Κυριακή 8 Απρίλη 2012
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Σελίδα 12
ΠΟΛΙΤΙΚΗ
ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ
Πάντα έβαζε πλάτες στην αστική πολιτική

Παπαγεωργίου Βασίλης

Ανάμεσα στους πολλούς «λαγούς με πετραχήλια» που υπόσχεται ο ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ στο λαό αν του αναθέσει τη διακυβέρνηση της χώρας είναι και η επαναφορά στον έλεγχο του δημοσίου επιχειρήσεων στρατηγικής σημασίας. Στην ιδιωτικοποίηση των οποίων συναίνεσε, βάζοντας πλάτη στις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις.

Οταν ξεκινούσε η διαδικασία μετοχοποίησής τους, την ώρα που οι ταξικές δυνάμεις στο συνδικαλιστικό κίνημα και το ΚΚΕ έδιναν μάχη για την αποτροπή της, ενημερώνοντας το λαό πλατιά για τις ολέθριες συνέπειες σε βάρος του, λέγοντάς του καθαρά ότι η μετοχοποίηση θα οδηγήσει σταδιακά στο πλήρες ξεπούλημά τους, ο ΣΥΝ την αποδεχόταν, αποπροσανατολίζοντας το λαό και το κίνημα στο οποίο πρόβαλλε σαν κύριο ζήτημα τη διατήρηση στο Δημόσιο της πλειοψηφίας των μετοχών.

Στα τέλη του 2006 κατήγγειλαν την «απόφαση της κυβέρνησης να προχωρήσει στην πλήρη επί της ουσίας ιδιωτικοποίηση του ΟΤΕ»! Στην πλήρη, γιατί ως προς τη μερική ιδιωτικοποίηση η ηγεσία του ΣΥΝ στάθηκε σύμφωνη. Σε συνέντευξη Τύπου το Σεπτέμβρη του 2006, η πρόταση του ΣΥΝ, όπως είχε διατυπωθεί από τον Γ. Δραγασάκη, ήταν: «Να εγκαταλείψει η κυβέρνηση τα σχέδια για περαιτέρω ιδιωτικοποίηση του ΟΤΕ».

Τον Αύγουστο του 2005, σε ανακοίνωσή της η ΝΕ ΔΕΚΟ του ΣΥΝ πρότασσε σαν κύριο «ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΝΑ ΕΠΑΝΑΚΤΗΣΕΙ ΤΗΝ ΠΛΕΙΟΨΗΦΙΑ ΣΤΟΝ ΟΤΕ» και μεταξύ άλλων υπογράμμιζε: «Επιχειρήσεις, λοιπόν, όπως ο ΟΤΕ θα έπρεπε να ανήκουν αν όχι εξ ολοκλήρου τουλάχιστον κατά τα 2/3 των μετοχών τους στο δημόσιο».

Τον Ιούνη του 2001 σε ανακοίνωση του Γραφείου Τύπου του ΣΥΝ με αφορμή το τότε ξεπούλημα της πλειοψηφίας των μετοχών του ΟΤΕ από την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, χαρακτηριζόταν «εθνικό έγκλημα η πλήρης ιδιωτικοποίηση του ΟΤΕ».

Οι ευθύνες του ΣΥΝ έχουν βαθύτερες ρίζες στο χρόνο. Εγινε θιασώτης των ιδεολογημάτων που προβάλλονταν από την ΕΕ για τις αναδιαρθρώσεις και υιοθέτησε πλήρως τις πολιτικές της «απελευθέρωσης». Είπε «ναι» στην ΕΕ, «ναι» στη Συνθήκη του Μάαστριχτ, «ναι» στην πολιτική της απελευθέρωσης των αγορών.

