Σάββατο 4 Ιούλη 2015 - Κυριακή 5 Ιούλη 2015
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Σελίδα 21
ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ
Οικονομικές αντιθέσεις τροφοδοτούν πολιτικές αντιπαραθέσεις

Αποσπάσματα από το άρθρο της Σύνταξης της ΚΟΜΕΠ στο 4ο τεύχος του 2015 (Ιούλη - Αυγούστου) που πρόκειται να κυκλοφορήσει

Τη στιγμή που γράφονταν αυτές οι γραμμές, οι εξελίξεις ήταν ραγδαίες. Η ΕΚΤ είχε αρνηθεί να αυξήσει τη ρευστότητα προς το ελληνικό τραπεζικό σύστημα, οι τράπεζες είχαν κλείσει και η ανάληψη χρημάτων από τα ATM ήταν στο όριο των 60 ευρώ ημερησίως, με αμφίβολη δυνατότητα πραγματοποίησής της, είχε μόλις λήξει το ευρωπαϊκό πρόγραμμα για την Ελλάδα, ενώ είχε παρέλθει για το ελληνικό κράτος και η προθεσμία αποπληρωμής των συγκεντρωμένων δόσεων προς το ΔΝΤ. Την ίδια στιγμή, είχαν ξεκινήσει και πάλι οι διαπραγματεύσεις ανάμεσα στις δύο πλευρές.

Λίγες μέρες πριν, είχε ψηφιστεί στη Βουλή από ΣΥΡΙΖΑ, ΑΝΕΛ και Χρυσή Αυγή η διεξαγωγή δημοψηφίσματος, με ερώτημα που να διευκολύνει τις κυβερνητικές επιδιώξεις απόσπασης της λαϊκής συναίνεσης στη δική της αντιλαϊκή πρόταση. Από την άλλη, ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και Ποτάμι καλούσαν σε ανοιχτή στήριξη των αντιλαϊκών μέτρων που περιέχονται στην πρόταση των συμμάχων της κυβέρνησης, των ΔΝΤ - ΕΚΤ - ΕΕ.

Το ΚΚΕ από την πλευρά του καλούσε τον ελληνικό λαό να αντιπαλέψει και μέσω του δημοψηφίσματος τον αντιλαϊκό εκβιασμό των δύο πλευρών, απορρίπτοντας και τους δύο τρόπους καρατόμησης των δικαιωμάτων και επιδείνωσης της ζωής του. Ταυτόχρονα, πρωτοστατούσε στην οργάνωση της πάλης, με στόχο να μην αποδεχτούν οι εργαζόμενοι την επιταχυνόμενη επιδείνωση της ζωής τους με τα όρια αναλήψεων, τη μη καταβολή στο ακέραιο των συντάξεων, τις μη καταβολές μισθών, τις υποχρεωτικές άδειες στον ιδιωτικό τομέα κ.λπ.

[...] Τόσο η προπαγάνδα των ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ - XA όσο και αυτή των ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, Ποτάμι αποκρύβει την ουσία των εξελίξεων, ενώ βασίζεται σε κοινές αποδοχές, χωρίς αυτό φυσικά να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν διαφορές μεταξύ των θέσεων και της επιχειρηματολογίας των αστικών κομμάτων. Και τα δύο μπλοκ αστικών κομμάτων κάνουν λόγο για «εθνικούς στόχους», «εθνικούς κινδύνους», «εθνική περηφάνια» κ.λπ., προσδίδοντας το καθένα διαφορετικό περιεχόμενο στις φράσεις αυτές. Πιο συγκεκριμένα, το μπλοκ ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ - ΧΑ αναδεικνύει ως εθνικό στόχο την αναγκαιότητα αντιπαράθεσης της Ελλάδας με τους δανειστές της και επανάκτησης της «εθνικής κυριαρχίας» της, ενώ το μπλοκ ΝΔ - ΠΑΣΟΚ - Ποτάμι αναδεικνύει ως τέτοιο την «ευρωπαϊκή πορεία της χώρας». Ταυτόχρονα, και οι δύο με μία φωνή, αντιπαρατίθενται για το ποιο είναι το πιο επωφελές σχέδιο για την «εθνική οικονομία», δηλαδή για την καπιταλιστική οικονομία.

Και οι δύο απόψεις αποκρύπτουν ότι η ελληνική κοινωνία δεν είναι ενιαία και κατ' επέκταση δεν υπάρχει κανένα ενιαίο εθνικό συμφέρον για όλους τους Ελληνες κόντρα σε κάποιο - εξίσου ανύπαρκτο - ενιαίο συμφέρον των Γερμανών, των Αμερικανών κ.λπ. Στην αντιπαράθεση αυτή δε συγκρούονται γενικώς έθνη, αλλά τα τμήματα εκείνα του κάθε έθνους που έχουν στα χέρια τους την οικονομική κυριαρχία και την πολιτική εξουσία, δε συγκρούονται λαοί, αλλά επιχειρηματικοί όμιλοι.

