Πέμπτη 11 Γενάρη 2018
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Σελίδα 7
ΠΟΛΙΤΙΚΗ
ΑΝΤΙΑΠΕΡΓΙΑΚΗ ΡΥΘΜΙΣΗ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ
Νέα ωμή παρέμβαση του αστικού κράτους στο συνδικαλιστικό κίνημα

Προστίθεται στο ήδη ισχύον αντεργατικό νομικό πλαίσιο, με στόχο τον ασφυκτικό έλεγχο των συνδικάτων από το κράτος και την εργοδοσία

Η αντιαπεργιακή νομοθετική ρύθμιση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ αποτελεί μία ακόμα ωμή παρέμβαση του αστικού κράτους στο συνδικαλιστικό κίνημα, για λογαριασμό της εργοδοσίας, μία ακόμα αποφασιστική ενίσχυση του ήδη ισχύοντος αντεργατικού νομικού πλαισίου, με βάση το οποίο το κράτος του κεφαλαίου, τα αστικά δικαστήρια και η εργοδοσία παρεμβαίνουν στη λειτουργία των εργατικών συνδικάτων, στον τρόπο με τον οποίο οι εργαζόμενοι λαμβάνουν τις αποφάσεις τους, στις μορφές πάλης που «νομιμοποιούνται» να κηρύξουν τα εκλεγμένα όργανά τους, ακόμα και στο ίδιο το περιεχόμενο των αιτημάτων τους και των κινητοποιήσεών τους!

Η νομοθετική παρέμβαση της κυβέρνησης, που προβλέπει την αύξηση της απαιτούμενης απαρτίας στις Γενικές Συνελεύσεις των πρωτοβάθμιων σωματείων με θέμα την κήρυξη απεργίας στο 1/2 των οικονομικά τακτοποιημένων μελών, από το 1/5 έως το 1/3 που ισχύει μέχρι σήμερα, δεν γράφεται σε «λευκό χαρτί». Ερχεται να προστεθεί στο αντεργατικό νομικό πλαίσιο, με βάση το οποίο ήδη οι 9 στις 10 απεργίες βγαίνουν παράνομες ή καταχρηστικές ή και τα δύο.

Πώς βγαίνουν ήδη 9 στις 10 απεργίες παράνομες και καταχρηστικές

Οπως σημειώνουν συνδικαλιστές και εργατολόγοι, και με τη μέχρι τώρα νομοθεσία (νόμος 1264/82) μπαίνουν ως προϋποθέσεις μια σειρά από γραφειοκρατικές διαδικασίες και τυπικές προβλέψεις που κάνουν ασφυκτικά τα όρια «νομιμότητας» μιας απεργίας και εύκολα δημιουργούν «πατήματα» για να βγαίνουν οι απεργίες παράνομες.

Σε αυτά περιλαμβάνονται η υποχρέωση των συνδικαλιστικών οργανώσεων για «έγκαιρη προειδοποίηση» της εργοδοσίας, που σημαίνει ότι και μια ολιγόωρη καθυστέρηση ειδοποίησης καθιστά την απεργία παράνομη, η ειδοποίηση όλων των εργοδοτικών φορέων που μπορεί να εμπλέκονται σε κάποια απεργία (π.χ. στους δημόσιους υπάλληλους, πρέπει να ειδοποιηθούν το υπουργείο Οικονομικών, το εποπτεύον υπουργείο, καθώς και η διοίκηση του αρμόδιου φορέα). Το ίδιο συμβαίνει και αν δεν τηρηθεί επακριβώς η διαδικασία για τον ορισμό του προσωπικού ασφαλείας.

Χαρακτηριστικό φαινόμενο είναι η «βιομηχανία» δικών σε βάρος των εργατικών αγώνων, η οποία αναπτύσσεται ραγδαία. Στο πλαίσιο αυτών των δικών, παρατηρείται ότι στην κρίση των δικαστηρίων κατά τον έλεγχο της νομιμότητας κυριαρχεί η προσκόλληση στο «γράμμα του νόμου», ενώ γίνεται συχνά η επίκληση στην έννοια της «καταχρηστικότητας». Ετσι πολλές φορές, πέραν των διαδικαστικών ζητημάτων, τα αστικά δικαστήρια κρίνουν τα ίδια τα απεργιακά αιτήματα και το περιεχόμενό τους άλλοτε «παράλογα», «υπερβολικά», «επουσιώδη», «άνευ αντικειμένου» ή ακόμα χειρότερα κρίνουν αν έχουν επιπτώσεις στα οικονομικά μιας επιχείρησης (!), λες και μπορεί να υπάρξει απεργία χωρίς να έχει κάποιες επιπτώσεις στην επιχείρηση που γίνεται.