Ο ΣΥΝ έγινε συνένοχος στην απάτη της ...μερικής ιδιωτικοποίησης, διαχωρίζοντάς την σκόπιμα απ' το πλήρες ξεπούλημα παρότι αποτελούσε το πρώτο βήμα σ' αυτή την κατεύθυνση. Προσπέρασε το γεγονός ότι οι ιδιωτικοποιήσεις ήταν κομμάτι της ευρωενωσιακής στρατηγικής και του κεφαλαίου, αποσιώπησε ότι η τοποθέτηση κεφαλαίων σε μια επιχείρηση προϋποθέτει ότι κυρίαρχο και αποκλειστικό κριτήριο λειτουργίας θα είναι το κέρδος. Υπηρέτησε έτσι μια πολιτική που ενίσχυσε την κερδοφορία και χειροτέρευσε ραγδαία τη θέση των εργαζομένων στις υπό ιδιωτικοποίηση επιχειρήσεις και συνολικά του λαού με τις ανατιμήσεις των προσφερόμενων απ' αυτές υπηρεσιών.

Το παράδειγμα του ΟΤΕ είναι αποκαλυπτικό με τον ΣΥΝ να διαπραγματεύεται με την τότε κυβέρνηση τις ... διαδικασίες της ιδιωτικοποίησης, καταλογίζοντάς της βιασύνη. Στις 15/11/1996, ο εκπρόσωπός του στη Βουλή, Γ. Δραγασάκης, αγωνιούσε για το πόσο αποτελεσματικά ιδιωτικοποιούν οι κυβερνώντες. «Η κυβέρνηση - έλεγε χαρακτηριστικά - έχει ευθύνη γιατί έβαλε τον ΟΤΕ στο ΧΑΑ χωρίς να έχει εξυγιάνει το Χρηματιστήριο. Και φοβάμαι ότι θα έχει δυσκολίες με τις άλλες ΔΕΚΟ, ανεξάρτητα από τη δική μας γενικότερη άποψη, εάν δεν πείσει ότι όντως το Χρηματιστήριο λειτουργεί καλά».

Το 1998, με Ερώτηση που κατέθεσε στη Βουλή για τις μετοχοποιήσεις - ιδιωτικοποιήσεις, «κατήγγειλε» ότι από την κυβέρνηση «απουσιάζει η σαφής αιτιολόγηση των αποφάσεών της» και «ο αναγκαίος πολιτικός και κοινωνικός διάλογος», διερωτώμενος «πώς εκφράστηκε στην πράξη ότι με τις ιδιωτικοποιήσεις θα βελτιωθεί το κόστος και η ποιότητα των υπηρεσιών προς τους πολίτες».

Εγινε πρόθυμα αναμεταδότης της αποπροσανατολιστικής προπαγάνδας ότι τάχα οι ιδιωτικοποιήσεις γίνονται για να καλυφθούν τα ελλείμματα του Δημοσίου. Ετσι, επαιρόταν πως «έγκαιρα είχε επισημάνει ότι ο πραγματικός στόχος της κυβέρνησης δεν είναι η ανάπτυξη και ο εκσυγχρονισμός του ΟΤΕ, αλλά η κάλυψη των δημόσιων ελλειμμάτων με την εκποίηση της δημόσιας περιουσίας». Αν δηλαδή στόχος ήταν ο «εκσυγχρονισμός», μετά χαράς να παραδοθεί στο κεφάλαιο.

Αλλά και στη ΔΕΗ έβαλε πλάτη, αναμασώντας το ιδεολόγημα του «μονοδρόμου της ΕΕ» και της εφαρμογής της οδηγίας 96/92 για την απελευθέρωση της αγοράς ενέργειας. Η συνδικαλιστική του παράταξη, μαζί με ΠΑΣΚΕ και ΔΑΚΕ, συμφώνησαν στο να βγει απ' τη μέση το αγκάθι του Ασφαλιστικού. Το καλοκαίρι του 1999 οι τρεις παρατάξεις, ΠΑΣΚΕ, ΔΑΚΕ και ΣΑΔ (ΣΥΝ) υπογράφουν συμφωνία με την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, βάσει της οποίας χάρισαν κυριολεκτικά την τεράστια περιουσία των εργαζομένων στη ΔΕΗ και έλυσαν τα χέρια της κυβέρνησης να προχωρήσει στη μετοχοποίηση - ιδιωτικοποίησή της και την ολοκλήρωση του νομοσχεδίου για την «απελευθέρωση» της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας.

