Κυριακή 27 Νοέμβρη 2016 - 1η έκδοση
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Σελίδα 29
Γυναίκα
ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΜΕΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΑΛΕΙΨΗ ΤΗΣ ΒΙΑΣ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Διακηρύξεις και καμπάνιες που δεν θίγουν τις αιτίες του προβλήματος

«Η στήριξη των κακοποιημένων γυναικών δεν μπορεί να γίνεται με απλήρωτους εργαζόμενους», διαμαρτύρεται η ΟΓΕ
«Η στήριξη των κακοποιημένων γυναικών δεν μπορεί να γίνεται με απλήρωτους εργαζόμενους», διαμαρτύρεται η ΟΓΕ
Μηνύματα και ανακοινώσεις, εκδηλώσεις και συζητήσεις, καμπάνιες και πρωτοβουλίες «ευαισθητοποίησης». Τίποτα από τα παραπάνω, γνωστά και καθιερωμένα, δεν έλειψε ούτε μπροστά στη φετινή Παγκόσμια Μέρα για την εξάλειψη της βίας κατά των γυναικών, στις 25 Νοέμβρη. Στην αντίληψη πολλών είναι πιθανό να έπεσαν πρωτοβουλίες όπως η φωταγώγηση της Βουλής και του Ευρωκοινοβουλίου με πορτοκαλί χρώμα την περασμένη Παρασκευή, στο πλαίσιο των παρεμβάσεων της Γενικής Γραμματείας Ισότητας των Φύλων (ΓΓΙΦ) και της καμπάνιας «Orange the World» του ΟΗΕ (UN Women). Λιγότερο γνωστός, ωστόσο πιο διαφωτιστικός για τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζουν το φαινόμενο της βίας ο ΟΗΕ, η ΕΕ και οι κυβερνήσεις, είναι ο στόχος που υπηρετεί η εν λόγω πρωτοβουλία.

Μια «ασφαλής επένδυση»...

Η καμπάνια «Orange the World» είναι προσανατολισμένη στη συγκέντρωση χρημάτων προκειμένου να επενδυθούν στην αντιμετώπιση της βίας ενάντια στις γυναίκες και τα κορίτσια. «Η εξεύρεση επαρκών πόρων για την πρόληψη και την αντιμετώπιση της βίας ενάντια στις γυναίκες δεν είναι μόνο μια νομική υποχρέωση και μια ηθική επιταγή, αλλά και μια ασφαλής επένδυση επίσης», αναφέρει χαρακτηριστικά ο Οργανισμός. Για να ενισχύσει το σκεπτικό του φέρνει και το παράδειγμα των ΗΠΑ, οι οποίες διέθεσαν 1,6 δισ. δολάρια μέσα σε πέντε χρόνια για να βελτιώσουν πλευρές όπως οι υπηρεσίες της αστυνόμευσης και της δίωξης των δραστών, καθώς και οι υπηρεσίες προς τα θύματα της βίας. Το αποτέλεσμα ήταν «εξοικονόμηση» που έφτασε τα 14,8 δισ. δολάρια. «Μια πρόσφατη μελέτη υπολόγισε πως το κόστος της βίας αναλογεί σε 5,2% της παγκόσμιας οικονομίας», επισημαίνει ο ΟΗΕ. Από πού προέρχεται αυτή η «εξοικονόμηση»; Από τη μείωση των εξόδων που συνεπάγονται οι υπηρεσίες Υγείας και Πρόνοιας, οι νομικές και δικαστικές υπηρεσίες που έχουν ανάγκη οι γυναίκες θύματα, από το μετριασμό της «απώλειας παραγωγικότητας» που συνεπάγονται οι απουσίες από τη δουλειά των γυναικών που πέφτουν θύματα βίαιης συμπεριφοράς.

Την ίδια ακριβώς επιχειρηματολογία μπορεί κανείς να συναντήσει σε κείμενα της ΕΕ, ακόμα και σε ανακοινώσεις γυναικείων οργανώσεων. Παραδείγματος χάριν, το Ευρωπαϊκό Λόμπι Γυναικών στην ανακοίνωσή του για την 25η Νοέμβρη εκτιμά ότι «το κόστος της ενδοοικογενειακής βίας, στην Ευρωπαϊκή Ενωση ανέρχεται σε 17 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως, δηλαδή 1 εκατομμύριο ευρώ ανά ημίωρο ενώ η πρόληψη θα κόστιζε το 1/10».

