Τρίτη 6 Μάρτη 2018
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Σελίδα 9
ΠΟΛΙΤΙΚΗ
ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ - ΕΥΡΩΖΩΝΗ - ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤIΚΟΙ ΟΜΙΛΟΙ
Εντατικές διεργασίες με κοινή συνισταμένη το βάθεμα της αντιλαϊκής πολιτικής

Eurokinissi

Η κλιμάκωση των αναδιαρθρώσεων, η διατήρηση ολόκληρης της γκάμας με τα αντιλαϊκά μέτρα της μνημονιακής περιόδου και βέβαια οι «προβληματισμοί» γύρω από τις μορφές του εποπτικού πλαισίου της αντιλαϊκής πολιτικής μετά τη λήξη του τρέχοντος «προγράμματος» αποτελούν τις κεντρικές παραμέτρους και την κοινή συνισταμένη των διεργασιών που εντείνονται ανάμεσα σε κυβέρνηση, επιχειρηματικούς ομίλους και ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς, στην προοπτική πάντα της «διατηρήσιμης ανάκαμψης» και της ενισχυμένης ανταγωνιστικότητας του κεφαλαίου.

Γύρω από τους άξονες αυτούς περιστράφηκαν και οι παρεμβάσεις υψηλόβαθμων παραγόντων της Ευρωζώνης στο πλαίσιο του «Οικονομικού Φόρουμ των Δελφών», που ολοκληρώθηκε την Κυριακή.

Μεταξύ άλλων:

  • Ο Ντ. Κοστέλο, εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στο κουαρτέτο, χαρακτηριστικά επισήμανε πως «παρότι η δημόσια διοίκηση στην Ελλάδα έχει κάνει μεγάλη πρόοδο, ενδεχομένως να μην είναι ακόμη ικανή να εφαρμόσει μόνη της τις μεταρρυθμίσεις, γι' αυτό και χρειάζεται κάποιου είδους εποπτεία. Ολοι ξέρουμε τι πρέπει να γίνει», ενώ «αυτό που χρειάζεται τώρα είναι να τα βάλουμε όλα κάτω και να αναληφθούν δεσμεύσεις για την εφαρμογή τους».

Σύμφωνα με τον ίδιο, το κρατικό χρέος παραμένει πολύ υψηλό, όπως και η ανεργία και τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, ενώ «η εμπειρία δείχνει ότι η διόρθωση των προβλημάτων παίρνει πολύ χρόνο». Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, σημείωσε πως «το πραγματικό ζήτημα είναι αν η Ελλάδα μπορεί να πετύχει διατηρήσιμη ανάκαμψη μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα», ενώ «απομένει μακρύς δρόμος να διανυθεί για την εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων».

  • Ο Κλ. Ρέγκλινγκ, επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM), από την πλευρά του τόνισε ότι «στα επόμενα χρόνια, η Ελλάδα μπορεί να πετύχει τον εκσυγχρονισμό της οικονομίας της μόνο αν συνεχίσει να λαμβάνει τις σωστές πολιτικές αποφάσεις. Θα χρειαστεί πολλή επιμονή για να ανακτήσει τη διαρκή εμπιστοσύνη των επενδυτών και να θέσει την οικονομία της σε διατηρήσιμο έδαφος».

Επισημαίνοντας ότι «αν όλα πάνε καλά, σύντομα δεν θα χρειάζεται πια οικονομική βοήθεια από τους εταίρους της στην Ευρωζώνη», υπογράμμισε ότι το «ταξίδι», όπως αποκάλεσε την κλιμάκωση της αντιλαϊκής πολιτικής, «δεν έχει τελειώσει - απέχουμε πολύ από κάτι τέτοιο. Το να γίνει η Ελλάδα μια σύγχρονη, ανταγωνιστική και ανθεκτική οικονομία θα πάρει περισσότερο χρόνο και θα διαρκέσει πολύ μετά το τέλος του προγράμματος. Αυτό είναι το πιο σημαντικό μου μήνυμα σήμερα», κατέληξε ο επικεφαλής του ESM.

Σημείωσε δε ότι ενώ όλοι συμφωνούν πως το ελληνικό χρέος πρέπει να είναι διαχειρίσιμο, «η πρόσθετη ελάφρυνσή του δεν είναι το σημαντικότερο πράγμα», τονίζοντας ότι «αυτό που η Ελλάδα πρωταρχικά χρειάζεται είναι η ανάπτυξη, οι συνεχιζόμενες μεταρρυθμίσεις και μια οικονομία φιλική προς την επιχειρηματικότητα, με επαρκή δημόσια διοίκηση».