Παράλληλα, στην κρίση πολλών δικαστηρίων και όχι μόνο, έχει γίνει πλέον κανόνας η επίκληση στο «γενικότερο κοινωνικό συμφέρον» ή στην κατάσταση της «εθνικής οικονομίας», στην «ταλαιπωρία του επιβατηγού κοινού» όταν πρόκειται για απεργίες στα μέσα μαζικής μεταφοράς κ.λπ.

Επιπλέον, τα τελευταία χρόνια είναι σύνηθες τα δικαστήρια να χαρακτηρίζουν απεργίες καταχρηστικές επειδή κρίνεται ότι έχουν αιτήματα με «πολιτικό χαρακτήρα», μόνο και μόνο επειδή διατυπώνονται αιτήματα που στρέφονται ενάντια στην κυβερνητική πολιτική! Λες και είναι δυνατόν η πάλη των εργαζομένων ενάντια στον εργασιακό μεσαίωνα που βιώνουν να μην στρέφεται ενάντια στην κυβερνητική πολιτική που τον επιβάλλει προς όφελος του κεφαλαίου! Είναι χαρακτηριστικό ότι στη βάση τέτοιων ισχυρισμών βγαίνουν καταχρηστικές πολλές απεργίες ακόμα και σε κρατικές επιχειρήσεις!

Αντίστοιχα εμπόδια στο απεργιακό δικαίωμα μπαίνουν και από την ίδια τη διαδικασία των δικών κατά απεργιών. Οπως τονίστηκε πριν λίγους μήνες σε ημερίδα του ΠΑΜΕ για το απεργιακό δικαίωμα, «οι σχετικές δίκες, με τις σφιχτές προθεσμίες που κατά το δοκούν καθορίζει ο προϊστάμενος του εκάστοτε Πρωτοδικείου, προσβάλλουν τις αξίες της δίκαιης δίκης, αφού η εναγόμενη συνδικαλιστική οργάνωση καλείται να απαντήσει σε ένα πολυσέλιδο δικόγραφο του εργοδότη εντός 2 ωρών προτού προσέλθει στο δικαστήριο για την εκδίκαση της υπόθεσης. Αποτέλεσμα αυτού είναι η ελλιπής προετοιμασία, η αδυναμία ανεύρεσης των σχετικών εγγράφων ή των μαρτύρων...».

Μέσα σε όλο αυτό το αντεργατικό πλαίσιο, η νέα αντιαπεργιακή ρύθμιση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ έρχεται να προωθήσει ακόμα περισσότερο την προσπάθεια ξηλώματος του απεργιακού δικαιώματος και επιβολής ασφυκτικού ελέγχου στο συνδικαλιστικό κίνημα.

Εχει ιδιαίτερη σημασία, εξάλλου, ότι παρά τους διάφορους κυβερνητικούς ισχυρισμούς ότι η αντιδραστική διάταξη αφορά μόνο τα πρωτοβάθμια επιχειρησιακά σωματεία, πουθενά στο πολυνομοσχέδιο δεν υπάρχει τέτοια σαφής αναφορά (που να εξαιρεί π.χ. με σαφήνεια τα κλαδικά σωματεία), ενώ εργατολόγοι επισημαίνουν ότι ο τρόπος με τον οποίο διατυπώνεται η συγκεκριμένη διάταξη (δηλαδή στο σημείο όπου ορίζεται η απαρτία όλων των πρωτοβάθμιων συνδικαλιστικών οργανώσεων) ανοίγει το δρόμο για την επέκτασή της και στη λειτουργία των πρωτοβάθμιων σωματείων, πανελλαδικής ή τοπικής εμβέλειας.


Κορυφή σελίδας

Τετρασέλιδα του «Ρ»
Διαβάστε στο «Ρ»
Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org