Κυριακή 27 Απρίλη 2014
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Σελίδα 8
ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Για τη μουσουλμανική μειονότητα στη Θράκη

Από συγκέντρωση του ΚΚΕ στο χωριό Κένταυρος της Ξάνθης το 2006
Από συγκέντρωση του ΚΚΕ στο χωριό Κένταυρος της Ξάνθης το 2006
Σύμφωνα με το άρθρο 2 του 5ου τμήματος της Συνθήκης της Λοζάνης το 1923, δεν συμπεριλαμβάνονται στην υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών που εφαρμόστηκε ανάμεσα σε Ελλάδα και Τουρκία:

«α) Οι Ελληνες κάτοικοι της Κωνσταντινουπόλεως.

β) Οι μουσουλμάνοι κάτοικοι της Δυτικής Θράκης.

Θέλουσι θεωρηθή ως Ελληνες κάτοικοι της Κωνσταντινουπόλεως, πάντες οι Ελληνες οι εγκατεστημένοι ήδη προς της 30ής Οκτωβρίου 1918, εν τη περιφερεία της Νομαρχίας Κωνσταντινουπόλεως, ως αύτη καθορίζεται διά του νόμου του 1912.

Θέλουσι θεωρηθή ως μουσουλμάνοι κάτοικοι της Δυτικής Θράκης, πάντες οι μουσουλμάνοι οι εγκατεστημένοι εν τη περιοχή ανατολικώς της μεθορίου γραμμής της καθορισθείσης τω 1913 διά της Συνθήκης του Βουκουρεστίου».

Με βάση αυτή τη Συνθήκη, επίσης, καθορίστηκαν τα δικαιώματα των μειονοτήτων της ελληνικής στην Τουρκία και της μουσουλμανικής στη Θράκη, η οποία αποτελείται από τρεις βασικές ομάδες διαφορετικής εθνοτικής καταγωγής (Πομάκους, Τσιγγάνους και Τουρκογενείς ή Τουρκόφωνους) με τα ξεχωριστά γλωσσικά τους ιδιώματα, πολιτιστικά χαρακτηριστικά, έθιμα. Επίσης, υπήρχε και ένας αριθμός της ισλαμικής αίρεσης των Αλεβιτών (υπολογίζεται στις 3.000), Πομάκοι και Τουρκογενείς, οι οποίοι δεν εντάχθηκαν στο καθεστώς της μουσουλμανικής μειονότητας. Χρειάζεται εδώ να σημειώσουμε ότι η Συνθήκη της Λοζάνης αποτέλεσε ένα συμβιβασμό ανάμεσα σε καπιταλιστικά κράτη μετά από μια μακρόχρονη πολεμική αντιπαράθεση και έναν ιμπεριαλιστικό πόλεμο και όπως είναι φυσικό εμπεριέχει αντιφάσεις που κάθε άλλο παρά μπορούσαν να λύνουν τα προβλήματα των μειονοτήτων.

Η ένταξη των μουσουλμανικών πληθυσμών της Δυτικής Θράκης στο ελληνικό αστικό κράτος συμβαδίζει χρονικά με την περίοδο που ουσιαστικά ολοκληρώνεται η συγκρότηση του τουρκικού έθνους με τη δημιουργία της Τουρκικής Δημοκρατίας, την ενίσχυση του τουρκικού εθνικισμού και την βιαία άρνηση στοιχείων του οθωμανικού παρελθόντος ως επίσημη πολιτική του τουρκικού κράτους. Γεγονός που επιδρά πολύπλευρα στους μουσουλμανικούς πληθυσμούς της Θράκης.

Σημειώνουμε ότι ζητήματα εθνικών μειονοτήτων μπήκαν σε ουσιαστική πορεία επίλυσης μόνο σε κράτη που η εργατική τάξη με τους συμμάχους της πήραν την εξουσία και ξεκίνησαν τη διαδικασία σοσιαλιστικής οικοδόμησης, με χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτό της ΕΣΣΔ.

