λογική είναι και τα όσα λέγονται για το ότι «ο κατώτερος μισθός θα διαμορφώνεται μέσα από τη συμφωνία των κοινωνικών εταίρων στο πλαίσιο της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας. Ετσι η βελτίωσή του θα διασφαλίζεται στο πλαίσιο των αντοχών της οικονομίας», όπως αυτές ορίζονται κάθε φορά από το κεφάλαιο και τους πολιτικούς εκφραστές του.

Επιπλέον, επισημαίνεται η ανάγκη ενίσχυσης και «διεύρυνσης» των μηχανισμών του «κοινωνικού εταιρισμού», αφού όπως λέγεται, «ο διάλογος μεταξύ των κοινωνικών εταίρων (...) είναι κομβικός σε αυτήν τη διαδικασία και πρέπει να διευρυνθεί και με άλλα ζητήματα, πέρα και πάνω από το στενό προσδιορισμό του κατώτατου μισθού (...) Τέτοια ζητήματα είναι η συνεχής αναβάθμιση των δεξιοτήτων των εργαζομένων, η εκπαίδευση και η διασύνδεσή της με τις ανάγκες της οικονομίας και των επιχειρήσεων, η είσοδος των νέων στην αγορά εργασίας, η αποτελεσματική επίλυση των συλλογικών διαφορών».

Για, δε, το Ασφαλιστικό, στη γραμμή της διάλυσης του κοινωνικού χαρακτήρα της που έχουν υπηρετήσει με συνέπεια, προκρίνουν τους γνωστούς «3 πυλώνες» (κύρια Ασφάλιση, ΕΤΕΑΕΠ/Επαγγελματικά Ταμεία, ιδιωτική Ασφάλιση) και την ανάγκη για «ριζική αλλαγή δομής κύριων συντάξεων, με ενίσχυση της ανταποδοτικότητας».

Ειδικά για την κύρια σύνταξη, ζητά μετεξέλιξη σε ένα νέο Μεικτό Σύστημα, όπου το συνολικό ύψος της δαπάνης για τη «βασική σύνταξη» θα καθορίζεται ως ποσοστό του ΑΕΠ «βάσει των δημοσιονομικών δυνατοτήτων της χώρας», ενώ σε αυτήν τη σύνταξη πείνας θα προστίθεται και ένα κομμάτι «αναλογικής σύνταξης» ανάλογο με την τσέπη του ασφαλισμένου.

...και τα «θέλω» των επιχειρηματικών ομίλων

Τα «θέλω» των επιχειρηματικών ομίλων και η ανάγκη θωράκισης της «ανταγωνιστικότητας» του κεφαλαίου βρίσκονται στην καρδιά και των όσων λέγονται για το πώς το «επιτελικό κράτος» θα συμβάλλει:

-- Στο άνοιγμα νέων πεδίων κερδοφορίας σε μια σειρά τομείς, αφού όπως χαρακτηριστικά λέγεται: «Ο απαραίτητος δημόσιος χαρακτήρας των βασικών υπηρεσιών προς τους πολίτες - επίλυση δικαστικών διαφορών, ασφάλιση, υγεία, εκπαίδευση, κοινωνική προστασία κ.ά. - δεν σημαίνει ότι πρέπει αναγκαστικά να παρέχονται μόνο από το κράτος». Πολλές είναι και οι αναφορές στην ανάγκη αναθεώρησης του άρθρου 16 του Συντάγματος, ώστε να δίνεται η δυνατότητα ίδρυσης «μη κρατικών πανεπιστημίων», ενώ στα τέτοια σχέδια βλέπει ως πρωταγωνιστικό το ρόλο της Τοπικής Διοίκησης.

-- Στη στενότερη προσαρμογή της Δικαιοσύνης στις επιχειρηματικές ανάγκες με «πρωτοβουλίες» όπως διαμεσολάβηση, εξωδικαστικός μηχανισμός ρύθμισης οφειλών, εφαρμογή μέτρων επιτάχυνσης των δικαστικών διαδικασιών κ.ά, αφού όπως επισημαίνεται: «Η καθυστέρηση στην εκδίκαση οικονομικών διαφορών αποτελεί κρίσιμο παράγοντα και στην απόφαση για την υλοποίηση επενδύσεων από ξένους επενδυτές».

-- Ο «ενεργότερος ρόλος» που δίνεται στην Τοπική Διοίκηση για τη στήριξη των στόχων αυτών, μέσα από την ενίσχυση του φορομπηχτικού και φοροεισπρακτικού μηχανισμού («δημοσιονομική αποκέντρωση. Μετάβαση στην είσπραξη σε τοπικό επίπεδο των εσόδων των δήμων») και μέτρα όπως την «καθιέρωση γενικού τεκμηρίου ανεμπόδιστης εκτέλεσης δημοσίων και ιδιωτικών επενδύσεων». «Αξιολόγηση όχι μόνο του προσωπικού, αλλά και της επίδοσης των δήμων» κ.ο.κ.

Τους ίδιους στόχους εξυπηρετούν και οι προτεινόμενες αλλαγές στο Σύνταγμα, ώστε «να ενισχύει την πολιτική σταθερότητα» στο αστικό πολιτικό σύστημα, με προτάσεις ενίσχυσης των αρμοδιοτήτων του Προέδρου της Δημοκρατίας και σχήματα για την εκλογή του που να αποτρέπουν τη διάλυση της Βουλής, εκλογικό σύστημα προσαρμοσμένο στις ανάγκες για «λειτουργικές κυβερνήσεις συνασπισμού, δημιουργώντας την απαραίτητη πολιτική συναίνεση και μια νέα πολιτική κουλτούρα συνεργασίας και εθνικής συνεννόησης», προτάσεις για ακόμα στενότερο έλεγχο της λειτουργίας των κομμάτων με πρόσχημα τον έλεγχο των οικονομικών τους. Τις προτάσεις αυτές, εξάλλου, κατέθεσε μέσα στη βδομάδα σε ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ η Φ. Γεννηματά.


Θ. Μπ.


Κορυφή σελίδας

Διαβάστε στο «Ρ»
Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org