Ωστόσο, ιδιαίτερος σχολιασμός απαιτείται για τις αναφορές των ΣΥΡΙΖΑ, ΑΝΕΛ και Χρυσής Αυγής περί «εθνικής πάλης κατά των διεθνών τοκογλύφων», περί της «πάλης της μικρής Ελλάδας έναντι των ισχυρών κρατών που μας καταδυναστεύουν» κ.λπ. Στην ουσία, αυτές οι αντιλήψεις αποκρύπτουν το κύριο, τον καπιταλιστικό χαρακτήρα της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας, ενώ προβάλλουν ως κύρια μία υπαρκτή αλλά παράγωγη πλευρά, την ανισοτιμία στις σχέσεις του ελληνικού καπιταλισμού με αυτόν των πιο ισχυρών κρατών. Αυτές οι απόψεις αποκρύπτουν ότι στον καπιταλισμό οι σχέσεις μεταξύ των κρατών και διακρατικών ενώσεων αναπτύσσονται πάντα με βάση την αρχή της ισχύος, με αποτέλεσμα να χαρακτηρίζονται από ανισοτιμία, η οποία μπορεί να καταργηθεί μόνο με την κατάργηση των καπιταλιστικών και την οικοδόμηση των κομμουνιστικών σχέσεων παραγωγής. Προτάσσουν τον υπαρκτό εκβιασμό που ασκούν στο ελληνικό αστικό κράτος τα πιο ισχυρά κράτη, με στόχο την απόκρυψη του εκβιασμού που ασκεί η αστική εξουσία στην εργατική τάξη της Ελλάδας, για να αποδεχτεί την περαιτέρω επιδείνωση της ζωής της προς όφελος της καπιταλιστικής κερδοφορίας.

Η απόκρυψη του διαχωρισμού της ελληνικής κοινωνίας σε κοινωνικές τάξεις με αντιμαχόμενα συμφέροντα και η προβολή των συμφερόντων της αστικής τάξης ως εθνικών γίνεται και μέσω της αγιοποίησης της αστικής δημοκρατίας. ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ δηλώνουν ότι υπερασπίζονται τη δημοκρατία έναντι των αγορών και την πολιτική έναντι της οικονομίας. Η αντιπαράθεση ανάμεσα στην οικονομία και την πολιτική είναι αντιεπιστημονική, αφού οι σχέσεις παραγωγής αποτελούν τη βάση της κοινωνίας, πάνω στην οποία υψώνεται και το πολιτικό εποικοδόμημα. Η αστική δημοκρατία αποτελεί την πολιτική μορφή που προσιδιάζει περισσότερο απ' όλες τις άλλες στην καπιταλιστική βάση της κοινωνίας και σε καμία περίπτωση δεν έρχεται σε αντίθεση με αυτήν. Ο αντιλαϊκός χαρακτήρας της αστικής δημοκρατίας δεν απορρέει από τη σύγκρουσή της με την καπιταλιστική αγορά, αλλά ακριβώς από το γεγονός ότι την υπηρετεί.

Η ίδια απόσπαση της οικονομίας από την πολιτική γίνεται και μέσω της προβολής του δημοψηφίσματος ως μέσου έκφρασης της λαϊκής βούλησης. Η συγκυβέρνηση και τα υπόλοιπα αστικά κόμματα προσπαθούν να πείσουν το λαό ότι μπορεί να υπάρξει πραγματικά «καθαρή και ανόθευτη» έκφραση της λαϊκής βούλησης εντός του καπιταλισμού και μάλιστα με πρωτοβουλία του ίδιου του αστικού κράτους. Αποκρύπτουν ότι τα δημοψηφίσματα στον καπιταλισμό έχουν ως μοναδικό σκοπό την απόσπαση της λαϊκής συναίνεσης στους διάφορους σχεδιασμούς της αστικής εξουσίας. Αυτό αποκαλύπτεται από το γεγονός ότι το ίδιο το ερώτημα, όπως και ο χρόνος διεξαγωγής, αποφασίζεται κάθε φορά από τα ίδια τα αστικά κράτη, ενώ - όπως έχει αποδειχτεί πολλές φορές στο παρελθόν - όταν το αποτέλεσμα δεν είναι της αρεσκείας των διοργανωτών του, όχι μόνο δε γίνεται σεβαστό, αλλά επαναλαμβάνεται μέχρι να προκύψει το επιθυμητό αποτέλεσμα.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις, λοιπόν, μεταξύ των φορέων της αστικής πολιτικής τροφοδοτούνται - χωρίς να χάνουν και τη σχετική τους αυτοτέλεια - από τις αντίστοιχες οικονομικές αντιθέσεις. Ιστορικά, μάλιστα, έχει αποδειχτεί ότι η όξυνση αυτών των αντιθέσεων μπορεί να πάρει μεγάλες διαστάσεις, αυξάνοντας την πίεση ενσωμάτωσης του εργατικού - λαϊκού κινήματος και στοίχισής του πίσω από τον έναν ή τον άλλο πόλο αυτών των αντιθέσεων.

Αντίβαρο σε αυτήν την πίεση μπορεί να αποτελέσει μόνο η παρέμβαση του επαναστατικού, εργατικού κόμματος, δηλαδή του κομμουνιστικού. Το Κομμουνιστικό Κόμμα πρέπει να επιλέγει κάθε φορά τον κατάλληλο τρόπο με τον οποίο θ' αξιοποιεί τις ενδοαστικές και ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις, για να ενισχύει την αντεπίθεσή του στο σύνολο των αστικών δυνάμεων, αποτρέποντας την ενσωμάτωση όσο το δυνατόν περισσότερων εργατικών δυνάμεων. Τέτοιου είδους δράση αναπτύσσει αυτές τις μέρες το ΚΚΕ, τόσο με τον τρόπο παρέμβασής του στο δημοψήφισμα, όσο και με την οργάνωση της καθημερινής πάλης των εργαζομένων ενάντια στην επιδείνωση της ζωής τους.


Κορυφή σελίδας

Διαβάστε στο «Ρ»

Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org