Κυριακή 4 Μάρτη 2001
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Σελίδα 10
ΕΝΘΕΤΗ ΕΚΔΟΣΗ: "7 ΜΕΡΕΣ ΜΑΖΙ"
ΙΣΤΟΡΙΑ
Οταν η Κόλαση έγινε μικρογραφία της μακρονησιώτικης τραγωδίας

1949 ΑΕΤΟ: Οι Γ. Μπαϊρακτάρης και Α. Βασιλόπουλος επιθεωρούν τη φάλαγγα των κρατουμένων
1949 ΑΕΤΟ: Οι Γ. Μπαϊρακτάρης και Α. Βασιλόπουλος επιθεωρούν τη φάλαγγα των κρατουμένων
Κάθε φορά που η υποχρέωση εκτέλεσης καθήκοντος με αναγκάζει να μιλήσω ή να γράψω για την «Κόλαση» της Μακρονήσου», αναταράζεται ολόκληρο το «είναι» μου και δυσκολεύομαι πάρα πολύ να επιλέξω τα τραγικότερα περιστατικά, γιατί κι εκείνα που είναι αδύνατο να αναφερθούν, λόγω χώρου, δεν είναι λιγότερο τραγικά. Πολύ περισσότερο σ' ένα σημείωμα της έκτασης του παρόντος, η πένα μου είναι τελείως ανήμπορη ν' αποδώσει συμπυκνωμένα τα όσα τραβήξαμε στη Μακρόνησο επί τρία χρόνια και μάλιστα νυχθημερόν!

Κάθε, όμως, «Μακρονησιώτης», που έτυχε να επιζήσει και κατόρθωσε να κρατήσει σε εγρήγορση τη συνείδησή του, ίσως πιότερο από κάθε τι άλλο, υπέρτατο καθήκον του θεωρεί να κάνει γνωστή στις νέες γενιές του λαού μας εκείνη την απερίγραπτη βαρβαρότητα που διαδραματίστηκε πάνω στο δικό του κορμί. Για να μην υπάρξουν πια άλλα «Μακρονήσια» και αλληλοσφαγές, που εξακολουθεί να οργανώνει και να εξαπολύει σήμερα ο απάνθρωπος καπιταλισμός - ιμπεριαλισμός των ΗΠΑ - ΝΑΤΟ όπου Γης.

Δεν υπάρχει τετραγωνικό εκατοστόμετρο στο κορμί του κάθε «Μακρονησιώτη» - δεσμώτη, που να μην πληγώθηκε ανεξίτηλα και αμέτρητες φορές με τον πιο άγριο σαδισμό, όχι μόνο από τους πρώην συνεργάτες των χιτλεροφασιστών κατακτητών, αλλά και από κάμποσους λεγόμενους «ανανήψαντες», στους οποίους οι εξ επαγγέλματος δήμιοι κατάφεραν να αλλοιώσουν τη συνείδηση, την ψυχή και τη συμπεριφορά τους με τα ίδια ωμά βασανιστήρια σε βάρος τους, όπως και στους αμετανόητους. Κάμποσοι, μάλιστα, απ' αυτούς συναγωνίζονταν μεταξύ τους με βαναυσότητα μεγαλύτερη από κείνη των πρώην δημίων τους!

Ομάδα στρατιωτών του σύρματος του Α` Τάγματος Μακρονήσου
Ομάδα στρατιωτών του σύρματος του Α` Τάγματος Μακρονήσου
Γι' αυτήν τη μεταλλαγή της ανθρώπινης υπόστασης, θα περηφανευτεί αργότερα ο αρχιδήμιος του «Μακρονησιού», συνταγματάρχης τότε και προαχθείς κατόπιν Γ. Μπαϊρακτάρης, λέγοντας: «Η Μακρόνησος υπερέβη τας προσδοκίας και εκείνων που την οραματίστηκαν».

Εδώ θα εξιστορήσουμε το συγκλονιστικό γεγονός της πιο μεγάλης δολοφονίας, της μαζικής εκτέλεσης εκατοντάδων αμετανόητων δεσμωτών στο ΑΕΤΟ του κολαστηρίου.

Η προειδοποίηση

Διοικητής στο τάγμα είναι ο αντισυνταγματάρχης Κωνσταντόπουλος. Αυστηρός, απαιτητικός, με ξεσπάσματα οργής, αλλά ντόμπρος, με ανθρωπιά και συναίσθημα για τους ομήρους στρατιώτες του.

