Κυριακή 15 Φλεβάρη 2015
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Σελίδα 20
ΙΣΤΟΡΙΑ
Τι προηγήθηκε της Συμφωνίας

Γενικότερα, από το 1943 και έπειτα, όχι μόνο στη χώρα μας αλλά και σε ολόκληρη την Ευρώπη, είναι εμφανές ότι, ύστερα από την αντεπίθεση του Κόκκινου Στρατού, οι δυνάμεις του Αξονα θα έχαναν τον πόλεμο. Η εξέλιξη αυτή αναδείκνυε αντικειμενικά τους ταξικούς διαχωρισμούς στα πλαίσια της αντιφασιστικής συμμαχίας, στην οποία, έτσι και αλλιώς, συμμετείχαν αντίπαλοι κοινωνικοοικομικοί σχηματισμοί (σοσιαλιστική Σοβιετική Ενωση και αγγλικός, γαλλικός και αμερικανικός ιμπεριαλισμός), όπως και αντιστασιακές οργανώσεις που υπηρετούσαν διαφορετικά ταξικά συμφέροντα (π.χ., στην Ελλάδα από την πλευρά της εργατικής τάξης και της φτωχής αγροτιάς το ΕΑΜ και ως εκφραστής μερίδας της αστικής τάξης ο ΕΔΕΣ). Με άλλα λόγια, όσο περισσότερο προσεγγιζόταν το τέλος του πολέμου, τόσο ζύγωνε και η ώρα της ταξικής διάσπασης της αντιφασιστικής συμμαχίας, η οποία εξ αντικειμένου είχε ως ημερομηνία λήξης την ήττα του φασιστικού Αξονα.

Κατά συνέπεια, το ζήτημα που ετίθετο την επαύριο του πολέμου στην Ελλάδα και σε όλες τις χώρες που πρωτοστάτησαν τα αντιστασιακά κινήματα -με μπροστάρηδες της οργάνωσης και της θυσίας τους κομμουνιστές- ήταν αν αυτός ο αγώνας θα οδηγούσε στην επαναφορά της προ του πολέμου κατάστασης και συνακόλουθα στη συνέχιση της ταξικής εκμετάλλευσης και στην προοπτική νέων ιμπεριαλιστικών πολέμων ή αν, αντίθετα, η εμπειρία της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων από τη φρικαλεότητα του ιμπεριαλιστικού πολέμου και την οργάνωση της λαϊκής πάλης ενάντια στην κατοχή θα αποτελούσε εφαλτήριο για τη συνολική ανατροπή του καπιταλισμού.

Ειδικότερα στην Ελλάδα, ο δεύτερος δρόμος συναντούσε ακόμα ευνοϊκότερες προϋποθέσεις, αφού η πλειοψηφία της αστικής τάξης και των πολιτικών της εκπροσώπων είχε χάσει το κύρος της έναντι του ελληνικού λαού, αρχικά λόγω της δικτατορίας του Μεταξά και στη συνέχεια είτε ακολουθώντας τον αγγλικό ιμπεριαλισμό στην Αίγυπτο είτε παραμένοντας για να συνεργαστεί με το γερμανικό ιμπεριαλισμό. Ομως, η ηγεσία του ΚΚΕ αποδείχτηκε ανέτοιμη να εκτιμήσει ολοκληρωμένα τις συνθήκες διεξαγωγής της ταξικής πάλης και να διατυπώσει μια στρατηγική - αντίβαρο στην επιδίωξη του βρετανικού ιμπεριαλισμού και της ελληνικής αστικής τάξης για επαναφορά της εξουσίας τους. Δεν είχε στόχο την πάλη για την εργατική εξουσία. Να ποια ήταν η αδυναμία!

Ως αποτέλεσμα, τον Ιούλη του 1943 υπογράφτηκε η συμφωνία υπαγωγής του ΕΛΑΣ στο στρατηγείο της Μέσης Ανατολής5. Ενα μήνα αργότερα, στο Κεμπέκ του Καναδά, οι «σύμμαχοι» Τσόρτσιλ και Ρούσβελτ συμφωνούσαν στην ανάπτυξη μιας δύναμης 4.000 στρατιωτών στην Ελλάδα έπειτα από την αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων, προκειμένου να διασφαλίσουν την αστική εξουσία και κατ' επέκταση τα γενικότερα συμφέροντά τους6.