Και στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα

Αν και οι διαρκείς μεταλλάξεις στις θέσεις του Συνασπισμού και του ΣΥΡΙΖΑ, για τους εργαζόμενους, τις εργασιακές σχέσεις, τους μισθούς, την ασφάλιση, κάνουν δύσκολη την παρακολούθησή τους από τους εργαζόμενους, εντούτοις το στίγμα τους και η κατεύθυνσή τους δεν αλλάζουν: Υπόκλιση στη διαιώνιση της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, μείωση των απαιτήσεων της εργατικής τάξης, σύνδεση της όποιας βελτίωσης της θέσης των εργαζομένων με την προοπτική της Ευρωπαϊκής Ενωσης, με το περίφημο σλόγκαν περί «σύγκλισης» σε μισθούς, συντάξεις κλπ., ενώ στο συνδικαλιστικό κίνημα, στην πράξη δηλαδή, γίνεται ουρά της πλειοψηφίας της ΓΣΕΕ.

Οι θέσεις αυτές του ΣΥΡΙΖΑ επιβεβαιώνονται διαχρονικά και στα λόγια και στην πράξη. Αποτυπώνονται και στο Πρόγραμμά του. Χαρακτηριστική περίπτωση η θέση του για την απασχόληση, όπου, ενώ προτάσσει το στόχο «της πλήρους απασχόλησης και των ποιοτικών θέσεων εργασίας», δεν αποκλείει τις απολύσεις! Γιατί η θέση του για «απαγόρευση των απολύσεων στις κερδοφόρες επιχειρήσεις αλλά και των "αναιτιολόγητων" απολύσεων σε όλες τις επιχειρήσεις», μόνο απαγόρευση δεν είναι. Το αντίθετο ακριβώς σημαίνει. Διότι ο ΣΥΡΙΖΑ επιτρέπει τις απολύσεις σε όποιες επιχειρήσεις δεν εμφανίζουν κέρδη, ακόμα και αν έχουν, πράγμα που καθόλου δεν είναι δύσκολο για τους επιχειρηματίες. Μάλιστα, σήμερα σε συνθήκες κρίσης, η θέση αυτή οδηγεί σε αποδοχή των απολύσεων, με δεδομένο ότι χιλιάδες επιχειρήσεις δεν έχουν ή δε θέλουν να εμφανίσουν κέρδη. Επιπλέον, αμφιβάλλει κανείς ότι οι επιχειρήσεις δυσκολεύονται να αιτιολογήσουν τις απολύσεις; Τι μένει λοιπόν από τη βαρύγδουπη «απαγόρευση» του ΣΥΡΙΖΑ; Τι απομένει από την πομφόλυγα της «πλήρους απασχόλησης»; Το δικαίωμα των εργοδοτών να απολύουν. Τέτοια είναι η φιλεργατική πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ, σε ένα τέτοιο βασικό ζήτημα για την εργατική τάξη, που σήμερα αποδεικνύεται ζήτημα ζωής και θανάτου.

Η ίδια υποκριτική στάση και στο ζήτημα των συμβασιούχων. Για χρόνια υπερασπίστηκε εργολαβικά - και συνεχίζει να υπερασπίζεται - τη γνωστή Κοινοτική Οδηγία 70/99, με την οποία ΠΑΣΟΚ και ΝΔ ανακύκλωναν και εκβίαζαν εκατοντάδες χιλιάδες συμβασιούχους. Ο ΣΥΡΙΖΑ καλλιεργεί την αυταπάτη ότι η οδηγία επιβάλλει την αυτόματη μονιμοποίηση των συμβασιούχων, ισχυρισμός που έχει διαψεύσει η ίδια η ΕΕ και η πραγματικότητα.

