Κυριακή 9 Δεκέμβρη 2012
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Σελίδα 4
ΕΝΘΕΤΗ ΕΚΔΟΣΗ: "7 ΜΕΡΕΣ ΜΑΖΙ"
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΜΠΡΕΧΤ
«Κούλε Βάμπε ή Σε ποιον ανήκει ο κόσμος;»

Η δεύτερη ταινία του αφιερώματος στον Μπρεχτ, στο πλαίσιο του επιστημονικού Συνεδρίου που διοργανώνει η ΚΕ του ΚΚΕ τον ερχόμενο Απρίλη

Ταινία - «σταθμός» στην κινηματογραφική ιστορία της Γερμανίας, αλλά και στη ριζοσπαστική τέχνη, το «Κούλε Βάμπε ή Σε ποιον ανήκει ο κόσμος» θα προβληθεί την ερχόμενη Τετάρτη 12/12, στις 8.30 μ.μ. (και την Κυριακή 16/12, 11.30 π.μ.) στο πλαίσιο του προγράμματος προβολών ενόψει του επιστημονικού Συνεδρίου που διοργανώνει η Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ στις 27 και 28 Απρίλη του 2013 για τον κορυφαίο μαρξιστή διανοητή, δραματουργό, ποιητή και σκηνοθέτη Μπέρτολτ Μπρεχτ με τίτλο: «Μπέρτολτ Μπρεχτ: Για τους σεισμούς που μέλλονται να 'ρθούν».

Το «Κούλε Βάμπε» είναι η δεύτερη ταινία του αφιερώματος στον Μπρεχτ που ξεκίνησε την περασμένη Τετάρτη στον κινηματογράφο «ΤΙΤΑΝΙΑ CINEMAX» (Πανεπιστημίου και Θεμιστοκλέους), με ελεύθερη είσοδο και ακολουθούν:

  • Τετάρτη 19 Δεκέμβρη (20.30) και Κυριακή 23 Δεκέμβρη (11.30) «Και οι δήμιοι πεθαίνουν» (ΗΠΑ, 1943). Σενάριο Μπ. Μπρεχτ - Φριτς Λανγκ, σκηνοθεσία Φριτς Λανγκ, σε πρώτη πανελλήνια προβολή.
  • Τετάρτη 26 Δεκέμβρη (20.30) και Κυριακή 30 Δεκέμβρη (11.30) «Ο Αφέντης Πούντιλα και ο υπηρέτης του ο Μάττι» (Γερμανία, 1960). Σενάριο Χέλα Βουολιγιόκι σε συνεργασία με τον Μπρεχτ, σκηνοθεσία Αλμπέρτο Καβαλκάντι, σε πρώτη πανελλήνια προβολή.
Συλλογικό κινηματογραφικό εγχείρημα


Το 1932, προτελευταία χρονιά της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης (1919 - 1933), εν μέσω μιας από τις βαθύτερες καπιταλιστικές κρίσεις, βγαίνει, παλεύοντας με απερίγραπτες δυσκολίες, η πρώτη και τελευταία «κομμουνιστική» γερμανική ταινία της περιόδου. Η πραγματικότητα στους δρόμους του Βερολίνου αντανακλά το καταρρακωμένο κύρος των παλιών αστικών κομμάτων στις εργατικές συνειδήσεις, τη γοργά φθίνουσα πορεία της σοσιαλδημοκρατίας που ψηφίζει το ένα πίσω απ' το άλλο έκτακτα διατάγματα και αντιδραστικά μέτρα ενάντια σε εργασιακά κι άλλα δικαιώματα των εργατικών μαζών, αλλά και το παράλληλο δυνάμωμα της επιρροής του συγκροτημένου Κομμουνιστικού Κόμματος, επικεφαλής των αγώνων του οργανωμένου εργατικού αντικαπιταλιστικού κινήματος κατά των πιο αντιδραστικών απαιτήσεων των μεγαλοβιομηχάνων, όπως της μείωσης του μεροκάματου και των έκτακτων φόρων και υπέρ της αποκατάστασης των δημοκρατικών ελευθεριών και της οργάνωσης αυτοάμυνας στα εργοστάσια και τις συνοικίες, που να αποκρούει τις φασιστικές τρομοκρατικές συμμορίες.

Η Βρετανή κριτικός Annie Winifred Ellerman (1894 - 1983) γνωστή ως Bryher, σε ανταπόκρισή της από το Βερολίνο της εποχής γράφει στο κινηματογραφικό περιοδικό «Close Up» το Σεπτέμβρη του 1932: «Η ατμόσφαιρα στους δρόμους της πόλης συγκρίνεται μόνο με κείνη του μεγάλου πολέμου 1914 - '18. Ηδη από τη δεύτερη μέρα ο επισκέπτης αρχίζει να αναρωτιέται γιατί δεν ξεσπά επανάσταση...». Στο τέλος της ανταπόκρισής της αναφέρει: «Η ταινία που επικεντρώνει αυτή τη στιγμή όσο τίποτε άλλο το ενδιαφέρον του Βερολίνου είναι το KUHLE WAMPE».