Το ενδιαφέρον για τη βία που υπαγορεύεται από τη λογική του υπολογισμού της σχέσης κόστους - οφέλους συμβαδίζει με τα κριτήρια της «αγοράς». Ολα, δηλαδή, αποτιμώνται σε «προστιθέμενη αξία», σε κέρδος. Κάθε υπηρεσία που παρέχεται κρίνεται θετικά στο βαθμό που αποφέρει έσοδα και περιορίζει τα έξοδα, στο βαθμό τελικά που συμφέρει το κεφάλαιο. Ετσι, δεν είναι περίεργο που οι ανάγκες των γυναικών που αντιμετωπίζουν βίαιες συμπεριφορές και των παιδιών τους αποτελούν πρόσφορο έδαφος για τη δραστηριοποίηση ΜΚΟ και «κοινωνικών επιχειρήσεων», για την οργάνωση «φιλανθρωπικών» πρωτοβουλιών από επιχειρηματικούς ομίλους.

...και μια ευκαιρία να «θολώσουν» τα αίτια του φαινομένου

Δίπλα στο «τεφτέρι» που μετρά το κόστος της βίας και το προσδοκώμενο κέρδος από την αντιμετώπισή της, υπάρχουν και οι διακηρύξεις που θολώνουν τις αιτίες που ευθύνονται για το φαινόμενο και συνολικά για την ανισοτιμία της γυναίκας. Στην υπόθεση αυτή βοηθά και η συζήτηση γύρω από τη «Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την πρόληψη και την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας» (Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης). Η Σύμβαση βρίσκεται στο επίκεντρο της προσοχής, καθώς, από τη μια, η κυβέρνηση εξαγγέλλει την ενσωμάτωσή της στο εθνικό δίκαιο και, από την άλλη, το Ευρωκοινοβούλιο εξετάζει ψηφίσματα και προτάσεις για την προσχώρηση της ΕΕ σε αυτή.

Στην εν λόγω Σύμβαση αναφέρεται ότι «η βία κατά των γυναικών συνιστά εκδήλωση των ιστορικά άνισων σχέσεων ισχύος μεταξύ των γυναικών και των ανδρών, οι οποίες έχουν οδηγήσει σε επικυριαρχία και διακρίσεις κατά των γυναικών από τους άνδρες και στην παρακώλυση της πλήρους προόδου των γυναικών». Με τα παραπάνω αναπαράγεται η φεμινιστική - νεοφεμινιστική οπτική, που ερμηνεύει τη βία με αφετηρία τις άνισες σχέσεις όσον αφορά την εξουσία, παραβλέποντας τις σχέσεις παραγωγής πάνω στις οποίες οικοδομείται η κοινωνία, αλλά και θέτοντας τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στα δύο φύλα και όχι ανάμεσα στους κατόχους και μη μέσων παραγωγής, σήμερα ανάμεσα στην αστική και την εργατική τάξη. Στο ίδιο μήκος κύματος, γίνεται η ερμηνεία ότι «η βία κατά των γυναικών αποτελεί έναν από τους ζωτικής σημασίας κοινωνικούς μηχανισμούς μέσω των οποίων οι γυναίκες εξαναγκάζονται σε υποδεέστερη θέση σε σύγκριση με τους άνδρες».

Τελικά, προβάλλεται αντεστραμμένη η σχέση ανάμεσα στο φαινόμενο της βίας και στην ανισοτιμία των γυναικών. Η βία, δηλαδή, αναγορεύεται σε κοινωνικό μηχανισμό που εξαναγκάζει τις γυναίκες σε υποδεέστερη θέση και δεν γίνεται αντιληπτή ως ένα φαινόμενο που εμφανίζεται στο έδαφος των εκμεταλλευτικών σχέσεων και των αντίστοιχων αντιλήψεων, της συνείδησης που αυτές δημιουργούν, των προτύπων που καλλιεργούν και αναπαράγουν.

Στο σύνολό του το κείμενο της Σύμβασης έχει χαρακτήρα διακηρυκτικό. Περιλαμβάνει και μια σειρά από θετικά στοιχεία και πλευρές, χωρίς όμως καμία εγγύηση για την εφαρμογή τους στην πράξη. Την ίδια στιγμή, παραλείπει κάθε σαφή αναφορά στη βία που ασκείται από τους εργοδότες σε βάρος των εργαζόμενων γυναικών (ψυχολογική και συναισθηματική, με τη μορφή πιέσεων και εκβιασμών, με την απειλή της απόλυσης, ακόμα και σωματική σε ορισμένες περιπτώσεις). Πολύ περισσότερο, η κύρωση της Σύμβασης αυτής δεν εξασφαλίζει σε καμία περίπτωση χτύπημα στο φαινόμενο της βίας ούτε σηματοδοτεί βήμα για την αντιμετώπισή του. Μπορεί υπογραφές να μπαίνουν, Συμβάσεις να επικυρώνονται, και παράλληλα η κατάσταση να μένει ίδια, να χειροτερεύει για τις γυναίκες των λαϊκών στρωμάτων, και όσον αφορά το φαινόμενο της βίας.