Στις αρχές του Γενάρη (1948) ο Κωνσταντόπουλος κλήθηκε ή έφυγε στην Αθήνα. Γύρισε σε λίγο ανήσυχος και στενοχωρημένος. Κάλεσε έκτακτη συγκέντρωση του Τάγματος. Μίλησε με ταραγμένη φωνή. Ηταν στιγμές που δυσκολευόταν να κρατήσει τον ειρμό της ομιλίας του. Αρχισε με τα λόγια: «Η Διοίκηση έχει πληροφορίες ότι σκοπεύετε να αφοπλίσετε το λόχο διοικήσεως και να μας κτυπήσετε... Δε θα παραδοθούμε... Προσέξετε, γιατί πολλά κεφάλια, που τώρα βλέπω, φοβάμαι ότι αργότερα δε θα υπάρχουν».

Τα λόγια του, που πέφτουν σαν τσεκουριές, σίγουρα δεν ήταν του Κωνσταντόπουλου. Το ακροατήριο προς στιγμή αναδεύει. Πολλοί αλληλοκοιτάζονται. Γρήγορα όμως, σαν από συνεννόηση με αόρατο ασύρματο, μπαίνουν στο νόημα των λεγομένων του. Που δεν ταιριάζουν στον άνθρωπο, όταν μιλά με φανερή ανησυχία και αγωνία. Προφανώς, τους πληροφορεί και τους προειδοποιεί τι μέλλει να ακολουθήσει. Η στολή και τα διάσημα του ανώτερου αξιωματικού δεν μπορούν να κρύψουν τον αναβρασμό της ψυχής του. Το βλέμμα του, φευγαλέο, πετά εδώ κι εκεί, σα να θέλει ν' αποφύγει ν' αντικριστεί με τα εκατοντάδες βλέμματα των στρατιωτών, που είχαν νωρίτερα διαπιστώσει την ανθρωπιά και αξιοπρέπειά του.


Ετσι, ύστερα από λίγα ακόμη λόγια, για να κρατήσει προφανώς τα προσχήματα, με κόπο σχεδόν, ξεφωνίζει: «Ζήτω ο βασιλεύς». Νεκρική σιγή ήταν η απάντηση. «Ζήτω το έθνος», συνέχισε, «Ζήτω ο στρατός». Αλλά και πάλι τα λόγια του δεν παράγουν τον αντίλαλό τους. Και τότε σα να αναρριπίστηκε εκείνη η μάζωξη και μέσα από το βάθος της ακούγονται δύο λέξεις και δύο συλλαβές. Με μια φωνή αδύνατη, σα να φυλαγόταν μην ακουστεί κι απ' την άλλη μεριά, αλλά τρεμάμενη και τρυφερή: «Ζήτω ο διοικητής μας!» Την ακολούθησαν πολλά χειροκροτήματα.

Τότε ο Κωνσταντόπουλος, σα να συνήλθε, βρήκε τι θα πει στους στρατιώτες του και μίλησε με τη φωνή της συνείδησής του, από τα έγκατα της καρδιάς του με τη φωνή ενός τίμιου πατριώτη αξιωματικού:

«Παιδιά μου, ξέρω καλά ότι είστε παλικάρια. Πολεμήσατε τους κατακτητές. Εδώ είστε για τη δράση σας στην Εθνική Αντίσταση και γιατί δε θέλετε να πάρετε μέρος στην εμφύλια διαμάχη. Αλλά μην ξεχνάτε ότι είστε στον Εθνικό Στρατό και πρέπει να πειθαρχείτε... Προσέξετε, γιατί αυτή η χαράδρα που βλέπετε μπορεί να βαφτεί με αίμα. Αυτά έχω να σας πω».

Στις αρχές Φλεβάρη έρχεται στο ΑΕΤΟ ο Καρδάρας σαν υπασπιστής του Τάγματος. Ουσιαστικά όμως, αυτός διοικεί ύστερα από την απομάκρυνση του Καραμπέκιου, που είχε αντικαταστήσει τον Κωνσταντόπουλο, μέχρι και την Κυριακή των γεγονότων, όταν ο Βασιλόπουλος, ως αντικαταστάτης του Καραμπέκιου, έμενε ακόμα σκόπιμα στη ΣΦΑ.

Σάββατο 28.2.48. Πληθαίνουν οι βιαιοπραγίες των αλφαμιτών, βασανίζουν στο πειθαρχείο. Ο Καρδάρας απειλεί να μη λείψει κανείς από το πρωινό προσκλητήριο της Κυριακής.