Παρόλα αυτά, ακολούθησε η απαράδεκτη υπογραφή των Συμφωνιών του Λιβάνου7 και της Καζέρτας8 (Μάης και Σεπτέμβρης 1944 αντίστοιχα), που οδήγησαν στη νομιμοποίηση των επιδιώξεων του αστικού πολιτικού κόσμου και του αγγλικού ιμπεριαλισμού, μέσα από τη συμμετοχή του ΕΑΜ σε κυβέρνηση «Εθνικής Ενότητας» και την υπαγωγή των ανταρτών στη διοίκηση του Βρετανού στρατηγού Σκόμπι και μετά την απελευθέρωση της χώρας.

Οι Συμφωνίες ήταν η απόρροια της επιδίωξης συνέχισης της ενότητας της αντιφασιστικής συμμαχίας και επίτευξης της αστικοδημοκρατικής επανάστασης. Αυτό φανερώνεται και απ' το ότι ο Γιώργης Σιάντος, στην εισήγηση της ΚΕ προς το 7ο Συνέδριο του ΚΚΕ το 1945, δηλαδή μετά και από το όργιο της αστικής κρατικής και παρακρατικής τρομοκρατίας που ακολούθησε τη Συμφωνία της Βάρκιζας, επέμενε:

«...Η Συμφωνία του Λιβάνου δεν ήταν λάθος, γιατί ήταν μέσα στην πολιτική μας της εθνικής ενότητας και της ομαλής δημοκρατικής λύσης των εσωτερικών ζητημάτων. Το ίδιο επιδιώξαμε και με τη Συμφωνία της Καζέρτας...»9

Ακολούθησε η απελευθέρωση (Οκτώβρης του 1944) και ο Δεκέμβρης του 1944. Το Δεκέμβρη του 1944 στην Ελλάδα υπήρχε επαναστατική κατάσταση. Η ταξική πάλη είχε οξυνθεί, με το ΕΑΜ να εκπροσωπεί την εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα και τον αγγλικό ιμπεριαλισμό να πρωτοστατεί σε μια προσπάθεια επανένωσης των αντιτιθέμενων μερίδων της ελληνικής αστικής τάξης, ενώ ταυτόχρονα εξόπλιζε τους παλιούς συνεργάτες των Γερμανών και τρομοκρατούσε το λαϊκό κίνημα.

Ομως, και σε αυτήν τη φάση του αγώνα, η ηγεσία του ΚΚΕ, ακολουθώντας την ίδια λαθεμένη στρατηγική, δεν ανέδειξε την ταξική υπόσταση της σύγκρουσης και δε συγκέντρωσε στρατιωτικές δυνάμεις στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης, συνεχίζοντας να μιλά στο όνομα της συνέχισης του αντιφασιστικού αγώνα και να χρησιμοποιεί ακόμα και την ένοπλη πάλη στην κατεύθυνση της πίεσης για την ειρήνευση και την αστικοδημοκρατική εξομάλυνση. Υπό αυτές τις συνθήκες, τόσο η πρόθεση της ηγεσίας να μην υποχωρήσει στις ατιμωτικές αξιώσεις του βρετανικού ιμπεριαλισμού και της αστικής τάξης (που επιδίωκαν να αφοπλίσουν τον ΕΛΑΣ, ενώ προστάτευαν τους δοσίλογους) όσο και η ηρωική πάλη του λαού της Αθήνας, αδυνατούσαν να καλύψουν το κενό της απουσίας επαναστατικής στρατηγικής.