Η σωματική, λεκτική, ψυχολογική ή όποιας άλλης μορφής βία υφίστανται οι γυναίκες δεν προκύπτει σε κοινωνικό κενό. Αντίθετα, καλλιεργείται στο δοσμένο κοινωνικό έδαφος, είναι φαινόμενο με συγκεκριμένες οικονομικές, πολιτικές και κοινωνικές αιτίες. Το ζήτημα της βίας είναι και αυτό τελικά ζήτημα ταξικό, σύμφυτο με την εκμετάλλευση και επομένως με όλες τις κοινωνίες που θεμελιώνονται πάνω σε αυτή. Μέσα στην κοινωνία της ταξικής εκμετάλλευσης, η φυλετική καταπίεση θα διαιωνίζεται, θα οξύνεται μαζί με τις ταξικές αντιθέσεις και θα εξακολουθεί να αποτελεί πρόσφορο έδαφος για τη βία που πλήττει τις γυναίκες της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων.

Ανακοίνωση από την ΟΓΕ

Καμία ανοχή δεν πρέπει να υπάρχει από την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα, τις γυναίκες και τους άντρες που ανήκουν σε αυτά, απέναντι στο φαινόμενο της βίας. Το εργατικό - λαϊκό κίνημα χρειάζεται να διεκδικήσει ουσιαστικά και άμεσα μέτρα ανακούφισης των γυναικών, στην προοπτική πλήρους ικανοποίησης των αναγκών τους. Αμεση και πλήρη στελέχωση και κρατική χρηματοδότηση των ξενώνων για κακοποιημένες γυναίκες που λειτουργούν σε δήμους. Μέτρα στήριξης των άνεργων γυναικών, των γυναικών από μονογονεϊκές και πολύτεκνες οικογένειες, μόνιμη και σταθερή δουλειά με αξιοπρεπείς μισθούς, κατοχυρωμένους από Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, πλήρη εργασιακά και ασφαλιστικά δικαιώματα, για να μπορέσουν οι γυναίκες να σταθούν με αξιοπρέπεια στα πόδια τους και να πάρουν τη ζωή στα χέρια τους.

Σε αυτήν την κατεύθυνση, η ΟΓΕ απαντάει στα προκλητικά καλέσματα της ΓΓΙΦ και άλλων αστικών θεσμών, που καλούν τις γυναίκες «να μη μείνουν στη γωνιά τους». Τη στιγμή μάλιστα που η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ κλιμακώνει την αντιλαϊκή επίθεση και σπρώχνει τη γυναίκα «στα "δεσμά" παθογόνων οικογενειακών και προσωπικών σχέσεων για την ίδια και τα παιδιά της, αφού δεν της εξασφαλίζουν τους όρους της κοινωνικής και οικονομικής της ανεξαρτησίας». Αντίθετα, της προτείνουν ως «διέξοδο» το συμβιβασμό με τα ψίχουλα των ευρωπαϊκών προγραμμάτων για ολιγοήμερη φιλοξενία στους ξενώνες και μετά τη μιζέρια της «φιλόπτωχης αλληλεγγύης».

Στην ανακοίνωσή της η ΟΓΕ αναφέρει: «Η ΕΕ, οι κυβερνήσεις, οι πολυπλόκαμοι μηχανισμοί του κράτους, που υπηρετούν τα συμφέροντα των επιχειρηματικών ομίλων, ευθύνονται για κάθε θεσμό ή σχέση ανισοτιμίας. Γιατί οι διακρίσεις σε βάρος των γυναικών είναι πηγή πρόσθετου κέρδους. Ακόμα και όταν επικαλούνται την "ισότητα των φύλων", έχουν στόχο την εξίσωση προς τα κάτω των δικαιωμάτων ανδρών και γυναικών για την αύξηση της εκμετάλλευσης».

Και συνεχίζει: «Ο ανταγωνισμός, ο ατομικός τρόπος ζωής, οι αναχρονιστικές απόψεις για τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία αγκαλιάζουν και τις σχέσεις μεταξύ των δύο φύλων. Εκφράζεται με τον πιο κραυγαλέο τρόπο στη βία κατά των γυναικών: Με τον ακρωτηριασμό των γεννητικών οργάνων των γυναικών και κοριτσιών σε ορισμένες χώρες, με τη σεξουαλική παρενόχληση στο χώρο δουλειάς κυρίως από τους εργοδότες, με τους βιασμούς, την ενδοοικογενειακή βία που φτάνει σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμα και στη δολοφονία».

Τέλος, η ΟΓΕ καλεί τις γυναίκες «στο δρόμο του αγώνα για μια ζωή χωρίς εκμετάλλευση και καταπίεση, για μια κοινωνία που οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων, οι σχέσεις μεταξύ των δύο φύλων θα βασίζονται στις αξίες της αλληλεγγύης, της συντροφικότητας, της ισοτιμίας!».


Ευτυχία ΧΑΪΝΤΟΥΤΗ


Κορυφή σελίδας

Διαβάστε στο «Ρ»
Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org