Πέμπτη 22 Δεκέμβρη 2016
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Σελίδα 12
ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΙ ΚΑΙ ΛΑΪΚΗ ΣΥΜΜΑΧΙΑ (ΤΕΤΡΑΣΕΛΙΔΟ)
ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ - ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ
Ανοίγουν δρόμο για παραπέρα απελευθέρωση των ομαδικών απολύσεων

Η απόφαση για την υπόθεση «Lafarge», που εκδόθηκε χτες, προαναγγέλλει γενικότερη ένταση της αντεργατικής επίθεσης σε όλα τα μέτωπα

Αμεση απάντηση στην απόφαση του Δικαστηρίου και στις ανακοινώσεις της κυβέρνησης έδωσαν συνδικάτα της Αττικής με διαμαρτυρία στο υπουργείο Εργασίας
Αμεση απάντηση στην απόφαση του Δικαστηρίου και στις ανακοινώσεις της κυβέρνησης έδωσαν συνδικάτα της Αττικής με διαμαρτυρία στο υπουργείο Εργασίας
Την κατοχύρωση και μονιμοποίηση της σημερινής εργασιακής ζούγκλας, αλλά και την επιτάχυνση της παραπέρα απελευθέρωσης των ομαδικών απολύσεων και συνολικά των νέων αντεργατικών ανατροπών που αξιώνουν τα μονοπώλια, σηματοδοτούν τόσο η απόφαση του Δικαστηρίου της ΕΕ για την προσφυγή της «Lafarge», που εκδόθηκε χτες, όσο και η ανακοίνωση του υπουργείου Εργασίας, μέσω της οποίας η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ έσπευσε να δηλώσει ότι θα «συμμορφωθεί με την απόφαση» και θα προσαρμόσει τις ήδη αντεργατικές ισχύουσες εθνικές διατάξεις για τη διαδικασία των ομαδικών απολύσεων, σε ακόμη πιο αντιδραστική κατεύθυνση.

Θυμίζουμε ότι η γαλλική πολυεθνική, ιδιοκτήτρια των «Τσιμέντων Χαλκίδας», προσέφυγε στο Συμβούλιο της Επικρατείας ζητώντας ακύρωση της υπουργικής απόφασης, με την οποία δεν εγκρίθηκαν οι ομαδικές απολύσεις που ήθελε να κάνει, προκειμένου να κλείσει το εργοστάσιο (βλέπε αναλυτικά στο θέμα με το ιστορικό της υπόθεσης «Lafarge»). Στη συνέχεια και προκειμένου να γνωμοδοτήσει επί της προσφυγής της πολυεθνικής, το ΣτΕ απηύθυνε προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο της ΕΕ για το κατά πόσο η ελληνική νομοθεσία και πρακτική είναι συμβατή με την ευρωπαϊκή Οδηγία για τις ομαδικές απολύσεις.

Πάνω σ' αυτά τα ερωτήματα, εκδόθηκε χτες η απόφαση του Δικαστηρίου της ΕΕ (ΔΕΕ), η οποία, όπως άλλωστε αναμενόταν μετά και τη σχετική εισήγηση του γενικού εισαγγελέα, επιβεβαιώνει το ρόλο του ως θεματοφύλακα των συμφερόντων του κεφαλαίου, των περιβόητων «ελευθεριών» του, όπως αυτές αποτυπώνονται στις αντεργατικές συνθήκες και Οδηγίες της ΕΕ, στη βάση των οποίων κρίνει τα ζητήματα.

Σ' αυτές εντάσσεται και η Οδηγία 98/59/ΕΚ για τις ομαδικές απολύσεις, που στην πραγματικότητα διασφαλίζει ότι οι μεγάλες καπιταλιστικές επιχειρήσεις, στο όνομα των «ελευθεριών» της καπιταλιστικής οικονομίας, μπορούν να πετούν χωρίς κανένα ουσιαστικό εμπόδιο εργάτες στο δρόμο και να προσαρμόζουν το εργατικό δυναμικό σύμφωνα με τα εκάστοτε επιχειρηματικά τους πλάνα και τις ανάγκες της κερδοφορίας τους.