Ορισμένοι σταθμοί στην πορεία της μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης μέσα στο ελληνικό κράτος αποτέλεσαν:

-- Η διαμάχη κεμαλιστών - ισλαμιστών στην Τουρκία τις δεκαετίες του 1920 και 1930 που επέδρασε στις αντιπαραθέσεις στο εσωτερικό της μειονότητας και στις αντιθέσεις ανάμεσα σε Πομάκους, Τσιγγάνους και Τουρκόφωνους. Ηδη από το 1920 είχαν εκδηλωθεί αντι-Κεμαλικά κινήματα στους μουσουλμάνους της Θράκης.

-- Το Ελληνοτουρκικό Σύμφωνο Φιλίας το 1930 (ή Σύμφωνο Βενιζέλου - Ινονού), όπου το ελληνικό κράτος αναλαμβάνει την υποχρέωση να στηρίξει την προσπάθεια εκκοσμίκευσης της μουσουλμανικής μειονότητας στηρίζοντας ουσιαστικά με συγκεκριμένα μέτρα τους υποστηρικτές των κεμαλικών θέσεων, κάτι που άλλωστε έγινε ακόμα με απελάσεις από τη Θράκη των λεγόμενων «παλαιομουσουλμάνων».

-- Η πολιτική που ακολούθησαν οι ελληνικές κυβερνήσεις μετά την ήττα του αγώνα του ΔΣΕ και μετά την από κοινού ένταξη της Ελλάδας και της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ. Η πολιτική αυτή χαρακτηρίζεται από την ενίσχυση των τάσεων «εκτουρκισμού» της μειονότητας. Ειδικά οι μορφωτικές συμφωνίες του 1951 και του 1968 καθορίζουν την τουρκική γλώσσα ως τη μοναδική γλώσσα εκπαίδευσης. Εκείνη την περίοδο οι όροι «μουσουλμάνος- μουσουλμανικός» αντικαθίσταται από τους όρους «τούρκος-τούρκικος» ακόμα και σε επίσημες αναφορές. Η πολιτική αυτή καθορίστηκε με βάση το γεγονός ότι Ελλάδα και Τουρκία αποτελούσαν τους προμαχώνες του καπιταλιστικού κόσμου στα Βαλκάνια στο πλαίσιο της αντιπαράθεσης σοσιαλισμού - καπιταλισμού και με δεδομένο ότι στη Βουλγαρία που ζούσαν ανάλογοι πληθυσμοί (Πομάκοι κ.λ.π.) υπήρχε σοσιαλιστική εξουσία.

Το 1987 ο Αρειος Πάγος με απόφασή του απαγόρευσε τη χρήση του όρου «τουρκικός» όσον αφορά τη μειονότητα της Θράκης, απαγορεύοντας και ενώσεις προσώπων με αυτό το προσωνύμιο.

Για μεγάλο χρονικό διάστημα διατηρούνταν καθεστώς διακρίσεων απέναντι στη μουσουλμανική μειονότητα, βάζοντας εμπόδια σε καθημερινές λειτουργίες (π.χ. οικοδομικές εργασίες), ενώ γινόταν εκτεταμένη εφαρμογή του άρθρου 19 του κώδικα ιθαγένειας, που έδινε τη δυνατότητα αφαίρεσης της ελληνικής ιθαγένειας. Τις τάσεις απομόνωσής αυτών των πληθυσμών ενίσχυαν οι περίφημες «μπάρες» και ο εσωτερικός συνοριακός έλεγχος που επέβαλε το ελληνικό κράτος για την είσοδο ή έξοδο από τα Πομακοχώρια, καθεστώς που βεβαίως επικρατούσε σε όλες τις παραμεθόριες περιοχές της Ελλάδας που συνόρευαν με σοσιαλιστικά κράτη και που καταργήθηκε το 1996.