Η ταινία αφηγείται την ιστορία μιας βερολινέζικης εργατικής οικογένειας και έχει ξεκάθαρο πολιτικό χαρακτήρα. Το σενάριο της ταινίας έγραψε ο Μπρεχτ με τον Οτβαλντ, τη σκηνοθεσία ανέλαβε ο γεννημένος στη Βουλγαρία και σπουδαγμένος στη Σοβιετική Ενωση νεαρός κινηματογραφιστής Ζλάταν Ντούντοβ, τη μουσική της σύνθεσε ο Χανς Αϊσλερ, ενώ στο συλλογικό αυτό κινηματογραφικό εγχείρημα έλαβαν μέρος χιλιάδες εργάτες, μέλη του Αθλητικού Εργατικού Ομίλου Φίχτε, 300 τραγουδιστές και το πιο διάσημο θέατρο του Δρόμου της εποχής. Οι μαζικής κλίμακας, προλεταριακοί αθλητικοί αγώνες είχαν χαρακτήρα πέρα για πέρα πολιτικό. Στην ταινία δειχνόταν ξεκάθαρα ότι οι δραστηριότητες των κομμουνιστικών εργατικών συνδέσμων, με πάνω από 200.000 εργάτες μέλη σε ολόκληρη τη χώρα, συνένωναν τους νέους και έβαζαν τον αθλητισμό στην υπηρεσία του ταξικού αγώνα.

Ο Ντούντοβ είχε διδαχθεί από τους πρωτοποριακούς Σοβιετικούς σκηνοθέτες δασκάλους του να απεικονίζει το στίγμα κοινωνικών καταστάσεων μέσα από επιλεγμένες φυσιογνωμίες και υποβλητικές γωνίες λήψης. Τρανή απόδειξη του ταλέντου του είναι η εισαγωγική σεκάνς, που συνθέτουν εικόνες από ομάδα ανέργων, αναμεταξύ τους και ο γιος της εργατικής οικογένειας στην οποία εστιάζει η ταινία. Η μιζέρια των ανέργων απεικονίζεται με αυτοκυριαρχία, σε στιλ ντοκιμαντέρ, με προεξέχοντα αφηγηματικά στοιχεία το ρυθμό στο μοντάζ σε αντιστοιχία με το μουσικό μέτρο, στοιχεία που κάνουν την ταινία να αγγίζει, σε σημεία, την ποιότητα ορισμένων σοβιετικών ή ιταλικών νεορεαλιστικών κινηματογραφικών στιγμών. Κυριολεκτικά αξέχαστη η αρχή του φιλμ. Αντρες πάνω σε ποδήλατα πλημμυρίζουν την οθόνη, «δουλεύουν» καθημερινά οχτάωρο και βάλε, τρέχοντας με φρενήρη ταχύτητα - υπό τους ορμητικούς ρυθμούς της μουσικής του Αϊσλερ, σε έναν παροξυσμό εικόνας και ήχου - ψάχνοντας και κυνηγώντας «δουλειά»...

Η λογοκρισία... «μας πήρε χαμπάρι»


Το πρώτο μέρος της ταινίας στηρίζεται σε ένα πραγματικό περιστατικό, στην αυτοκτονία ενός νεαρού ανέργου όταν πληροφορείται ότι καταργείται με διάταγμα το βοήθημα ανεργίας στους νέους. Ο γιος της οικογένειας μη βρίσκοντας δρόμο προσχώρησής του στην αγωνιζόμενη εργατική τάξη, αισθάνεται ότι δεν έχει άλλη μοίρα από το θάνατο. Πριν πέσει στο κενό από το παράθυρο του σπιτιού βγάζει το ρολόι του, να μην καταστραφεί και το αφήνει στο τραπέζι. «Ενας άνεργος λιγότερος» σχολιάζει κάποιος...

Στις, πολιτικής φύσης, συνέπειες από την κινηματογραφική απεικόνιση της παραπάνω αυτοκτονίας, αναφέρθηκε ο λογοκριτής που αρχικά αρνήθηκε να δώσει άδεια κυκλοφορίας στην ταινία. «Η ταινία σας δείχνει την αυτοκτονία του ανέργου ως τυπική, ως μοίρα, όχι του ενός ή άλλου (αρρωστημένου) ατόμου, παρά μιας ολόκληρης τάξης! Θέση σας είναι ότι η κοινωνία οδηγεί τους νέους ανθρώπους στην αυτοκτονία, με το να μην τους δίνει δουλειά»... «Σωπάσαμε αμήχανα - γράφει ο Μπρεχτ - είχαμε το δυσάρεστο αίσθημα ότι μας είχαν πάρει χαμπάρι». Ο λογοκριτής, άνθρωπος με εξυπνάδα, είχε μπει πολύ βαθιά στην ουσία των καλλιτεχνικών προθέσεων των δημιουργών της ταινίας. Τους έκανε μια μικρή διάλεξη για το ρεαλισμό και την αποτελεσματικότητα των καλλιτεχνικών μεθόδων! Η ταινία πέρασε τελικά από τη λογοκρισία με μεγάλες δυσκολίες.