Ταυτόχρονα, η απόφαση του ΔΕΕ γκρεμίζει τους μύθους της κυβέρνησης και όλων των κομμάτων της αστικής διαχείρισης, περί «ευρωπαϊκού κεκτημένου», αποδεικνύοντας για μια φορά ακόμη ότι στον πυρήνα αυτού του «κεκτημένου» είναι η διαρκής ανατροπή των εργατικών δικαιωμάτων, με βάση τα συμφέροντα και την «επιχειρηματική ελευθερία» του κεφαλαίου.

Με πυξίδα τις «ελευθερίες» του μεγάλου κεφαλαίου

Οπως σημειώνεται χαρακτηριστικά στο σκεπτικό της απόφασης του ΔΕΕ, «ούτε η Οδηγία 98/59, ούτε προηγουμένως η Οδηγία 75/129 περιορίζουν την ελευθερία του εργοδότη να επιλέξει εάν θα προβεί σε ομαδικές απολύσεις (...) δε θίγεται η ελευθερία του να επιλέξει εάν και πότε πρέπει να καταρτίσει σχέδιο ομαδικών απολύσεων», ενώ διευκρινίζεται ότι οι Οδηγίες αυτές απλώς «διασφαλίζουν (...) τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται σε περίπτωση τέτοιων απολύσεων».

Επιβεβαιώνεται, δηλαδή, ότι η κυβέρνηση και οι θιασώτες της ΕΕ κατασκεύασαν μια καρικατούρα περί «ευρωπαϊκού κεκτημένου», που δήθεν προστατεύει τα εργατικά δικαιώματα, όταν στην πραγματικότητα το μόνο που κατοχυρώνουν είναι τις ελευθερίες του μεγάλου κεφαλαίου... Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση της περίφημης «ελευθερίας εγκατάστασης» των επιχειρήσεων, που κατοχυρώνεται με το άρθρο 49 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της ΕΕ (ΣΛΕΕ), την οποία επικαλείται η απόφαση.

Το σκεπτικό της απόφασης είναι αποκαλυπτικό. Γράφεται μεταξύ άλλων: «Η πραγματική άσκηση της ελευθερίας εγκαταστάσεως εμπεριέχει (...) καταρχήν, τη δυνατότητα καθορισμού της φύσεως και του εύρους της οικονομικής δραστηριότητας (...) καθώς και, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας με το σημείο 65 των προτάσεών του, την ευχέρεια συρρικνώσεως, εν συνεχεία, ή ακόμη και παύσεως της δραστηριότητας αυτής και της λειτουργίας της προαναφερθείσας εγκαταστάσεως».

Οπως συμπληρώνει, «...κατά την επίμαχη στην κύρια δίκη ρύθμιση (σ.σ. εννοεί τη διοικητική έγκριση από την πλευρά του υπουργού), αυτή καθ' αυτήν η δυνατότητα μιας τέτοιας εγκαταστάσεως να προβεί σε ομαδική απόλυση εξαρτάται, εν προκειμένω, από την προϋπόθεση μη εναντιώσεως της αρμόδιας δημόσιας αρχής. Η απόφαση, όμως, περί διενέργειας ομαδικής απολύσεως συνιστά θεμελιώδη απόφαση για τον βίο μιας επιχειρήσεως...

