Σάββατο 19 Νοέμβρη 2016
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Σελίδα 12
ΔΙΕΘΝΗ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ (ΤΕΤΡΑΣΕΛΙΔΟ)
«ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΔΙΑΚΟΠΤΟΜΕΝΟΥ ΦΟΡΤΙΟΥ»
Ενισχύει τους επιχειρηματικούς ομίλους, την πληρώνει ο λαός

Eurokinissi

Το δρόμο για την επέκταση του μέτρου της λεγόμενης «διακοψιμότητας» στην Ελλάδα ανοίγει η έγκριση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή του αντίστοιχου μηχανισμού στη Γερμανία. Υπενθυμίζεται ότι η υπηρεσία διακοπτόμενου φορτίου αποτελεί μηχανισμό που συνδέεται τόσο με την ενίσχυση της ασφάλειας του δικτύου ηλεκτρικής ενέργειας της χώρας, όσο και με τη συγκράτηση του υψηλού κόστους που επιβαρύνει τη βιομηχανία, παράμετρος ζωτικής σημασίας για την ανταγωνιστικότητά της. «Κύκλοι της ενεργοβόρου βιομηχανίας εκτιμούν ιδιαίτερα θετικά την απόφαση της Κομισιόν για τη Γερμανία, καθώς θεωρούν ότι νομιμοποιεί το ελληνικό αίτημα για υποβολή αιτήματος παράτασης του μέτρου της διακοψιμότητας - κάτι που ήδη έχει τεθεί υπόψη του ΥΠΕΝ». Αυτά έγραφε πρόσφατα η «Αυγή» εκτιμώντας βεβαίως θετικά, όπως και η κυβέρνηση, μια απόφαση της Κομισιόν που μειώνει το κόστος για τις ενεργοβόρες βιομηχανίες. Αλλωστε, είναι αίτημά τους η μείωση του ενεργειακού κόστους, στο πλαίσιο αύξησης της ανταγωνιστικότητάς τους.

Η Κομισιόν εκτιμά ότι αυτή της η απόφαση συμβάλλει καθοριστικά στο μακροπρόθεσμο στόχο της ανάπτυξης πιο ευέλικτου βιομηχανικού φορτίου, παρέχοντας τη δυνατότητα στους διακοπτόμενους καταναλωτές να γίνουν «de facto ευέλικτοι πάροχοι διαθεσιμότητας ισχύος», επομένως αυτή τους η προσφορά θα αμείβεται.

Να, λοιπόν, που η ίδια η Κομισιόν ανοίγει δρόμους για την ανταγωνιστικότητα των ενεργοβόρων βιομηχανιών, ωφελώντας τους μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους ως μεγάλους καταναλωτές ηλεκτρικού ρεύματος.

Στην Ελλάδα η κυβέρνηση, το αρμόδιο υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, δεν έχει λάβει θέση δημόσια. Δεν ξέρουμε τι θα κάνει μετά απ' αυτή την απόφαση της Κομισιόν για τη Γερμανία και τη θετική εκτίμηση των ενεργοβόρων βιομηχανιών, αλλά έτσι κι αλλιώς βρίσκεται σε διαβουλεύσεις και επαφές με τις δύο πλευρές, τους μεγάλους βιομηχανικούς καταναλωτές Ενέργειας και τους παραγωγούς ηλεκτρικού ρεύματος.

Γιατί την εφαρμόζουν

Η «διακοψιμότητα» είναι η δυνατότητα που παρέχει η νομοθεσία για έκπτωση στα τιμολόγια του ηλεκτρικού ρεύματος στους μεγάλους βιομηχανικούς καταναλωτές, με αντάλλαγμα τον περιορισμό ή τη διακοπή της τροφοδοσίας σε περίπτωση που το απαιτήσουν οι ανάγκες του δικτύου. Η δυνατότητα των μεγάλων βιομηχανιών να συνάπτουν με τον ΑΔΜΗΕ διακοπτόμενες συμβάσεις προμήθειας ηλεκτρικού ρεύματος («διακοψιμότητα») βρίσκεται στο 3ο μνημόνιο. Που βάζει όμως ζήτημα τα «τιμολόγια να διαμορφώνονται βάσει του οριακού κόστους παραγωγής, λαμβάνοντας υπόψη τα καταναλωτικά χαρακτηριστικά των πελατών που επηρεάζουν το κόστος» και να καταργηθεί η έκπτωση 20% στη βιομηχανία. Το μέτρο αυτό χρηματοδοτείται από τους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας. Πιο συγκεκριμένα, το μέτρο χρηματοδοτείται από το 3,6% του τζίρου των παραγωγών από φωτοβολταϊκά και 0,4% του τζίρου των συμβατικών μονάδων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, με καύσιμο λιγνίτη ή φυσικό αέριο. Από το τέλος αυτό εξαιρούνται τα οικιακά φωτοβολταϊκά. Αντικειμενικά, το μέτρο οδηγεί σε όξυνση του ανταγωνισμού ανάμεσα στους μεγάλους βιομηχανικούς καταναλωτές Ενέργειας και στους παραγωγούς ηλεκτρικού ρεύματος, κυρίως αυτούς των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ).