Η μαζική δολοφονία στις 29.2.'48

Κυριακή πρωί στο γήπεδο γίνεται το προσκλητήριο του Α` Τάγματος. Μερικοί αξιωματικοί έχουν πάρει άδεια και ο διοικητής Βασιλόπουλος λείπει στις ΣΦΑ. Το γενικό πρόσταγμα το έχει ο υπασπιστής Καρδάρας. Το προσκλητήριο έχει τελειώσει κανονικά και οι λόχοι ξεκινούν για τη χαράδρα, όπου θα γίνει εκκλησιαστική ομιλία. Οι αλφαμίτες ψάχνοντας για «κοπανατζήδες» ορμούν και δέρνουν σκαπανείς που φώναζαν ότι είναι ελεύθεροι ιατρού και τους τραβούν στο πειθαρχείο. Οι στρατιώτες διαμαρτύρονται με φωνές: αίσχος, αίσχος!

Ο διοικητής της ΑΜ Καστρίτσης πυροβολεί στον αέρα, ενώ ο υποδιοικητής της φρουράς Σαλβαράς δίνει το σύνθημα «Πυρ». Οι άνδρες του ορμούν προς την πλαγιά, όπου είναι το θέατρο, και χτυπούν δεξιά και αριστερά. Κανείς μας δεν υποψιάζεται ότι θα μας πυροβολήσουν. Οπότε ακούγεται μια κραυγή: Αδέρφια με φάγανε... μας σκοτώνουν...». Από το θέατρο ακούγεται άλλη φωνή: «Κάτω παιδιά χτυπάνε στο ψαχνό». Οι λόχοι που βρίσκονται στο θέατρο και γύρω του ξαπλώνουν καταγής. Μερικοί από μας όρθιοι ψάχνουν να δουν από πού μας ρίχνουν. Η πλαγιά και η χαράδρα έχουν βαφτεί με αίμα. Οπως το είχε πει ο Κωνσταντόπουλος.

Οι πυροβολισμοί προς στιγμή σταματούν. Ολο το τάγμα, 4.500 φαντάροι, τρέχει προς το γήπεδο, φωνάζοντας: «Δολοφόνοι... φασίστες... αίσχος...». Ο ταγματάρχης Καραμπέκιος, που βρισκόταν στο λιμάνι, τρέχει και με το πιστόλι στο χέρι απειλεί τον Καρδάρα να σταματήσει αμέσως τους πυροβολισμούς και να απομακρυνθούν οι αλφαμίτες από το χώρο του Διοικητηρίου και από το γήπεδο. Οι 15 τραυματίες μεταφέρονται στο αναρρωτήριο και οι 5 νεκροί σε μια σκηνή στο κέντρο του στρατοπέδου. Το Τάγμα, συγκεντρωμένο στο γήπεδο, ζητάει από τον Καραμπέκιο να συλληφθούν οι δολοφόνοι και να σταλούν οι τραυματίες στο νοσοκομείο. Ταραγμένος ο ταγματάρχης ζητάει να δείξουν ψυχραιμία. Με τρεμάμενη φωνή ακούγεται να λέει: «Παιδιά μου, έχετε δίκιο, όλα θα γίνουν, ...πρέπει να περιμένουμε τον διοικητή σας, που είναι στη ΣΦΑ». Υστερα από μια ώρα, φάνηκε ο Βασιλόπουλος. Ψυχρός, ακούει τις φωνές και ρωτάει τι συνέβη... Μιλάει με τον Καρδάρα και άλλους αξιωματικούς και ζητά μια επιτροπή στρατιωτών να μιλήσει μαζί τους. Δεν υπάρχουν επιτροπές, του απαντούν. Καλέστε εσείς. Τέσσερις φαντάροι, μεταξύ τους και ο φοιτητής της Ιατρικής Αρσένης, του εκθέτουν τα γεγονότα και ζητούν τη μεταφορά των τραυματιών, να συλληφθούν οι υπαίτιοι και να έρθει κοινοβουλευτική επιτροπή. Του δηλώνουν πως δε θα πάρουν φαγητό και για να μην ξαναγίνουν επεισόδια, ο δρόμος να είναι διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στους αλφαμίτες και το στρατόπεδο. Ο Βασιλόπουλος συμφώνησε προσωρινά.