Διαπιστώνεται, συναφώς, ότι μια τέτοια εθνική νομοθετική ρύθμιση αποτελεί σημαντική επέμβαση στην άσκηση ορισμένων ελευθεριών που εν γένει απολαύουν οι επιχειρήσεις (...) Τούτο ισχύει και για την ελευθερία των εν λόγω επιχειρήσεων να προσλαμβάνουν εργαζομένους, ώστε να είναι σε θέση να ασκήσουν τις δραστηριότητές τους, ή ακόμη να παύουν για δικούς τους λόγους τη δραστηριότητα της εγκαταστάσεώς τους, καθώς και για την ελευθερία τους να κρίνουν εάν και πότε πρέπει να καταρτίσουν σχέδιο ομαδικών απολύσεων...».

Και το συγκεκριμένο απόσπασμα από το σκεπτικό της απόφασης καταλήγει: «Εθνική νομοθετική ρύθμιση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη είναι, συνεπώς, ικανή να καταστήσει εξαρχής λιγότερο ελκυστική την πρόσβαση στην ελληνική αγορά και, εν συνεχεία, να περιορίσει σημαντικά ή και να εξαλείψει τη δυνατότητα των επιχειρήσεων άλλων κρατών - μελών που έχουν τελικά εγκατασταθεί σε μια νέα αγορά, να ρυθμίσουν τη δραστηριότητά τους ή και να την παύσουν, αποδεσμεύοντας, στο πλαίσιο αυτό, τους εργαζομένους τους οποίους έχουν προηγουμένως προσλάβει».

Με άλλα λόγια, η πλήρης ελευθερία δράσης των επιχειρηματικών ομίλων, η μετεγκατάστασή τους στο ένα ή το άλλο κράτος - μέλος της ΕΕ, η ανάπτυξη δραστηριοτήτων ή ο περιορισμός τους, μέχρι και η παύση λειτουργίας μιας επιχείρησης και η μαζική απόλυση των εργαζομένων, όπως δηλαδή ζητούσε και η «Lafarge», είναι οι «ιερές αγελάδες» του «ευρωπαϊκού κεκτημένου». Με αυτές τις «επισημάνσεις» του ΔΕΕ έσπευσε να δηλώσει ότι θα «συμμορφωθεί» η ελληνική κυβέρνηση.

Ανεξάρτητα από τον τρόπο που τελικά θα το κάνει, στόχος είναι να λύσει ακόμα περισσότερο τα χέρια του κεφαλαίου για το ξεζούμισμα των εργαζομένων όποτε, όπως και για όσο θέλει, με βάση τα συμφέροντά του.

Να μη μένει καμιά «ασάφεια» για τα συμφέροντα των μονοπωλίων

Υπό αυτό το πρίσμα, το ΔΕΕ σημειώνει πως «η Οδηγία 98/59/ΕΚ δεν αντιτίθεται, καταρχήν, σε εθνική νομοθετική ρύθμιση, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη...», δηλαδή τη δυνατότητα της εθνικής δημόσιας αρχής να εγκρίνει ή όχι τις σχεδιαζόμενες απολύσεις.

Ξεκαθαρίζει ωστόσο: «Δεν ισχύει όμως το ίδιο, εάν διαπιστωθεί ότι, λόγω των τριών κριτηρίων αξιολογήσεως στα οποία παραπέμπει η ρύθμιση αυτή και της κατά περίπτωση εφαρμογής της από την ως άνω δημόσια αρχή υπό τον έλεγχο των αρμοδίων δικαστηρίων, η επίμαχη ρύθμιση έχει ως συνέπεια να καθίστανται οι διατάξεις της Οδηγίας άνευ πρακτικής αποτελεσματικότητας, ζήτημα του οποίου η εξέταση απόκειται στο αιτούν δικαστήριο».

Ουσιαστικά, το ΔΕΕ αναγνωρίζει πως το ήδη υπάρχον αντεργατικό νομοθετικό πλαίσιο στην Ελλάδα για τις ομαδικές απολύσεις είναι καταρχήν συμβατό με όσα προβλέπει η σχετική ευρωενωσιακή Οδηγία. Ωστόσο, καλεί σε παραπέρα προσαρμογή ορισμένων παραμέτρων του, ώστε να είναι πλήρως διασφαλισμένο ότι η εφαρμογή του δεν θα περιορίζει την «ελευθερία εγκατάστασης» του μεγάλου κεφαλαίου, την «ελευθερία» του να κάνει ομαδικές απολύσεις όποτε αυτό απαιτούν τα συμφέροντά του, χωρίς περιορισμούς.