Είναι αλήθεια ότι το συγκεκριμένο μέτρο είναι ένα είδος κρατικής ενίσχυσης προς την εγχώρια ενεργοβόρο βιομηχανία, κάτι που έχει ομολογήσει από το βήμα της Βουλής ο πρώην υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Π. Σκουρλέτης, τον περασμένο Μάρτη.

Ωστόσο ανάλογα μέτρα έχουν ληφθεί και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τη Γερμανία. Μάλιστα, ο γερμανικός μηχανισμός διακοψιμότητας, που επεκτάθηκε μέχρι το 2022, εγκρίθηκε και από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, όπως προαναφέραμε, η οποία στη σχετική της απόφαση υπογραμμίζει επίσης ότι «το μέτρο υποστηρίζει ακριβώς την ευστάθεια του συστήματος ιδιαίτερα σε αγορές όπου υπάρχει αυξημένη διείσδυση των ΑΠΕ».

Ενδοκλαδικοί και διακλαδικοί ανταγωνισμοί

Εδώ υπάρχει ένα ζήτημα, που έχει να κάνει με το ότι οι μονάδες ΑΠΕ δεν μπορούν να παράγουν πάντα σταθερό φορτίο (δεν έχει πάντα ήλιο, δε φυσά πάντα αέρας) γι' αυτό είναι αναγκασμένες να διασυνδέονται με την παραγωγή σταθερού φορτίου, που μόνο τα ορυκτά καύσιμα και η υδροηλεκτρική ενέργεια μπορούν να δώσουν. Αρα, δεν μπορούν να λειτουργήσουν αυτοτελώς. Αυτό φαίνεται ότι πληρώνουν στον ενδοκλαδικό ανταγωνισμό των διαφόρων τομέων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας.

Επίσης, στην Ελλάδα, μαζί με τη «διακοψιμότητα», πάρθηκαν σειρά άλλων μέτρων το τελευταίο χρονικό διάστημα, όπως μείωση ΕΦΚ στο φυσικό αέριο, ιδιωτικά συμφωνητικά με τη ΔΕΗ με μειωμένα τιμολόγια κ.ά., που συντέλεσαν στη μείωση του ενεργειακού κόστους των ενεργοβόρων βιομηχανιών, κάτι που ομολογούν και οι εκπρόσωποί τους. Ειδικά η χαλυβουργία, η τσιμεντοβιομηχανία, η υαλουργία και η χαρτοποιία, κλάδοι που συμμετείχαν στις δημοπρασίες της «διακοψιμότητας», ενίσχυσαν την παραγωγή τους και τις εξαγωγές τους, όπως λένε οι ίδιοι οι εκπρόσωποί τους.

Συγκεκριμένα, μεγάλος χαλυβουργικός όμιλος που δραστηριοποιείται στη χώρα διακινεί το τελευταίο διάστημα στα ΜΜΕ ότι ακριβώς εξαιτίας της «διακοψιμότητας» έχει αυξήσει κατά 40% την παραγωγή του, δουλεύοντας 4 βάρδιες ημερησίως και τα Σαββατοκύριακα, αυξάνοντας γι' αυτόν το λόγο την απασχόληση στις μονάδες του. Αναφέρουν ακόμη οι ίδιοι «κύκλοι» ότι η παραγωγή τους κατευθύνεται σε συντριπτικό ποσοστό σε αγορές του εξωτερικού, με δεδομένο ότι η εγχώρια ζήτηση βρίσκεται ακόμη σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα. Δεν λένε βέβαια ούτε τι είδους θέσεις εργασίας έχουν δημιουργηθεί ούτε ποιο είναι το επίπεδο των αμοιβών των εργαζομένων ούτε το σύνολο των δικαιωμάτων τους και των συνθηκών εργασίας...

Απ' την άλλη πλευρά, βέβαια, δεν μπορούν και οι επιχειρηματίες του κλάδου των φωτοβολταϊκών να ισχυριστούν πως δεν ευνοήθηκαν όλα τα προηγούμενα χρόνια, το αντίθετο, εισέπρατταν υπέρογκα ποσά μέσω του συστήματος των «εγγυημένων τιμών», συνολικά άνω των 1,8 δισ. ευρώ το χρόνο επιβάρυναν οι ΑΠΕ τα τιμολόγια ηλεκτρικού ρεύματος και αυτό σχετικά επιβαρύνει τα λαϊκά νοικοκυριά, μαζί με τις αλλεπάλληλες υπέρογκες αυξήσεις στα τιμολόγια που πληρώνουν το ηλεκτρικό ρεύμα, ενώ για την επόμενη δεκαετία οι επιχειρηματίες του χώρου θα εισπράττουν 1 δισ. ευρώ ετησίως.