Ο δρόμος που ενώνει τα στρατόπεδα γίνεται διαχωριστική γραμμή. Οι τραυματίες μεταφέρονται στο Λαύριο. Το στρατόπεδο κηρύσσει απεργία πείνας. Οι στρατιώτες τριών λόχων μοιράζονται και εγκαθίστανται στις σκηνές άλλων λόχων. Στήνεται τιμητική φρουρά στη σκηνή των νεκρών. Η κυκλοφορία στους λόχους έχει σταματήσει, καθώς και οι συζητήσεις. Τη νύχτα, το στρατόπεδο βυθίζεται σε νεκρική σιγή. Οι εναλλασσόμενοι σκηνάρχες παρακολουθούν κάθε κίνηση προς την πλευρά της διοίκησης και γύρω από το στρατόπεδο. Ενώ περίπολα αλφαμιτών από τα Β` και Γ` τάγματα περιφέρονται στο δρόμο και γύρω από το στρατόπεδο.

Ο Βασιλόπουλος βρίσκεται σε διαρκή επικοινωνία με το Λαύριο, όπου είναι και ο Μπαϊρακτάρης. Τη νύχτα λειτουργούν και τον οπτικοτηλέγραφο. Κανείς επίσημος δεν έχει εμφανιστεί. Οι σκέψεις μας διαδέχονται η μια την άλλη και τα νεύρα όλων μας είναι τεντωμένα. Δεν ξέρουμε τι θα ξημερώσει.

Προς τα χαράματα στήνονται φυλάκια στο Βορά από αλφαμίτες του Β` Τάγματος και στο Νότο του Γ` Τάγματος. Εχουν κυκλώσει το στρατόπεδο από την κάτω μεριά του δρόμου. Με την ανατολή του ήλιου, πρώτη του Μάρτη, μια ακταιωρός με τα μυδράλιά της στραμμένα προς τους λόχους, περιφέρεται κάπου πενήντα μέτρα από τα βράχια. Πάνω της βρίσκεται ο Μπαϊρακτάρης. Ολα δείχνουν ότι θα έχουμε νέα φάση του εγκλήματος. Για να σπάσουν την ενότητα και την αντίσταση του Α` Τάγματος.

Δίπλα στη σκηνή των νεκρών, αρχίζουν να σκάβονται οι τάφοι. Τους θέλουμε στο στρατόπεδο μαζί μας. Ο Βασιλόπουλος, με προφορική διαταγή, ζητά να του δοθούν οι νεκροί. Το σκάψιμο σταματά κι ένα φορτηγό τους παίρνει. Σε όλο το χώρο γύρω από το διοικητήριο, έχουν διαταχθεί οι δυνάμεις καταστολής από αλφαμίτες, ροπαλοφόρους και ένοπλους. Στις έντεκα περίπου, από τα μεγάφωνα της ακταιωρού ακούγεται η φωνή του Μπαϊρακτάρη: «Προσοχή, προσοχή! Σας μιλά ο διοικητής Μπαϊρακτάρης. Κάματε μια απερισκεψία. Μερικά καθάρματα κομμουνισταί σας παρέσυραν εις στάσιν κατά της πατρίδος. Διαχωρίστε τη θέση σας από τους πρωταίτιους. Συγκεντρωθείτε στον 7ο Λόχο. Το κράτος δε θα υποχωρήσει».

Ξαφνιασμένοι από την επινόηση του αρχιδήμιου, οι στρατιώτες απαντούν ομαδικά: «Αίσχος... προβοκάτορες... δολοφόνοι!» Μερικοί μουντζώνουν προς το πολεμικό, που περιφέρεται και επαναλαμβάνει τη διαταγή. Τώρα ορίζει και προθεσμία. Μερικοί, κοιτάζουν πώς να προφυλαχτούν. Σταματά κάθε κίνηση. Το Τάγμα όρθιο, σε υπερδιέγερση, περιμένει. Και τότε, ακούγεται το σύνθημα της επίθεσης. Ξεκινούν πρώτα οι ροπαλοφόροι και ορμούν στον 4ο και τον 5ο λόχο. Οι όμηροι στρατιώτες αντιστέκονται, τους παίρνουν τα ρόπαλα και τα σπάζουν. Οι ροπαλοφόροι φεύγουν προς τη μεριά του δρόμου. Η ακταιωρός δίνει το σύνθημα στους οπλοφόρους να επιτεθούν. Ο Μπαρούχος ρίχνει τον πρώτο πυροβολισμό και βάλλουν πάνω στις σκηνές με όπλα και αυτόματα. Πέφτουν οι πρώτοι νεκροί και τραυματίες. Οι στρατιώτες φωνάζουν: «Φασίστες, ντροπή σας... Δολοφόνοι, σταματήστε» και υποχωρούν προς τους 1ο και 2ο λόχους. Οι τραυματίες ζητούν βοήθεια και προσπαθούν να τους ακολουθήσουν.