Καθόλου τυχαία, η απόφαση του Δικαστηρίου επικεντρώνει στα τρία κριτήρια με τα οποία οι ελληνικές αρχές εξετάζουν τα σχέδια των εργοδοτών για ομαδικές απολύσεις και υποτίθεται ότι μπορούν να τα απορρίψουν. Το ΔΕΕ κρίνει ότι το πρώτο κριτήριο («συμφέρον της εθνικής οικονομίας») δεν μπορεί να γίνει δεκτό (γεγονός που σχετίζεται, βέβαια, με τους ενδοκαπιταλιστικούς ανταγωνισμούς στο εσωτερικό της ΕΕ).

Οσον αφορά τα άλλα δύο κριτήρια, «κατάσταση της επιχείρησης» και «συνθήκες στην αγορά εργασίας», θεωρεί πως αυτά έχουν διατυπωθεί κατά τρόπο «γενικό και ασαφή» και έτσι δεν ικανοποιούν.

Για να μην αφήσει, μάλιστα, περιθώρια παρερμηνειών για το περιεχόμενο της... «σαφήνειας» που ζητά, απαντώντας σε σχετικό ερώτημα του ΣτΕ, το Δικαστήριο της ΕΕ ξεκαθαρίζει ότι ούτε οι συνθήκες οξείας οικονομικής κρίσης, ούτε η υψηλή ανεργία σε ένα κράτος μπορούν να δικαιολογήσουν «παρέκκλιση» από τη Συνθήκη Λειτουργίας της ΕΕ και την επίμαχη ευρωενωσιακή Οδηγία...

Επομένως, το δικαστήριο «αίρει» επί της ουσίας τη βάση στην οποία θα μπορούσε τυπικά να στηριχτεί η απόρριψη ενός σχεδίου για ομαδικές απολύσεις από τις ελληνικές αρχές, όπως προβλέπει έως τώρα η ελληνική νομοθεσία. Επομένως, η «διοικητική έγκριση», αν και δεν κρίνεται ασύμβατη με την ευρωπαϊκή Οδηγία, στην πραγματικότητα κρίνεται ανεφάρμοστη, αφού καταρρίπτονται τα τυπικά κριτήρια με τα οποία μπορεί να απορριφθεί ένα σχέδιο ομαδικών απολύσεων.

Και δεν πρέπει, βέβαια, να ξεχνάμε ότι σε συνθήκες κρίσης είναι που «καίγονται» οι επιχειρήσεις για να χρησιμοποιούν το κατάλληλο νομοθετικό πλαίσιο, το οποίο θα τους επιτρέπει εύκολα και χωρίς κόστος, ακόμα και χωρίς «γραφειοκρατικές» διαδικασίες, να απαλλάσσονται από το εργατικό δυναμικό που τους είναι βάρος.

Απόδειξη, άλλωστε, ότι η εν λόγω Οδηγία και οι Συνθήκες της ΕΕ, αλλά και το «εθνικό» νομοθετικό πλαίσιο όσον αφορά και στο ζήτημα των ομαδικών απολύσεων, είναι πέρα για πέρα αποτελεσματικά, είναι το γεγονός πως το 11μηνο Γενάρης - Νοέμβρης 2016 έγιναν 1.862.710 απολύσεις, όσος δηλαδή ήταν περίπου ο αριθμός των μισθωτών με σχέση Ιδιωτικού Δικαίου την ίδια περίοδο!


Κορυφή σελίδας

Τετρασέλιδα του «Ρ»
Διαβάστε στο «Ρ»

Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org