Ολο αυτό το χρονικό διάστημα η μειονότητα γίνεται αντικείμενο αντιπαράθεσης ανάμεσα στο ελληνικό αστικό κράτος και την τουρκική κυβέρνηση, που μέσω του προξενείου της στην Κομοτηνή παρεμβαίνει άμεσα ή έμμεσα. Ενώ, όπως γίνεται κατανοητό, στη Θράκη αλωνίζουν διάφοροι κρατικοί και παρακρατικοί μηχανισμοί, πρακτορεία διαφόρων ιμπεριαλιστικών κέντρων που υποδαυλίζουν τον εθνικισμό ένθεν και ένθεν. Το ζήτημα της μειονότητας εντάσσεται στα γενικότερα ζητήματα της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης για το Αιγαίο, την Κύπρο κ.λπ. Στην επίσημη πολιτική των ελληνικών κυβερνήσεων εναλλάσσονται ο εθνικισμός και ο κοσμοπολιτισμός εντείνοντας και όχι λύνοντας τα προβλήματα. «Εκπρόσωποι» της μειονότητας που διατηρούν ανοιχτά σχέσεις και με την Τουρκία συμμετέχουν σταθερά στα ψηφοδέλτια των αστικών κομμάτων του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ, την ίδια στιγμή που στα ίδια κόμματα υπάρχουν ακραίες εθνικιστικές και υπερπατριωτικές τάσεις. Στα τέλη της δεκαετίας του 1980 και στις αρχές της δεκαετίας του 1990 γίνεται προσπάθεια για αυτόνομη εμφάνιση μειονοτικών πολιτικών φορέων με βασική προσπάθεια την ίδρυση του Κόμματος Ισότητας, Ειρήνης και Φιλίας (ΚΙΕΦ) - DEB - το 1991 από τον Σαδίκ Αχμέτ.

Η ανατροπή του σοσιαλισμού στα Βαλκάνια, η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, η ενίσχυση του εθνικισμού δυναμώνουν αλυτρωτικές τάσεις και ανοίγουν τη συζήτηση για αλλαγή συνόρων συνολικά . Την περίοδο αμέσως μετά τους βομβαρδισμούς της Γιουγκοσλαβίας από το ΝΑΤΟ εκδηλώνεται πρωτοβουλία από κοινού των τριών μουσουλμάνων βουλευτών της ΝΔ, του ΠΑΣΟΚ και του ΣΥΝ (ο βουλευτής, σημειωτέον, παραμένει στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ ) που με κοινή τους επιστολή, τον Ιούλη του 1999, ζητούν την αναγνώριση της «τουρκικής μειονότητας στην Ελλάδα» και την εφαρμογή των αποφάσεων του ΟΑΣΕ για τις μειονότητες. Λίγες μέρες αργότερα ο Ελληνας υπουργός Εξωτερικών της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, Γ. Α. Παπανδρέου,κάλυψε αυτή την κίνηση δηλώνοντας οτι δεν πρέπει να απορρίπτεται η δυνατότητα ατομικού ή συλλογικού εθνικού αυτοπροσδιορισμού αρκεί να μην αλλάζουν τα σύνορα!!! Τα χρόνια που ακολούθησαν υπήρξαν διάφορα «επεισόδια» με μουσουλμάνους βουλευτές του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ σε σχέση με δηλώσεις ή ενέργειες τους.

Η Θράκη βρίσκεται γεωγραφικά στο πεδίο της αντιπαράθεσης που αφορά το πέρασμα των δρόμων μεταφοράς Ενέργειας, με δεδομένο τον ανταγωνισμό ιμπεριαλιστικών κέντρων, στον οποίο συμμετέχουν Ελλάδα, Τουρκία και Βουλγαρία.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η προσπάθεια του ΣΥΡΙΖΑ να παίξει ταυτόχρονα το χαρτί και του εθνικισμού και του κοσμοπολιτισμού, ποντάροντας σε εκλογικά οφέλη αλλά και σε στηρίγματα σε διάφορα κέντρα απαραίτητα για μια δύναμη αστικής διαχείρισης, στηρίγματα που τα άλλα αστικά κόμματα έχουν ήδη, αποτελεί μια επικίνδυνη καιροσκοπική τακτική. Εξίσου επικίνδυνη είναι και η προσπάθεια να εμφανίσει την αναδίπλωσή του σε κοσμοπολίτικες θέσεις ως διεθνισμό. Η κινητικότητα αυτή προκαλεί πολλά ερωτήματα σε συνδυασμό με το ενδεχόμενο καθόδου στις ευρωεκλογές του εθνικιστικού «μειονοτικού» κόμματος DEB.


Κορυφή σελίδας

Διαβάστε στο «Ρ»
Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org