«KUHLE WAMPE» - «κρύο στομάχι» ή «άδειο στομάχι» στη βερολινέζικη αργκό - ήταν το όνομα του καταυλισμού με τα αντίσκηνα στα περίχωρα του Βερολίνου, οργανωμένου για να φιλοξενεί άνεργους πρόσφυγες από το άστυ. Εκεί, καταλήγει η άνεργη εργατική οικογένεια μετά από δικαστική έξωση, λόγω αδυναμίας πληρωμής του ενοικίου «εξ ιδίας (φυσικά!) υπαιτιότητας». Στον καταυλισμό αποκαλύπτεται ένα κουρασμένο και γεμάτο αδράνεια βύθισμα των εργατικών στρωμάτων στο «βάλτο», καθώς και ο λούμπεν ή μικροαστικός χαρακτήρας που διέπει σχέσεις και νοοτροπίες. Αυτά στηλιτεύουν οι εικόνες της «ευχάριστης» κωμωδίας από τη γιορτή του αρραβώνα, εικόνες που βρίσκονται εννοιολογικά σε απόλυτη αναντιστοιχία με τις εικόνες της αρχής. Το δρόμο της ταξικής πάλης επιλέγει συνειδητά η κόρη της οικογένειας, Ανι, που τα σπάει με τις συμβιβαστικές λογικές των ανθρώπων της τάξης της και επιστρέφοντας στην πρωτεύουσα, εντάσσεται στον οργανωμένο αγώνα.

Η χρηματοδότηση της παραγωγής δεν είχε σχέση με υφιστάμενους μηχανισμούς της πολιτιστικής βιομηχανίας και η ταινία ολοκληρώθηκε με μεγάλες δυσκολίες. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι στα μισά των γυρισμάτων, η εταιρεία των ηχητικών εγκαταστάσεων για λόγους πολιτικούς, απέσυρε τα μηχανήματά της αφήνοντας την ταινία στα κρύα του λουτρού... Τα γυρίσματα ήταν αδύνατο να ξαναρχίσουν από την αρχή και ένα μεγάλο ποσοστό του προϋπολογισμού αναλώθηκε σε δικαστικά έξοδα...

Στο τρίτο και τελευταίο μέρος η αισιοδοξία και η ελπιδοφόρα διάθεση παίρνει τη θέση της κατήφειας. Συναντάμε ξανά την Ανι και το προσωπικό της ειδύλλιο, που όμως συνεχίζεται σε δεύτερο πλάνο, επισκιαζόμενο από μεγαλειώδεις σκηνές συλλογικής δραστηριότητας μαζικής κλίμακας, καλά οργανωμένης από εργατικούς κομμουνιστικούς συνδέσμους. Οι προλεταριακοί αθλητικοί αγώνες με συνεχή ροή και η ψυχαγωγία των μαζών με χορωδιακές συναυλίες και θεατρικά δρώμενα έχουν αγωνιστικό, πολιτικό χαρακτήρα και η κάμερα τα καταγράφει με ενθουσιασμό. Η ταινία μπαίνει στον επίλογο μαζί με τους επιβάτες, που με τη λήξη των αγώνων μπαίνουν στο προαστιακό τρένο να επιστρέψουν στα σπίτια τους. Μέσα στο κατάμεστο βαγόνι πραγματοποιείται ένας αυθεντικά μπρεχτικός διάλογος για ένα άρθρο στην εφημερίδα σχετικά με την καταστροφή του βραζιλιάνικου καφέ για να μην πέσει η τιμή του. Ενα αιχμηρότατο διαλεκτικό επεισόδιο πάνω στον παράλογο και αντικοινωνικό χαρακτήρα της αστικής πολιτικής οικονομίας. Αυτό ακριβώς έχει πρόθεση να αναδείξει η σεκάνς μέσα από την αντιπαράθεση και τη σύγκρουση των πολιτικών θέσεων των νεαρών επαναστατών εργατών και των καλοζωισμένων αστών συνεπιβατών τους.

Οποτεδήποτε η εργατική τάξη εξάγει επαναστατικά συμπεράσματα από οικονομικά γεγονότα, οι αστοί επισείουν τον εθνικισμό τους ή κρύβονται πίσω από ομιχλώδεις γενικότητες. Κι οι νεαροί ταξιδιώτες, φθάνοντας στον προορισμό τους, απομακρύνονται τραγουδώντας όλοι μαζί για τις όμορφες δικές τους μέρες που μέλλονται να έρθουν...


Κορυφή σελίδας

Διαβάστε στο «Ρ»
Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org