Παροτρύνσεις για «συναίνεση»...

Από την πλευρά του, ο Ευ. Μυτιληναίος, πρόεδρος του ομώνυμου επιχειρηματικού ομίλου και επόμενος πρόεδρος του ΣΕΒ, μιλώντας στο «Φόρουμ των Δελφών», εστίασε στην «ανάγκη πολιτικής σταθερότητας και συναίνεσης στη χώρα», με στόχο την «ανάπτυξη».

Σύμφωνα με τον ίδιο, τα μνημόνια βοήθησαν στη βελτίωση της οικονομίας, ενώ όπως επισήμανε «όσες επιχειρήσεις επιβίωσαν είναι σήμερα πολύ ανταγωνιστικές». Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η συνέχιση του μεταρρυθμιστικού έργου είναι πολύ σημαντική ακόμη και μετά την έξοδο από τα μνημόνια. Αν μπορούσε να υποδείξει τρία πράγματα σε έναν πρωθυπουργό, πρόσθεσε, «θα ήταν η εξασφάλιση της ελάχιστης πολιτικής συναίνεσης και σταθερότητας, η δέσμευση ότι θα υλοποιεί όσα εξαγγέλλει και η αντιμετώπιση της επιχειρηματικότητας ως μέσου δημιουργίας θέσεων εργασίας και όχι η "δαιμονοποίηση"».

Την ίδια ώρα, ενδεικτικά είναι και όσα είπε αναφορικά με τις εξελίξεις στην ΠΓΔΜ, διατυπώνοντας την άποψη ότι «οι Σκοπιανοί επείγονται να τους υιοθετήσουμε, γιατί θεωρούν ότι η σύνδεση με την Ελλάδα θα τους λύσει όλα τα προβλήματα». Την ίδια ώρα, όπως είπε, το ενδεχόμενο εμπορικού πολέμου ΗΠΑ- ΕΕ θα ήταν η «χειρότερη εξέλιξη».

Εξίσου χαρακτηριστική ήταν και η παρέμβασή του αναφορικά με τυχόν μελλοντικές εξελίξεις στη ΔΕΗ, εξαιτίας των μείωσης των μεριδίων αγοράς και της εισόδου νέων «παικτών» στο χώρο. Οπως είπε, «αν πέσει η ΔΕΗ, θα πέσουμε όλοι, γι' αυτό και πρέπει να τη στηρίξουμε».

...και «φιλοδοξίες»

Παράλληλα, ο διευθύνων σύμβουλος των ΕΛΠΕ, Γρ. Στεργιούλης, υπογράμμισε ότι «η Ελλάδα πληροί όλες τις προϋποθέσεις προκειμένου να καταστεί στρατηγικός κόμβος - ενεργειακός, διαμετακομιστικός και αποθηκευτικός - στη Ν/Α Ευρώπη», εξαιτίας της στρατηγικής θέσης που κατέχει γεωγραφικά, αλλά και των σημαντικών υποδομών που έχει αναπτύξει.

Οπως είπε, «οι πρόσφατες ανακαλύψεις εκμεταλλεύσιμων κοιτασμάτων υδρογονανθράκων στη Λεκάνη της Ανατολικής Μεσογείου και η βούληση της ελληνικής κυβέρνησης να προχωρήσει με ταχύτερα βήματα στην ουσιαστική έρευνα και αξιοποίηση του πιθανού δυναμικού σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο στη χώρα μας διαμορφώνουν μια νέα πραγματικότητα, στην οποία τα ΕΛΠΕ φιλοδοξούν να διαδραματίσουν πρωταγωνιστικό ρόλο».

Ο διευθύνων σύμβουλος των ΕΛΠΕ επισήμανε ακόμη ότι ο τομέας της Ενέργειας μπορεί και πρέπει να αποτελέσει την ατμομηχανή και τον βασικό πυλώνα για την αναπτυξιακή πορεία της χώρας και βάση συνεργασίας για τους λαούς της περιοχής, προσφέροντας προστιθέμενη αξία, σημαντικές ευκαιρίες για απασχόληση, γεωπολιτική σταθερότητα, αλλά και συμβάλλοντας αποφασιστικά στην ασφάλεια εφοδιασμού της ΕΕ. Σύμφωνα με τον ίδιο, η «καθαρή έξοδος» από τα μνημόνια, η βελτίωση του οικονομικού κλίματος και η αίσθηση της πολιτικής σταθερότητας θα αποτιμηθούν θετικά σε μια αγορά όπου το κόστος χρήματος είναι σημαντικός παράγοντας.