Μια απουσία που αναγκαστικά σημάδεψε και τη Συμφωνία της Βάρκιζας. Και αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι ο ΕΛΑΣ είχε τη δυνατότητα να συνεχίσει τον πόλεμο έξω από την Αθήνα. Εξάλλου, ο κύριος όγκος των δυνάμεών του δεν είχε πάρει μέρος στις μάχες του Δεκέμβρη και είχε παραμείνει ανέπαφος, ενώ διατηρούσε υπό τον έλεγχό του το μεγαλύτερο μέρος της χώρας. Ετσι και αλλιώς, όπως απέδειξε και η ιστορική συνέχεια, είναι αμφίβολο αν ο βρετανικός ιμπεριαλισμός μπορούσε να ανταποκριθεί σε μια σύγκρουση πανελλαδικής εμβέλειας. Οπως, αναφέρει χαρακτηριστικά ο στρατάρχης Αλεξάντερ σε επιστολή του προς τον Τσόρτσιλ:

«Εάν ο ΕΛΑΣ εξακολουθήσει τον αγώνα εμείς δεν είμαστε ικανοί να αναλάβουμε επιχειρήσεις σε ολόκληρη την Ελλάδα».

Ουτοπική η επιδίωξη εθνικής ενότητας

Επομένως, το ΚΚΕ και το ΕΑΜ όφειλε, αντί να αποδεχθεί τους όρους της Βάρκιζας και να συνεχίζει να επιδιώκει τη δημοκρατική εξομάλυνση, να πρωτοστατήσει στην προετοιμασία του εργατικού - λαϊκού κινήματος για την αντεπίθεσή του. Ετσι και αλλιώς, οι αστικές πολιτικές δυνάμεις και ο βρετανικός ιμπεριαλισμός δεν επρόκειτο να αποδεχθούν οποιουσδήποτε όρους, στο βαθμό που το εργατικό - λαϊκό κίνημα δεν μπορούσε να τους επιβάλει με τη δύναμή του. Εξάλλου, όπως εκτιμούν οι σημερινές συλλογικές επεξεργασίες του ΚΚΕ, μετά το Δεκέμβρη του 1944 η σύγκρουση ήταν μονόδρομος και θα είχε καλύτερα -για το εργατικό - λαϊκό κίνημα- αποτελέσματα αν είχε ξεκινήσει έγκαιρα εκείνη την εποχή, αφού διατηρούνταν ακόμα σημαντικές δυνάμεις στα αστικά κέντρα και δεν είχε προλάβει να ανασυγκροτηθεί το αστικό κράτος.

Μια τέτοια σωστή οπτική, αναφορικά με την αναγκαιότητα της αναδιοργάνωσης και της συνέχισης του ένοπλου αγώνα, όπως και για το αναπότρεπτο της σύγκρουσης με το βρετανικό ιμπεριαλισμό, υιοθέτησε εκείνη την περίοδο και ο Αρης Βελουχιώτης, που χαρακτήρισε τη Συμφωνία της Βάρκιζας λαθεμένη, παρά την αδυναμία του να συνδέσει τις ανεπάρκειες της τακτικής του ΚΚΕ με την απουσία επαναστατικής στρατηγικής.

Τέλος, από την ιστορική (αρνητική για το εργατικό - λαϊκό κίνημα) πείρα, που προκύπτει από την πορεία που οδήγησε στη Συμφωνία της Βάρκιζας και από τις συνέπειές της, αναδεικνύεται, αφενός, ότι η επιδίωξη της εθνικής ενότητας είναι ουτοπική, αφού τα συμφέροντα της αστικής και της εργατικής τάξης είναι αντιτιθέμενα, και, αφετέρου, ότι η συμμετοχή ενός ΚΚ σε αστική διακυβέρνηση δεν ωφέλησε ποτέ το λαό. Οταν τα αστικά κόμματα σε θέλουν ως σύμμαχο, ξέρουν καλά ότι θα ωφεληθούν τα ίδια και το σύστημά τους πολύ περισσότερο, ακριβώς επειδή, για την επίτευξη μιας τέτοιας συμμαχίας, απαιτείται η εγκατάλειψη της επαναστατικής στρατηγικής από τους κομμουνιστές.


Κορυφή σελίδας

Διαβάστε στο «Ρ»
Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org