Παράλληλα, διατυπώνει τη θέση για «Τακτοποίηση όλων των συμβασιούχων που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες και εν συνεχεία κατάργηση του θεσμού του συμβασιούχου...». Ομως, ο όρος «πάγιες και διαρκείς ανάγκες» όχι μόνο δεν κατοχύρωσε τους συμβασιούχους, αλλά έγινε και βασικό εργαλείο από τις κυβερνήσεις ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, για να σταλούν δεκάδες και εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενοι στις ουρές της ανεργίας. Τελικά, αντί για κατάργηση του θεσμού, όπως διακήρυσσε ο ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ και με τις δικές του πλάτες και τη σύγχυση που προκαλούσαν οι θέσεις του, καταλήξαμε στην κατάργηση χιλιάδων θέσεων εργασίας.

Βγαλμένο μέσα από τη φιλοσοφία της Ευρωπαϊκής Ενωσης ήταν και η περίφημη πρόταση του ΣΥΝ για τη Θέσπιση Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος, «το ύψος του οποίου καθορίζεται στο 25% του κατά κεφαλήν ΑΕΠ (όριο της ακραίας φτώχειας, σύμφωνα με την ΕΕ)». Είναι, μάλιστα, χαρακτηριστικό ότι το ύψος του Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος, το εισόδημα δηλαδή που προέκυπτε από την πρόταση νόμου του ΣΥΝ, ήταν μόλις 246 ευρώ! Αυτή είναι η περίφημη «αριστερή» αντίληψή του για το εργατικό εισόδημα. Εγγυημένη ελεημοσύνη ψάχνει ο ΣΥΝ και θέλει σε αυτήν τη λογική οι εργάτες να υποταχθούν. Αντί να διεκδικούν, να γίνουν επαίτες. Ισως έτσι και να αντιλαμβάνεται την πρότασή του «για οικονομία με κριτήριο τις κοινωνικές ανάγκες»!

Στο Πρόγραμμά του, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν παραλείπει να διατυπώσει και τη θέση για «Κατάργηση όλων των ελαστικών... μορφών εργασίας που έχουν καθιερωθεί με νόμους των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ τα τελευταία 20 χρόνια...». Αφήνουμε κατά μέρος ότι σε άλλες περιόδους μίλαγε για ελαστικές μορφές εργασίας με ποσοστώσεις και υποκλινόταν μπροστά τους ως μια αδήριτη πραγματικότητα. Εδώ το κύριο είναι ότι επιχειρεί να υποβαθμίσει τις ευθύνες της ΕΕ και τις δικές του. Διότι οι νόμοι των κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ, ΝΔ είχαν τη ρίζα τους στο Μάαστριχτ. Οι αντεργατικοί νόμοι είναι η ελληνική μετάφραση των ευρωπαϊκών συνθηκών και των αντίστοιχων οδηγιών που ακολούθησαν. Οποιος, λοιπόν, επιδιώκει την κατάργηση των ελαστικών εργασιακών σχέσεων, δεν μπορεί παρά να είναι αντίθετος με το ίδιο το ευρωενωσιακό οικοδόμημα που τις γέννησε. Πολύ περισσότερο, όποιος θέλει πραγματικά να τις καταργήσει, δεν μπορεί παρά να πάει κόντρα σε αυτό το οικοδόμημα. Εκτός και αν ο ΣΥΡΙΖΑ θεωρεί και εδώ πως με μια διαπραγμάτευση - όπως για το χρέος - η ΕΕ θα εξαιρέσει την Ελλάδα από την εφαρμογή των οδηγιών της.

Και βέβαια δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι όλα τα παραπάνω, η συνδικαλιστική παράταξη του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ, η «Αυτόνομη Παρέμβαση» τα υποστήριξε και τα υλοποίησε μέσα στο ίδιο το συνδικαλιστικό κίνημα της χώρας μας, έγινε στυλοβάτης αυτής της πολιτικής και ως εκ τούτου αποδείχτηκε πολύτιμος «ΣΥΝ-εταίρος» της πλειοψηφίας της ΓΣΕΕ, το κύρος της οποίας πασχίζει μέχρι σήμερα να διασώσει.


Ν. Ζ.


Κορυφή σελίδας

Διαβάστε στο «Ρ»
Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org