Ποιος «πληρώνει τη νύφη»

Ολα τα παραπάνω δεν είναι τίποτε περισσότερο παρά ένα ακόμη επεισόδιο στην όξυνση των ανταγωνισμών αντιτιθέμενων επιχειρηματικών συμφερόντων με επίκεντρο την Ενέργεια, τους οποίους σε κάθε περίπτωση πληρώνουν τα εργαζόμενα λαϊκά στρώματα.

Αντικειμενικά και με κάθε τρόπο οι επιχειρηματικοί όμιλοι παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, όλοι, ενισχύονται με κρατικό χρήμα με διάφορες μορφές. Είτε με απευθείας επιδοτήσεις, όπως οι ΑΠΕ, το τέλος των οποίων στους λογαριασμούς της ΔΕΗ πληρώνει ο λαός είτε με τη μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης σε φυσικό αέριο και πετρέλαιο για την παραγωγή ρεύματος κ.λπ. Το ίδιο βεβαίως και οι ενεργοβόρες βιομηχανίες. Οι ανταγωνισμοί μεταξύ τους είναι νόμος στον καπιταλισμό και έτσι θα πορεύονται. Δεν είναι αυτό το κύριο. Το κύριο με βάση όλα τα παραπάνω είναι ότι όλη την κρατική ενίσχυση των παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά και τη μείωση του κόστους των ενεργοβόρων βιομηχανιών, την πληρώνει ο λαός με τα πανάκριβα τιμολόγια ηλεκτρικού ρεύματος, που φαίνεται από τα χρέη που έχουν στη ΔΕΗ ΑΕ λαϊκά νοικοκυριά και την αδυναμία πολλά να μην μπορούν να ανταποκριθούν ούτε σε προγράμματα διακανονισμών.

Την πληρώνει όμως και με την τεράστια φοροληστεία του, αφού απ' αυτήν προέρχονται οι κρατικές επιδοτήσεις. Και οι ΑΠΕ, για παράδειγμα, εισέπρατταν εξωφρενικές αποζημιώσεις και θα συνεχίσουν να εισπράττουν για τα επόμενα δέκα χρόνια τουλάχιστον, άρα πληρώθηκαν πανάκριβα από τα λαϊκά νοικοκυριά όλα αυτά τα χρόνια με κρατικό χρήμα μέσω του σχετικού «χαρατσιού» που μπήκε στα τιμολόγιά τους και κατευθυνόταν στις τσέπες των επιχειρηματιών, αλλά και μέσω φόρων από το λαό. Το ίδιο συμβαίνει και με τη μείωση του ενεργειακού κόστους στη βιομηχανία.

Σε όλ' αυτά να προσθέσουμε και τη μείωση της τιμής της εργατικής δύναμης και στις βιομηχανίες παραγωγής Ενέργειας και στις βιομηχανίες κατανάλωσης Ενέργειας, που αξιοποιούν όλα τα αντεργατικά μέτρα που υπήρχαν και τα νέα που προστέθηκαν τα τελευταία χρόνια των μνημονίων, για να αυξάνουν την κερδοφορία τους.

Αυτή η πραγματικότητα στους ανταγωνισμούς βιομηχανιών παραγωγής Ενέργειας και βιομηχανιών κατανάλωσης Ενέργειας αποτελεί ένα παράδειγμα αποτύπωσης της λειτουργίας του καπιταλισμού ενώ τα ιδιαίτερα συμφέροντά τους έρχονται σε κόντρα με τα λαϊκά συμφέροντα. Η εργατική τάξη, τα φτωχά λαϊκά στρώματα πληρώνουν όλα τα παραπάνω πολύμορφα όπως δείξαμε. Αρα, όχι μόνο δε χρειάζεται να ψάχνουν ποιοι επιχειρηματικοί όμιλοι έχουν δίκιο ή μπορεί να τους ωφελούν αλλά να συνειδητοποιήσουν την αναγκαιότητα κατάργησης της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας και απ' αυτά τα παραδείγματα.

Κόντρα σε όλα αυτά να συμπαραταχτούν με το ΚΚΕ στην πάλη για τη μόνη πραγματικά φιλολαϊκή λύση, που η υλοποίησή της μπορεί να εξασφαλίσει τη λαϊκή ευημερία, πάλη για την κοινωνική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, που με κεντρικό σχεδιασμό και εργατικό έλεγχο θα αναπτύσσει την οικονομία σε όφελος του λαού. Σ' αυτό το πλαίσιο θα υπάρχει ενιαίος φορέας Ενέργειας λαϊκή ιδιοκτησία, θα διασφαλίζει την κάλυψη των αναγκών της κεντρικά σχεδιασμένης βιομηχανίας και των λαϊκών αναγκών, με φτηνό ρεύμα στο λαό.


Φ. Ι.


Κορυφή σελίδας

Τετρασέλιδα του «Ρ»
Διαβάστε στο «Ρ»

Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org