Ο Σκαλούμπακας δε βιάζεται. Οι ένοπλοί του προχωρώντας χτυπούν και τραυματίες. Περισφίγγουν τον κλοιό. Πέφτουν περισσότεροι νεκροί και τραυματίες. Από τη μεριά των δεσμωτών ακούγεται η φωνή: «Αδέλφια, όλοι τον εθνικό ύμνο». Με τις πρώτες στροφές του, οι πυροβολισμοί ελαττώνονται προς στιγμή και ξαναρχίζουν. Κάπου τρεις νεκρούς, τους αρπάζουν τα κύματα. Οι νεκροί πολλαπλασιάζονται. Το Τάγμα υποχωρεί. Η ώρα είναι 4 μ.μ. Ο σκοτωμός κράτησε περίπου πέντε ώρες! Καταγράφονται 150 σαν οργανωτές της ...στάσης, δέρνονται και οδηγούνται στη ΣΦΑ, ενώ καταγράφονται άλλοι 700 που στέλνονται στο Γ` Τάγμα. Πόσοι είναι οι νεκροί; Το μυστικό κρατιέται ακόμη στα αρμόδια υπουργεία!

Επιμύθιο

Μετά από κείνα τα αιματηρά γεγονότα, αναπολώντας τα πολλές φορές, ερχόταν στο νου μου το περιστατικό της σύγκρισης της φασιστοειδούς κατάστασης του Σικάγου με την «Κόλαση», που αναφέρει ο Αμερικανός συγγραφέας Τζακ Λόντον, στο αριστούργημά του «Η σιδερένια φτέρνα». «Στον 19ο αιώνα, γράφει, ένας ονομαστός εργατικός ηγέτης και μέλος, για μια περίοδο, του βρετανικού υπουργικού συμβουλίου, ο Τζον Μπερνς, επισκέφτηκε το Σικάγο, που είχε τη φήμη κόλασης. Ενας δημοσιογράφος, του ζήτησε τη γνώμη για την πόλη. "Το Σικάγο", απάντησε, "αποτελεί μικρογραφία της Κόλασης". Λίγο αργότερα, καθώς επιβιβαζόταν στο ατμόπλοιο για να επιστρέψει στην Αγγλία, ένας άλλος δημοσιογράφος τον ρώτησε αν άλλαξε τη γνώμη του για το Σικάγο. "Ναι", απάντησε, "άλλαξα. "Η γνώμη μου τώρα είναι πως η Κόλαση αποτελεί μικρογραφία του Σικάγου"».

Ποιος πατριώτης δε θα πει κάτι ανάλογο για την «Κόλαση», σε σχέση με την τραγωδία της Μακρονήσου; Της Μακρονήσου, που έμεινε αιώνιο μνημείο της γενναιότητας και αξιοπρέπειας των αληθινών υπερασπιστών της πατρίδας και συνάμα στίγμα των Αμερικανών ιμπεριαλιστών και των ελληνόφωνων δούλων τους; «Ας μη βάζουμε σε κίνδυνο το μέλλον», γράφει ο Ανατόλ Φρανς, που προλογίζει τη «Σιδερένια φτέρνα» του Τζακ Λόντον. «Είναι δικό μας. Η πλουτοκρατία θα χαθεί. Ηδη, στην ίδια της τη δύναμη διακρίνονται σημάδια του αφανισμού της. Θα χαθεί, γιατί είναι άδικη. Θα χαθεί γεμάτη έπαρση, στο απόγειο της δύναμής της, όπως ακριβώς χάθηκαν η δουλεία και η δουλοπαροικία».


Του
Νίκου ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ
Ο Νίκος Παπαδόπουλος είναι Μακρονησιώτης, μέλος της Επιτροπής Πόλης της Κομματικής Οργάνωσης Θεσσαλονίκης του ΚΚΕ και πρώην μέλος της ΚΕ του Κόμματος


Κορυφή σελίδας

Διαβάστε στο «Ρ»

Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org