Κόντρες γύρω από την «προληπτική γραμμή» χρηματοδότησης

Την ίδια ώρα, ο τραπεζίτης Μ. Σάλλας, σε άρθρο του στο πρακτορείο ΑΠΕ - ΜΠΕ, δηλώνει αντίθετος στο ενδεχόμενο «προληπτικής γραμμής» για τη χρηματοπιστωτική στήριξη προς το ελληνικό κράτος. Σύμφωνα με τον ίδιο, «η ύπαρξη προστασίας μέσω της προληπτικής πιστωτικής γραμμής οδηγεί τελικά στη χρήση της. Πολλώ δε μάλλον όταν η ανάγκη της γραμμής προβάλλεται μετ' επιτάσεως από την Τράπεζα της Ελλάδος».

Στη γραμμή αυτή, ο Μ. Σάλλας διατυπώνει «σθεναρά την άποψη πως η μοναδική σοβαρή λύση είναι η κατάρτιση ενός προγράμματος διευκόλυνσης χρέους, που θα διαθέτει τους απαραίτητους αυτοματισμούς και η υλοποίησή του θα συνδέεται με συγκεκριμένες παραμέτρους, παράλληλα με το σχηματισμό ενός αποθέματος ασφαλείας...».

Σε κάθε περίπτωση, πάντως, βασικές προϋποθέσεις είναι «το ΑΕΠ να κινείται με ρυθμό ανάπτυξης άνω του 2% κατά μέσο όρο ετησίως και μία ενάρετη διαχείριση που θα φροντίζει πάντα τη διαμόρφωση των απαραίτητων πλεονασμάτων για λόγους ασφαλείας», δηλαδή με άλλα λόγια στο έδαφος της αντιλαϊκής πολιτικής και της περαιτέρω κλιμάκωσής της.

Από την πλευρά του, ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας, Γ. Στουρνάρας, μιλώντας στο «Φόρουμ των Δελφών», επανήλθε στη θέση για τη διαμόρφωση «προληπτικού μηχανισμού», ενώ αναφορικά με τις ενδοαστικές αντιθέσεις για το ζήτημα υπογράμμισε ότι έτσι κι αλλιώς η ελληνική οικονομία «θα είναι για πολλά χρόνια» υπό στενή εποπτεία.

Αναιμική ανάκαμψη με «κινδύνους»

Στο μεταξύ, ισχνός ρυθμός ανάκαμψης, μόλις 1,4% για το 12μηνο του 2017, καταγράφεται στην «πρώτη εκτίμηση» της στατιστικής υπηρεσίας (ΕΛΣΤΑΤ). Μάλιστα, ο ρυθμός αυτός είναι χαμηλότερος και από τις πρόσφατες «χειμερινές προβλέψεις» της Κομισιόν, που ανέμενε ρυθμό ανάκαμψης στο 1,6%, όπως επίσης και από τις εκτιμήσεις που βρίσκονται στον κρατικό προϋπολογισμό για το 2018.

Την ίδια ώρα, με φόντο τις πολιτικές «αβεβαιότητες» στο αστικό πολιτικό σκηνικό στην Ιταλία, εκδηλώνονται και νέες αναταράξεις στις δευτερογενείς αγορές κρατικών ομολόγων αλλά και σε ευρωπαϊκά χρηματιστήρια, συμπεριλαμβανομένης και της ελληνικής αγοράς.

Σε αυτό το πλαίσιο, με ανοιχτό το ζήτημα της κεφαλαιακής επάρκειας των ιταλικών τραπεζών, αστικά επιτελεία κάνουν λόγο για πηγές νέων αβεβαιοτήτων, ακόμη και για το ενδεχόμενο εκδήλωσης μια νέας καπιταλιστικής κρίσης, κάτι το οποίο, σύμφωνα με πληροφορίες, συζητείται στο παρασκήνιο. Στο επίκεντρο, βέβαια, βρίσκεται η «ανάγκη» κλιμάκωσης των αναδιαρθρώσεων, σε συνδυασμό και με τα «αναγκαία» μέτρα «δημοσιονομικής προσαρμογής» από τον όποιο κυβερνητικό σχηματισμό στην Ιταλία.


Κορυφή σελίδας

Τετρασέλιδα του «Ρ»
Διαβάστε στο «Ρ»

Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org